Μεγαλούπολη η [meγalupoli]:

Γράφει η Λουίζα Παπαλοΐζου/εικονογραφεί η Ελίνα Ιωάννου *

ΙΙ. Βρέθηκε να περπατά, αυτή τη φορά, στη Βουδαπέστη, στο κέντρο της πόλης, βαριά αποπροσανατολισμένος. Λες και το προηγούμενο βράδυ είχε πάει για ύπνο στο σπίτι του στη Μέσα Γειτονιά για να ξυπνήσει το πρωί στη μέση της Πέστης. Η απανωτή κούραση των ταξιδιών είχε θολώσει όλα τα ενδιάμεσα. Βάδιζε χωρίς χάρτη, έστριβε όπου ήθελε. Εξακολουθούν να έχουν κέντρο οι πόλεις; Ερώτηση. Είκοσι τρία χρόνια από την πρώτη του επίσκεψη, η πόλη δεν είχε καμιά σχέση με το θέαμα της επιβλητικής ερήμωσης που είχε απαθανατίσει τον Ιούνιο του ’89. Φαρδιοί δρόμοι, σαραβαλιασμένα αυτοκίνητα μετρημένα στα δάχτυλα. Εν τω μεταξύ είχε ζήσει Λονδίνο, Νέα Υόρκη, είχε ταξιδέψει Τόκιο, Σαγκάη, Βερολίνο. Τα τελευταία χρόνια είχε εγκατασταθεί στη Λεμεσό. Τίποτε δεν του έλειπε. Είχε ένα παιδί, γυναίκα με την οποία ώρες-
ώρες αισθανόταν ακόμα ερωτευμένος ειδικά κάποιες νύχτες που το σεξ άχνιζε, άχνιζε σε ικανοποιητικό βαθμό αν συνυπολογίσει κανείς τα δέκα χρόνια σχέσης, άχνιζε τόσο-όσο να μην του κάνει πια κέφι να ψάχνεται. Σπάνια. Να κοιτάζει, σίγουρα. Φτάνει να μην ακουμπά. Αυτό του έλεγε η γυναίκα του κάθε φορά που έφευγε σε επαγγελματικό ταξίδι με προορισμό κάποια χώρα με σοβιετικό παρελθόν. Μόνο και μόνο η ιδέα της Ρωσίας την τσίτωνε.
ΙΙΙ. Την είδα να φωνάζει, να κλαίει στο τηλέφωνο, να εκλιπαρεί με τις φλέβες τεντωμένες στο μακρύ λαιμό, το πρόσωπο φουσκωμένο στην απόγνωση. Βάδιζε ακανόνιστα στο πλατύ πεζοδρόμιο, οι πεζοί παραμέριζαν στον τόπο της. Ξεκίνησα να την ακολουθώ κι ας μην ήξερα ουγγρικά. Την ένιωθα. Το σταυροδρόμι ήταν όπως όλα τα σταυροδρόμια των μεγάλων πόλεων. Κρεμαστά φανάρια, ευθείες τσιμέντου, βιτρίνες όλο ευθεία. Με εγκατέλειψε στο κόκκινο. Ρίχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη στα αυτοκίνητα. Τι να σου κάνουν οι δεύτερες σκέψεις όταν εσύ ορίζεσαι από τις πρώτες; – διάβασα το σώμα της. Τα αυτοκίνητα δεν την άγγιξαν. Τουλάχιστον όχι μπροστά στα μάτια μου. Σμίκρυνε κατά μήκος του δρόμου σαν φιγούρα-καρτούν που απομακρύνεται. Μερικές βιτρίνες παρακάτω κοιτώντας τη θωριά μου στο γυαλί προσπάθησα να θυμηθώ τη δική της, αλλά μου ήταν αδύνατο. Η μορφή της είχε χωνευτεί από την πόλη γύρω μου. Μόνο το ασαφές περίγραμμα της θλίψης συνέχισε να κρέμεται απάνω μου και ήξερα πως θα με σκίαζε για το υπόλοιπο διήμερο – όσο θα διαρκούσε το Ευρωπαϊκό Συνέδριο Γλωσσολογίας. Ήταν και ο όγκος του τσιμέντου αλύπητος. Τράβηξα στην τύχη μου. Θυμήθηκα πως στις μεγάλες πόλεις κάποια πεζοδρόμια κολλούν στις σόλες μου.

V. Ένα πανύψηλο αγόρι και ένα κορίτσι στο ίδιο ύψος σταμάτησαν και φιλήθηκαν μπροστά του με τόση λαγνεία που ένιωσε μια έξαψη να τον τυλίγει. Οι γλώσσες τους. Στο επόμενο στρίψιμο την είδε. Υπερυψωμένη, αντίκρυ του. Όλη η πόλη το ίδιο κρεμαστή, γεμάτη επιγραφές. Αυτή όμως είχε κεντραριστεί με σχολαστική ακρίβεια στο οπτικό του καρέ μόνο και μόνο για να την προσέξει. Η είσοδος του ναού σε υπερμεγέθυνση τον έκανε να αισθανθεί αδικαιολόγητα κοντός, νάνος σχεδόν. Τα λατινικά του ανύπαρκτα – μέσες-άκρες τη διάβασε. EGO SUM VIA VERITAS ET VITA. Κανονικός εμπαιγμός τού φάνηκε. Σαν το τελευταίο αστείο που άφησε ο λεγάμενος φεύγοντας να υπερυψούται εσαεί πάνω από τα κεφάλια τους. Δεν πίστευε. Μακριά από παπάδες, εκκλησίες και εξαπτέρυγα, ήταν το μότο του από τότε που έπηξε το μυαλό στο κεφάλι του. Με το πηχτό του μυαλό παρακολούθησε τρομαγμένος τον εαυτό του να βηματίζει ευλαβικά κατά πάνω της.
VI. Τον ξανασυνάντησα με τα μάτια στυλωμένα στο αέτωμα. Είχαμε συνταξιδέψει από τη Λάρνακα. Κάπου στη Βιέννη τον έχασα. Δεν ήταν ο μόνος Κυπραίος φυσικά, αλλά αυτόν για κάποιο λόγο τον ξεχώρισα. Όχι γιατί ήταν ιδιαίτερα ωραίος – μάλλον για το βλέμμα απάθειας που είχε ξαπλωθεί σε όλο του το πρόσωπο. Ακόμα και αν τον έβλεπα για πρώτη φορά εδώ στη μέση της πλατείας, Κυπραίος σίγουρα, θα έλεγα. Μόνο και μόνο η απόχρωση του δέρματος αρκούσε – αυτή η υποδόρια σκουριά που κουβαλούμε στο δέρμα μας. Σάμπως και βρέφη μάς κάθισαν ώρες πολλές μπροστά από σβηστά καντήλια. Διάβασα τα χαραγμένα λατινικά αργά και καθαρά λες και προσπαθούσα να συνετίσω τον εαυτό μου για κάποιο συνεχιζόμενο σφάλμα μου: ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΟΔΟΣ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ Η ΖΩΗ. Τον ξαναέψαξα. Ο Κυπραίος είχε εξαφανιστεί. Άφησα τις λέξεις να κάτσουν καλά μέσα μου. Μετά άρχισα να περπατώ προς την πλευρά του Δούναβη.

*Φιλοξενία 3 στο ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ

You May Also Like

Λέξεις

Έχω οδηγίες να αναφερθώ στο πιο πάνω θέμα και να σας ενημερώσω ότι, στις ...

Ποδηλάτης

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή “Πρόσεχε πού πατάς!” του είπε ...

Όλα ξεκίνησαν από ένα κουτάλι

Ώστε μου δίνεις αυτό το κουτάλι! Γιατί με προκαλείς με αυτό το κουτάλι;, της ...

Εξομολογήσεις ενός αστικού καναρινιού

Γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου [ioannou.mari@gmail.com] | Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή [marinayerali@gmail.com] «Δεν ήταν ...

Χάρηκ π σε είδ

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com/ εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή «Μια καρφίτσα να ...

αγαπώ σε

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή “Να λυπάσαι σωστά!”, μου είπε ...

X