Το τέρτιν της Νίκης [Μέρος 5ο]

Avatar

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Η Νίκη είσιεν προσέξει την αλλαγή στην συμπεριφοράν του αντρός της. Ο Αντώνης είσιεν γίνει γενικά πιο ήρεμος σε σχέση με άλλους τζαιρούς. Ήθελε να έσιει παραπάνω χρόνο μόνος του τζαι έμοιαζεν πιο ονειροπαρμένος, πιο απομακρυσμένος, πιο αδιάφορος.
Ήταν που πάντα χωρκοΰρης, αλλά τον τελευταίον τζαιρό έμπαιννεν έσσω πιο αργά. Επίσης αντί να μυρίζει καφενέ, εμύριζεν ροδόσταμμα.
Η Μαρίνα, αντί να βάλλει άρωμα, εμούσσιεφκεν έναν παμπακούιν με ροδόσταμμα που τον Αγρό. Άλειφέν το πά’ στα λαιμά της, κάτω που τες μασχάλες της τζαι που τον τζαιρό που ενεκατώθηκεν με τον Άντωνη, πάνω στα σιέλλια της. Ούλλες οι γεναίτζιες που την μερκά του παπά της εκάμναν το ίδιο πράμα. Η στετέ της ένιφκεν την που τον τζαιρό που ήταν μωρό τζαι ελάλεν της ότι το ροδόσταμμα κρατά σε νέα.
Ο Αντώνης στον κόρφο της Μαρίνας εμυρίζετουν ούλλη την γλυκάδαν του κόσμου. Η μυρωθκιά του ροδοστάμματος επέρναν τζαι έλουννεν, έκτος που την μούττην του, τα μμάθκια του, τες σκέψεις του, την ψυσιή του.
Η Νίκη στον κόρφο του άντρα της εμυρίζετουν ότι κάτι εν πάει καλά. Ότι ο άντρας της είτε έκοψεν το κονιάκκι τζαι άρκεψεν το μαχαλλεπί, είτε κάποια πατταλοδουλειά κάμνει τζαι αλείφεται το ροδόσταμμα για να χωστεί.
Εν τζαι θέλει πολλήν εξυπνάδαν για να καταλάβεις ότι απατά σε ο άντρας σου. Μέσα της η Νίκη εκατάλαβέν το που πολλύν τζαιρόν πριν. Μια νύχτα, ελούθηκεν τζαι έβαλε το νυχτικόν της το άσπρο το καλό, που της έδωκεν η μάνα της. Έππεσεν που πάνω που τα σεντόνια τζαι έκατσεν να θκιαβάσει το «Άρλεκιν» ώσπου να έρτει ο Αντώνης.
Ώσπου να στραφεί που τον γυρό, την Νίκην επήρεν την ο ύπνος. Τζείνος εμπήκεν έσσω, έππεσε δίπλα της τζαι ούτε που της έντζισε. Άμα είσαι χορτάτος, ακόμα τζαι το πιο ωραίο φαΐ του κόσμου να σου βάλουν ομπρός σου, εν θα το φάεις.
«Μα έν’ ο άντρας σου, ρα Νίκη, που εμπήκε έσσω εψές η ώρα έντεκα τη νύχτα;», είπεν της η γειτόνισσα η Άννα το πρωί που την ηύρεν να απλώνει τα ρούχα.
«Έν’ ο άντρας μου, θκειά, καλό ποιος; Λαλείς να του έκαμα φίλο;».
«Ε, τζαι πού εγύριζεν ώς έτσι ώρα; Ηύρεν δουλειά, ρα, οξά ήτουν εις τον καφενέ;», εσυνέχισεν η σιεροκουτάλα, η όξινη η Άννα.
Της Νίκης εθέλαν κόμμα τα αφκιά της. Εγέμωσεν φουτούνες τζαι εδίπλωσεν το σεντόνι που εκράταν στα σιέρκα της. Άλλο λλίο να το σσίσει.
«Ενόμιζα ότι ηύρεν καμιά δουλειά ποτζεί στα σπίθκια του Άντρου του ποηλατά, ρα. Έν’ γι’ αυτό που σ’ αρωτώ. Θωρώ τον τζαι γυρίζει πολλά κατά ποτζεί».
«Ο καθένας να θωρεί το σπίτιν του θκειά», απάντησεν τζαι εγύρισεν την ράσιην της. Η κατζία του κόσμου επέτασσεν της μες στα μούτρα ότι ο άντρας της έσιει άλλη. Το τι εγίνετουν έσσω της εφκήκεν στα νέα της γειτονιάς. Εν εμπορούσεν να αγνοεί την πραγματικότητα. Έπιασε το καλάθι με τα ρούχα στην κόξα τζαι επήρεν την απόφαση να μιλήσει του Αντώνη μόλις έμπαιννεν της πόρτας.

 

You May Also Like

Μέρα 22η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπημένη μου κόρη, Εσχεδίασα τα πάντα με προσοχή τζαι ακρίβεια. ...

Αστέρω – Μέρος 23ο

– Ο παπάς σου ξέρει το ότι είσαι δαμαί; – Ο παπάς μου τον ...

Το κέρνελ

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ήταν δύσκολες οι τελευταίες μέρες. Ενεκατώθηκα σε ένα πρότζεκτ με ...

Ημέρα 32η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Η Κατερίνα εκαταλάβετουν ‘που την πρώτην μμαθκιάν ότι ήταν ανασφαλής ...

Αστέρω – Μέρος 13ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Η Αστέρω έκατσεν στο πάτωμαν σε μιαν γωνιάν του δωματίου ...

Το τατουάζ

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Στα 20 χρόνια μου, η πρώτη μου δουλειά μετά τον ...

X