Το τέρτιν της Νίκης [Μέρος 9ο]

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

«Μεν τον ‘φήκεις κόρη μου να φύει τον άντρα σου» είπεν η Ελλού. «Μεν τον ‘φήκεις τζαι έννα το μετανώσεις. Ο Αντώνης έννεν για καλό που θέλει να φύει».
Η Νίκη εν απάντησε. Με μηχανικές, ακριβείς κινήσεις, άπλωνε αμπελόφυλλα στο τραπέζι. Μετά με ένα κουτάλι έπιαννε κεϊμά, τζαι έβαλλε τον στην μέση των φύλλων. Στην συνέχεια, ετύληε ένα-ένα τα αμπελόφυλλα κάμνοντας σχετικά τέλειους τζαι σφικτούς κυλίνδρους με τους οποίους έγεμιζε μια μεταλλική κατσαρόλα. Μια μηχανή που έφκαλλε πέντε-πέντε κουπέπια.
«Τούτες οι τενεκκέες που έσιεις μανά, έννεν κασαρόλλες. Ο κόσμος τωρά γοράζει στέλλεστιλ» είπε η Νίκη καθώς εστρίμωχνε μέσα στην κατσαρόλλα τα κουπέπια.
«Μεν αλλάσεις κουβέντα, Νίκη. Φέρ’ τον νου σου κόρη! Ο Αντώνης εν πατταλοδουλειά που έσιει κατά νουν».
Η Νίκη εσυνέχισε να την αγνοεί.
Η Ελλού έπιασε τον καρπό της κόρης της με δύναμη. Η Νίκη ετράβησε το σιέρι της πίσω τζαι που την ορμή της, έκοψε την χρυσή την καδένα που της εχάρισε η στετέ της. Εγονάτισε πάνω στα ψηφιδωτά μαρμαράκια της κουζίνας να μαζέψει τα κομμάθκια.
Δίχως να δικλήσει πάνω στην μάνα της είπε: «Μάμμα, την απόφαση επήραμε την με τον Αντώνη. Δουλειές δαμέσα εν έσιει».
«Εν γεμάτος ο τόπος δουλειές ρα. Ε το εν πιάννει το σιέρι του αχαμάκκι του άντρα σου. Έννα ππέσει η μούττη του αν πιάει μιστρί, για αν κουντήσει αμαξούι;»
«Εχτές εμίλησα τζαι με την κυρία Μαρία, μάμμα. Θα ξενοικιάσουμε το σπίτι για να μεν πλερώνουμε το ενοίκιο.»
«Τζαι πού θα μείνεις κόρη μου;»
«Εννά έρτω δαμαί να μείνω με τα μωρά. Εν μας θέλεις;»
«Καλό εν σας θέλω κόρη μου; Έννα τα βολέψουμε…»
«Έννα γαζώννω κανένα φουστάνι, να σάζω κανένα παντελόνι, έννα βάλω τζαι εγώ λλία ρυάλλια στην πάντα. Μόλις στραφεί ο Αντώνης, έννα έχουμε αρκετά για να βάλουμε μπροστά να χτίσουμε το σπίτι το δικό μας».
Εφούλιασε την καδένα μες την φούχτα της, τζαι έβαλε την μέσα σε ένα διακοσμητικό, γυάλινο τασάκι στον πάγκο της κουζίνας. «Άφησ’ την τζαι έννα την πάρω αύριο στον χρυσοχόο κόρη μου, να μας την σάσει.»
«Μάμμα, ξέρω πώς έννα φανεί. Ξέρω τι λαλούν για τζείνη την τσούλλα την κόρη του Άντρου. Εν με νοιάζει όμως. Τον Αντώνη αγαπώ τον τζαι αγαπά με. Να φύει, να γλιτώσουμε που την κατζία του κόσμου.»
Η Ελλού εκάθετουν αμίλητη. Το στομάσι της ένας κόμπος.
«Ήδη έκοψε τζαι το εισιτήριο, με κάτι ριάλλια που είχαμε φυλάμενα που τα βαφτίσια της Ελένης. Θα πάει στον θείο του στο Μάντσιεστερ τζαι ώς τα Χριστούγεννα έννα μου πέψει τζαι μένα εισιτήριο να πάω να τον δω.»
«Ό,τι ξέρεις τζαι εν καλά, κάμε μάνα μου», είπε η Ελλού. Έπιασε ένα πιάτο τζαι έβαλε το πάνω που τα κουπέπια, μες στην κασαρόλλα. «Μια χαρά έν’ η κασαρόλλα μου», εσκέφτηκε. «Τωρά που έννα ληφτεί τα ριάλλια, έννα την δω αν θα μου θέλει στέλλεστιλ κασαρόλλες.»

You May Also Like

Μέρα 21η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπητή Ρέα Την ίδια νύχτα εδείξαν τα νέα: “Το απανθρακωμένο ...

Bitcoin

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Την προηγούμενη εβδομάδα, επήα έφεδρος. Δύο μέρες γενικά χαμένες. Μέσα ...

Δουλειά

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Eμπήκε στο δωμάτιο συνεδριάσεων λλίο μετά ‘που τζ’είνον. Έκλεισεν την ...

Το τέρτιν της Νίκης [Μέρος 6ο]

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Εννά εθέλαμε οι συζητήσεις των ζευκαρκών να έν’ όπως τα ...

Μέρα 6η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπητή Ρέα, Που την ημέρα που εσυνέβηκε το περιστατικό στην ...

X