Το τέρτιν της Νίκης [Μέρος 12ο]

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Οι πρώτοι τζαιροί στο σπίτι ήταν δύσκολοι. Μόλις εμπήκαν μέσα, το σπίτι ήταν όφκιαιρο. Ούτε μια καρέκλα να κάτσεις να πνάσεις, ούτε καρκόλες να ππέσεις να τζοιμηθείς. Είσιεν ένα τραπεζάκι του καφέ, με γυάλινη επιφάνεια, σπασμένη στην γωνιά τζαι κολλημένη με την τέλλα του πελεκάνου.

Η γειτονιά ήρτεν να συμβάλει όσον εμπορούσε για να κάμει τη ζωή τους πιο υποφερτή. Μια γειτόνισσα εχάρισε τους μια κίτρινη πολυθρόνα που ττόρενο ύφασμα. Τριμμένη ’που την πολλή χρήση, αλλά την βασική της δουλειά έκαμνεν την μια χαρά. Ένας άλλος γείτονας που είσιεν καφενέ, έδωσε της θκυο καρέκλες τόνενες τζαι μια ντουζίνα καντήλες διαφημιστικές του Λαϊκού.
Τσάκκισε-κουπάνισε, εκατάφερε να σάσει νάκκο το σπιτικό της για να μπορεί να αναγιώσει τα κοπελλούθκια της. Τρεις κόρες τζαι θκυό γιούδες. Η Ελενίτσα τζαι η Αγγέλα, οι μεγάλες της. Δώδεκα χρονών, διπλάρες. Ο Γιώργος, ο άντρας του σπιθκιού μετά την εξαφάνιση του Αντώνη, 8 χρονών. Είσιεν το όνομα του μακαρίτη του τζυρού του Αντώνη, το Κοκούι το μαγκούι όπως τον εφωνάζαν. Η Χρυσούλλα, 4 χρονών τζαι ο Βενιαμίν της οικογένειας, ο Φάνος. Σχεδόν ενός. Το τελευταίο σημάδι του Αντώνη.

Η Νίκη εσυνέχισε να δουλεύκει στη βιοτεχνία με τες ζώνες. Ήβρεν τζαι δεύτερη δουλειά σε έναν φούρνο για να τα φκάλει πέρα. Τες ώρες που έλειπε που σπίτι, την επίβλεψη αναλαμβάναν την οι κόρες της. Εκάμναν καμιά δουλειά, εθκιαβάζαν του Γιώργου τζαι εβοηθούσαν την γιαγιά στο μαγείρεμα.

Όσον άντεχε, η Ελλού ετάναν. Τες νύχτες εκάθετουν πά’ στην πολυθρόνα τζαι καρτερώντας την κόρη της να σχολάσει εκάμμαν τα μμάθκια της τζαι ετζοιμάτουν. Η Νίκη έμπαιννεν έσσω μετά τες 10 τη νύχτα τζαι έβρισκε την οικογένεια σκορπισμένη, να τζοιμάται. Η μάνα της στην πολυθρόνα, το μωρό σε ένα κκάρικκο στο πάτωμα, οι διπλάρες με την Χρυσούλλα στο ένα δωμάτιο τζαι ο Γιώργος στο άλλο. Η ώρα που εσχόλαννε ήταν τζαι η μόνη ώρα της ημέρας αλόπως που εμίνησκε μόνη της. Μόνη της, με τις σκέψεις της. Η πιο φοητσιάρικη ώρα. Η Νίκη έσσιυφκε πάνω ’που το κκάρικκο του μωρού να το χαδέψει τζαι να το φιλήσει, μετά άννοιε την πόρτα να βεβαιωθεί ότι οι κόρες της έν’ καλά. Εξυπνούσε την μάνα της για να πάει έσσω τζαι στην συνέχεια έππεφτε στο στρώμα χαμαί, δίπλα ’που τον Γιώργο της τζαι τον Φάνο της. Εγεμώνναν τα μμάθκια της την ώρα που έππεφτε δίπλα ’που τα μωρά της. Την ώρα που εν την εθώρε κανένας, θκυο σιέρκα εσφίγγαν το στομάσι της. Άφηνε το παράπονο να την καταβάλει για λλίο τζαι μετά ερούφαν το κλάμα.

Μέρα με τη μέρα. Νύχτα με τη νύχτα. Τζαι οι μέρες εγίναν χρόνια. Τζαι τα αγόρια, εγίναν άντρες τζαι οι κόρες γεναίτζιες της παντρειάς. Τζαι κρυφά το τέρτι της Νίκης εστιβάστηκεν τζαι έγινε μια μαύρη μάππα που εθρονιάστηκεν μες στον πνεύμονα της. Ο γιατρός είπε το «καρκίνο». Τα κοπελλούθκια της είπαν το «Αντώνη».

You May Also Like

Τα ποδοσφαιρικά

Της Ντίνας Παγιάση Κατσούρη* Η Μοσφιλωτή και πάλι Το αυτοκίνητο να καταβροχθίζει την άσφαλτο ...

Μέρα 4η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπημένη μου Ρέα, Πιστεύκεις στον θεό; Όι αναγκαστικά σε τζείνον ...

Αστέρω – Μέρος 6ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Γονατισμένη στο κρεβάτιν, εκόλλησεν το πρόσωπον της στον ώμον του ...

Αστέρω – Μέρος 22ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ούλλα με τον τζαιρόν αρχίσαν να έχουν κάποιαν εξήγησην. Όσον ...

Η μαυρού

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου “Ετέλειωσε, θα την πέψουμε πίσω στην χώρα της. Εννά πιερώννω ...

Οι ξένοι του χωρκού

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Στην πανέμορφη πλατεία του Παλαιχωρκού οι γέρικοι πλάτανοι κάμνουν σκιά ...

X