Το τέρτιν της Νίκης [Μέρος 15ο, τελευταίο]

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Η πόρτα άνοιξε, ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας εστάθηκε μπροστά που τον Φάνο τζαι είδε τον απορημένα. “Είσαι ο Άντονι;”. Ξαφνιασμένος που τα ελληνικά, ο άντρας απάντησε. “Εγώ είμαι, ναι. Ποιος είστε;”
“Ο Φάνος της Νίκης.”
Ο Άντονι έχασε για κάποια δευτερόλεπτα τη γη κάτω που τα πόθκια του. Σαν το τέρας, το παρελθόν άπλωσε το σιέρι του τζαι άρπαξέ τον που τον ώμο τζαι ετράβησέ τον βίαια πίσω.
Η τζοιλιά της Νίκης, έγινε άντρας. Με πυκνά, θαλασσινά μαλλιά, σαν τα δικά του. Είδαν ο ένας τον άλλο μες στα μάθκια τζαι εσκεφτήκαν ότι μοιάζουν. Όσο τζαι να εθέλαν, δεν αγκαλιαστήκαν. Δεν ελυτρώσαν ο ένας τον άλλο που το κάχρι τζαι το μαράζι του χρόνου, της απώλειας, της μετάνοιας.
Έτσι στέκονταν στην πόρτα, εσυζητήσαν. Σαν να τζαι επροβαρίσκαν τούτη τη συνάντηση τζαιρό μες στον νου τους, τζαι ήταν απλά θέμα χρόνου να γίνει η παράσταση. Σαν να τζαι εγνωρίζουνταν, χωρίς να έχουν ειδωθεί ποττέ πριν.
Γέλια, αμήχανες στιγμές, κάποια δάκρυα. Ο ένας εδίψαν να μάθει για τον άλλο, να περιγράψουν τη ζωή τους. Μετά που ώρα, ο Αντώνης ετόλμησε να ρωτήσει.
“Η Νίκη;”.
“Η Νίκη επέθανε”, απάντησε ο Φάνος.
Ο νους του Αντώνη εφεντζιάστηκε. Ίσως τούτη η απάντηση να ήταν η ολοκλήρωση που επερίμενε τόσα χρόνια. Ίσως να μεν τον εσύνδεε τίποτε εκτός που τη Νίκη, με το παρελθόν του. Ίσως να μεν είσιεν νόημα να εξηγήσει σε άλλους το γιατί, αν δεν εμπορούσε να το εξηγήσει στην γεναίκα που άφηκε πίσω του. Ίσως να μεν τον ένοιαζε, ίσως να ντρεπόταν.
Η ζωή, εν όπως το τρένο. Κάθεσαι σε ένα βαγόνι τζαι θκιαλέεις σε ποιους σταθμούς θέλεις να κατεβείς. Ο Αντώνης είσιεν την ευκαιρία να κατεβεί ξανά σε έναν σταθμό που το παρελθόν. Εστάθηκε στην άκρη της πόρτας. Άφηκε τη μνήμη του να θκιανευτεί λλίον σε ασπρόμαυρες αναμνήσεις. Εχαμογέλασε, έκλαψε, ενοστάλγησε. Στο τέλος εκατάλαβε ότι εν έσιει πλέον τίποτε να του προσφέρει ο σταθμός τούτος.
Ο Άντονι έκαμε ένα βήμα πίσω. Εποσιαιρέτησε ψυχρά τον γιο του τζαι έκλεισε την πόρτα. Την πόρτα που άνοιξε για λλίον στην παλιά του ζωή. Την πόρτα που τον οδήγησε σε τζείνον που ήταν κάποτε. Στον Αντωνάκη του Κόκου. Στον Αντώνη, της Νίκης.
Ο Φάνος, πίσω που την πόρτα. Με τα σιέρκα στες τζιέπες, σαν το μωρό που του εθυμώσαν τζαι αμήχανα ταλαντεύκει τα άκρα του. Εψέλλισε μια λέξη που εν είσιεν πει ποττέ στη ζωή του πριν. “Παπά…”.
Τζαι ο κρυός άνεμος της Αγγλίας εβούρησε τζαι ετύλιξε τη λέξη τζαι εσκόρπισέ την στα πράσινα λιβάθκια. Να μεν την ακούσει κανένας. Σαν να τζαι εν την είπε ποττέ του.
Έπιασε τον δρόμο τζαι επερπάτησε. Επέρασε μουσεία, δίπλα που μπαρ, αντιπροσωπείες πολυτελών αυτοκινήτων, πάρκα, πάρκινγκ, καφενέδες τζαι ντονέρ κεμπάμπ. Σπίθκια με μικρά κόκκινα τούβλα τζαι πεζόδρομους. Μεθυσμένους Εγγλέζους τζαι Εγγλέζες με μίνι τζαι γιρλάντες με κεραίες.
Με μια λεπίδα να του κόφκει σιγά-σιγά τζαι σταθερά, κομμάτι-κομμάτι που την καρκιά του. Τζείνο το κενό, σαν τη θάλασσα. Απέραντο, βαθύ, μαύρο, απελπιστικά ήρεμο. Το τέρτι που του τρώει αργά την ψυσιήν του. Το τέρτι που έφαεν την μάνα του.
Τζαι το πλήθος, σαν την κινούμενη άμμο ερούφησε τον Φάνο. Τζαι η ιστορία του εχάθηκε, έσμιξε με τες σιλιάες άλλες ιστορίες γυρών του. Τζαι η γη εσυνέχισε να γυρίζει αδιάφορα, άπονα τζαι μονότονα.

You May Also Like

Γλαύκος

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Εβόλεψεν πολλά που επέθανεν ο γέρος. Ήβραν ευκαιρία ούλλοι να ...

Αστέρω – Μέρος 18ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Νύχταν με την νύχταν η Αστέρω εσκάλιζεν το σημειωματάριον της ...

Αστέρω – Μέρος 6ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Γονατισμένη στο κρεβάτιν, εκόλλησεν το πρόσωπον της στον ώμον του ...

Θέκλα

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου. Μια χαλασμένη διπλή φλορέντζα αναβόσβηνε ...

Η Ανεράδα (Βασίλη Μιχαηλίδη)

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Το αγαπημένο μου κυπριακό ποίημα τζαι κατά την άποψη μου ...

Εγώ εν είμαι ρατσιστής, αλλά..

Τελευταία άκουσα μιαν πολλά βάσιμην κουβένταν. Οτιδήποτε λαλεί κάποιος πριν που την λέξη “αλλά” ...

X