Το Bar – Μέρος 2ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Το πρόσωπό του σαν σκαλισμένο και ξερό χωράφι. Αξύριστος, κουρασμένος. Σαν πυγμάχος λίγο πριν παραιτηθεί από τον αγώνα.

“Έφτασε” είπα και ακούμπησα την παραγγελία μπροστά του. Ένα τεταρτάκι Ούζο 12, μια μεταλλική κανάτα με παγάκια, ένα ποτήρι νερό, ένα άδειο ψηλό ποτήρι και ένα πιατάκι με τυρί, αγγούρι και ελιές μαύρες.
Σαν κοιμώμενος σκοπός, που τον ξυπνά ο θαλαμοφύλακας, σήκωσε τους ώμους, ίσιωσε το σώμα και απάντησε “Α;”
Ανέμισε το κεφάλι δεξιά, αριστερά σαν σαύρα δίνοντας μου την εντύπωση ότι στιγμιαία δεν είχε ιδέα πραγματικά που βρισκόταν. “Κύριε Βραχίμη, όλα καλά;” ρώτησα.

“Είμαι καλά. Είμαι καλά Βασίλη. Ευχαριστώ”, απάντησε.
Ακούμπησα μέσα στο μπαρ και ξεκίνησα να γυαλίζω τα ποτήρια μπίρας που είχα μόλις πλύνει. Έβγαλε από την τσέπη του ένα λευκό μαντίλι και σκούπισε αργά, με μικρά χτυπηματάκια, τα χείλη του.

Έβαλε στο ποτήρι του λίγα παγάκια. Μετά ένα τέταρτο ούζο και συμπλήρωσε με νερό. Παρέμεινε να χαζεύει το υγρό να συννεφιάζει, σαν να το έβλεπε πρώτη φορά. Σήκωσε το ποτήρι και το έφερε στο στόμα. Ήπιε μια γουλιά και το κατέβασε. Δεν το ακούμπησε στο μπαρ. Το κρατούσε μεταξύ του μπαρ και του προσώπου του. Είδα το στόμα του μισάνοιχτο. Τα μάτια του σιγά, σιγά να σκοτεινιάζουν. Σαν μηχανή, όταν τελειώνει η βενζίνη. Σαν δέντρο που του έχουν κόψει τις ρίζες άρχισε να κουνιέται. “Θα πέσει”, σκέφτηκα, και πριν προλάβω να κάνω κάτι, έγειρε μπροστά.

Το ποτό του χύθηκε στην πλάτη της κοπέλας, ενώ το πρόσωπο του τη χτύπησε δυνατά. Μόλις το παγωμένο ποτό έτρεξε στους γυμνούς της ώμους, σηκώθηκε πάνω και άρχισε να τσιρίζει. Ο Κύριος Βραχίμης, έπεσε από την καρέκλα και έμεινε στο πάτωμα.

Ο μπρατσωμένος πήρε φόρα και πετάχτηκε από τη θέση του. Γούρλωσε τα μάτια του και όρμησε να αρπάξει τον Κύριο Βραχίμη. Τον σήκωσε πάνω. Με τα χέρια στον γιακά του, τον έσπρωξε στον τοίχο και ούρλιαζε “Θα σε σκίσω, θα σε σκίσω”.

Πήδηξα πάνω από το μπαρ και έτρεξα να μπω στη μέση. Όχι τίποτε άλλο, αλλά για να κόψω το κακό στην αρχή του πριν αναστατωθούν περισσότερο οι υπόλοιποι πελάτες. “Άφησε τον ρε φίλε, είμαι σίγουρος ήταν ατύχημα, κάνε στην μπάντα τον θυμό”.

Στα πολλά τον έριξε κάτω και τράβηξε πίσω. Ο Κύριος Βραχίμης ακίνητος. Μαζευτήκαμε από πάνω του. Ο μπρατσωμένος πλησίασε και τον έσπρωξε με το πόδι του. “Ε, φίλε”.

Καμιά αντίδραση.

Σιωπή πάνω από τον Κύριο Βραχίμη. Στη μέση του κύκλου, ήμουν σίγουρος ότι έκοβε βόλτες ο χάρος και περίμενε να τον φορτώσει στους ώμους και να φύγει. Ώσπου άκουσα ένα μουγκρητό. Μετά το χέρι του, έτριψε βίαια το μάγουλο του και γύρισε το κορμί του από την άλλη.

Έσκυψα από πάνω του και έβαλα τα δάκτυλα μου στην καρωτίδα του. Μετά έβαλα το αυτί μου δίπλα από την μύτη του. Τον άκουσα να ροχαλίζει. “Δεν είναι πεθαμένος. Κοιμάται”, είπα και έτρεξα να καλέσω ασθενοφόρο.

You May Also Like

Οι λίστες

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Εγέμωσεν ο τόπος λίστες με ονόματα. Λίστες που έν’ σημαντικές ...

Rewind

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου O αέρας που το παράθυρο έκρουζε. Σάννα τζαι ένα τεράστιο ...

Κατερίνα – Μέρος 4ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ήταν πολλά δύσκολη η απόφαση να ψάξω να τον έβρω. ...

Στερεότυπα καλαμαράες

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου – Τα κοπελλούθκια τούτες τες μέρες έν’ όπως τα καθυστερημένα. ...

Μέρα 29η

Αγαπημένη μου κόρη, Όταν κάποτε θκιαβάσεις τα γράμματα μου, εγώ θα είμαι πολλά μακριά. ...

Η μαυρού

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου “Ετέλειωσε, θα την πέψουμε πίσω στην χώρα της. Εννά πιερώννω ...

X