Αστέρω – Μέρος 3ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Επροσπάθησεν να μιτσιάνει το σώμαν της όσον εμπορούσεν. Έγινεν έναν κουβάριν στην μέσην του κρεβαθκιού, με την ελπίδα ότι δεν θα την δει. Ίσως με την ελπίδαν ότι το κρεβάτιν εννά γίνει έναν τεράστιον κουκκούλλιν τζαι να την αγκαλιάσει, να την προστατεύσει.

Τα σεντόνια όμως εμείναν στην θέσην τους. Η Αστέρω εσυνέχισεν να αναπνέει βαριά, σαν μια μικρή ατμομηχανή. Έσφιγγε τα μάτια της κλειστά, με τόσην δύναμην τζαι πίεσην, που έβλεπεν ακανόνιστα σχήματα τζαι χρώματα μέσα στο σκοτάδιν. Για μερικές στιγμές άφηκεν τον εαυτόν της να ταξιδέψει μέσα στην φαντασίαν των χρωμάτων, αγνοώντας το ότι κάπκοιος πιθανόν να εχώννετουν μέσα στο αρμάριν της τζαι τζείνην την ώραν μπορεί να την επαρακολουθούσεν.
Ο φόβος έσιει τες κορυφές του τζαι τες κοιλάδες του. Κάπκοιες φορές ξεκινά ψηλά τζαι σιγά-σιγά χαμηλώνει, όταν η εκλογίκευση τζαι η αποδόμηση της κατάστασης προσπαθούν να σε καλμάρουν για να μπορέσεις να σκεφτείς τζαι να αντιμετωπίσεις το τι συμβαίνει. Κάποιες άλλες, ξεκινά χαμηλά, όταν δεν αντιλαμβάνεσαι ακριβώς το τι γίνεται. Όσον περνά η ώρα τζαι αντιλαμβάνεσαι την κατάστασην, ξεκινά να φουσκώννει τζαι να σε πνίει, αναγκάζοντας σε να αντιδράσεις είτε με το να αντισταθείς είτε με το να βουρήσεις να γλυτώσεις.

Τίποτε δεν σε προετοιμάζει για καμιάν που τες δύο περιπτώσεις. Όπως, επίσης, τίποτε δεν προδιαθέτει το πως εννά φοβηθείς. Ο φόβος έν’ απρόβλεπτος, έναν άλυτον μυστήριον. Σαν τα κύματα της απέραντης θάλασσας.
Έναν κομμάτιν της Αστέρως ήθελεν να σηκώσει τα σεντόνια πάνω τζαι να κοιτάξει προς το αρμάριν. Το κομμάτιν τζείνον ήταν το κομμάτιν της λογικής. Το μέρος του εαυτού της που την εκρατούσεν προσγειωμένην στην κοινήν πραγματικότηταν. Που ήθελεν να της επιβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε τίποτε μες στο αρμάριν.

“Τα τέρατα, αγάπη μου, εν χώννουνται μες στα αρμάρκα. Τα τέρατα έν’ πάντα φανερά. Για να τα θωρούμεν τζαι να τα συνηθίζουμεν. Να τα αγνοούμεν”., είπεν της μιαν μέραν η γιαγιά της, όταν την ερώτησεν αν υπάρχουν τέρατα.
“Ό,τι τζαι να κρύφκεται μες στο αρμάριν μάλλον δεν είναι τέρας”, εσκέφτηκεν η Αστέρω. “Μάλλον δεν είναι τίποτε”, εσυνέχισεν. “Μάλλον εφαντάστηκα το”, έκλεισεν τις σκέψεις της. Μια αύρα ηρεμίας εδρόσισεν το μυαλόν της τζαι ένιωσεν το σώμαν της να ξεμουθκιάζει.

Τα μμάθκια της αρχίσαν να χαλαρώνουν τζαι ετέντωσεν τα πόθκια της μέσα στο κρεβάτιν, νιώθοντας τις κρύες άκρες των σεντονιών να παλεύκουν μες στις ζεστές της πατούσες. Η Αστέρω ηρέμησεν. Επέστρεψεν στην πραγματικότηταν.
Τι έν’ η πραγματικότητα; Έν’ κάτι που εδημιουργήσαμεν εμείς, ο καθένας μας ξεχωριστά; Έν’ κάτι κοινόν για ούλλους; Έν’ κάτι που έσιει σταθερά όρια ή που ξεχειλώνει κάθε φορά που ανακαλύφκουμεν κάτι καινούργιον; Έν’ κάτι που μας μαθθαίνουν ή έν’ κάτι που δημιουργούμεν;

Η Αστέρω ένιωσεν ένα σιέριν να της χαϊδεύκει το σβέρκον. Ένα σιέριν που δεν ήταν του παπά της, ούτε της μάμμας της. Ένα σιέριν που θα την έκαμνεν να αμφισβητήσει την πραγματικότηταν που ήξερεν ώς τζείνην την μέραν.

You May Also Like

Μέρα 25η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου  Έλαχε το αδύνατον σημείον του σχεδίου μου να ήταν η ...

Μέρα 2η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπητή Ρέα, Το πρωινόν μας σήμερα ήταν στην ώραν του ...

Αστέρω – Μέρος 10ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Τζείνην την νύχταν, η Αστέρω δεν εκατάφερνεν να τζοιμηθεί. Εκρατούσεν ...

Το τέρτιν της Νίκης [Μέρος 1ο]

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου, Η πίσω πλευρά της πράσινης ρόπας της εσέρνετουν στα μωσαϊκά ...

ΛΟΑΤ

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Με τη μάνα μου διατηρώ μιαν ιδιαίτερη σχέση. Μέχρι σήμερα ...

Χιονοστιβάδα

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Εθκιάλεξα ψωμί τζ’αι επερίμενα στη σειρά για να πλερώσω. Η ...

X