Αστέρω – Μέρος 9ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Επεριεργάστηκεν για λλίον το άσπρον κοκκαλένον πετραδάκιν μέσα στην παλάμην της. Εκούντησεν το μπροστά-πίσω, είδεν με προσοχήν τες κότσινες γαιματομένες ρίζες. Έβαλεν τον δάκτυλον της στην τρυπούαν, στην βάσην του. Εδιερωτήθηκεν πώς τζείνον το πραματούιν ήταν κομμάτιν του εαυτού της ώς πριν μερικά δευτερόλεπτα, ενώ τωρά έν’ κάτι εντελώς ξένον. Κάτι ξεχωριστόν. Κάτι που ήταν ζωντανόν μαζίν της, τζαι τωρά έν’ νεκρόν.
Μπορεί απλά να πετάξει το δόντιν της στον κάλαθον; Να το ξεφορτωθεί; Γίνεται να πετάξει έναν κομμάτιν του σώματος της τόσον εύκολα; Τόσον απλά;
“Μπορείς να το φυλάξεις κάτω που το μαξιλάριν σου”, είπεν της η μάμμα της. Με έναν χαρτομάντηλον εσκούπησεν της το αίμαν που έσταζεν που το στόμαν της.
“Γιατί να το φυλάξω κάτω που το μαξιλάριν μου;” εδιερωτήθηκεν η Αστέρω.
Η μάμμα της έπιασεν το μικρόν άσπρον δόντιν τζαι εκαθάρισεν το με το ίδιον χαρτομάντηλον που είσιεν σκουπίσει την Αστέρω. “Κοίτα πόσον μικρόν τζαι άσπρον είναι”, είπεν με το πρόσωπον της να λάμπει που χαράν, περήφανη για το κατόρθωμαν της κόρης της να φκάλει μόνη της το πρώτον της δόντιν. “Έν’ σαν το αστεράκιν που έππεσεν που τον ουρανόν, ρε Αστέρω. Αστεράκιν που έππεσε που την Αστέρω”, είπεν τζαι αγκάλιασεν την κόρην της.
“Μάμμα, γιατί να φυλάξω το δόντιν κάτω που το μαξιλάριν μου;” απάντησεν η Αστέρω, αγνοώντας το σπάνιον, αλλά χαρούμενον ξέσπασμαν της μάμμας της.
“Άμα βάλεις το δόντιν σου κάτω που το μαξιλάριν σου, αγάπη μου, την νύχταν έρκεται η νεράιδα των δοντιών. Θα σηκώσει το μαξιλάριν σου τζαι που κάτω θα σου βάλει έναν δώρον”.
“Δηλαδή, τι δώρον;”
“Ξέρω γω; Λεφτά… κάποια κέρματα, χαρτονομίσματα”, εγύρισεν την πλάτην της τζαι το πρόσωπον της έγινεν σαν μιαν άσπρην πλάκαν μάρμαρον. “Ή μπορεί τζαι κάτι άλλον”.
Η Αστέρω εστάθηκεν μπροστά που την μάμμαν της τζαι ετράβησεν της τα σιέρκα. “Δηλαδή μάμμα; Τι άλλον μπορεί να μου αφήσει;”
Η μάμμα της Αστέρως εγονάτισεν μπροστά που την κόρην της. Έσπρωξεν απαλά τες μπούκλες της Αστέρως πίσω που το αφτίν της. Χαμογελώντας, ετράβησεν το κάτω της χείλος τζαι με τον αντίχειραν της εχάιδεψεν την πληγήν που άφησεν πίσω του το μικρόν δόντιν.
“Τίποτε, αγάπη μου. Οι νεράιδες αφήνουν λεφτά τζαι λουλούδια στα μωρά. Τίποτε άλλο δεν αφήνουν”.
Η Αστέρω έκλεισεν το δόντιν της σε έναν μικρόν πλαστικόν κουτάκιν όφκαιρης κρέμας προσώπου. Την νύχταν, έβαλεν το κουτάκιν κάτω που το μαξιλάριν της μαζί με έναν κομμάτιν χαρτίν. Στο χαρτίν έγραφεν με παστέλ “Πώς είναι να είσαι, νεράιδα;”
Όι όσον ωραίαν την είσιεν μες στον νουν της η Αστέρω πάντως.

You May Also Like

Το Bar – Μέρος 1ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Όσες φορές έχει έρθει στο μπαρ, είναι πάντα μετρημένος. Δηλαδή, ...

Αστέρω – Μέρος 3ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Επροσπάθησεν να μιτσιάνει το σώμαν της όσον εμπορούσεν. Έγινεν έναν ...

Το σακουλάκι

Περιμένω σειρά στον φούρνο. Μπροστά μου ένας κύριος. Φαλακρός, φρεσκοξυρισμένος, φορεί πουκάτω μια φόρμα ...

Αστέρω – Μέρος 5ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Εστέκετουν δίπλα που το κρεβάτιν της, ακίνητον. Το μόνον πράμαν ...

Αστέρω – Μέρος 12ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου «Εν μπορώ να σου πω τι εσυνέβηκεν. Την άλλην φοράν ...

Αστέρω – Μέρος 15ο

Η Αστέρω εξάπλωσεν νωρίς τζείνην την νύχταν. Μόλις εγύρισεν η ώρα 8, έβαλεν μόνη ...

X