Αστέρω – Μέρος 22ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου

Ούλλα με τον τζαιρόν αρχίσαν να έχουν κάποιαν εξήγησην. Όσον νόημαν μπορεί να κάμνει το να χάννεις την μάνα σου τζαι να ανακαλύφκεις ότι τελικά εκλέφτηκεν με ένα ξωτικόν που ζει σε έναν παράλληλον κόσμον. Όσον παράλογο τζαι να ακούεται, ήταν τζείνον που εσυνέβαιννεν.
Η Αστέρω λοιπόν, μετά που αρκετές νύχτες μελέτης του ημερολογίου τής μάνας της, εκατέληξεν στο να έσιει πολλές πληροφορίες σε αριθμόν, αλλά λλίες χρήσιμες στην ποιότηταν. Δηλαδή, ναι, ήξερεν πού μπορεί να είναι η μάνα της τζαι, μέσες-άκρες, εκατάλαβεν τι μπορεί να εσυνέβηκεν πριν πολλά χρόνια με το πλάσμαν του άλλου κόσμου, αλλά δεν είσιεν ιδέαν πώς να την έβρει τζαι πώς να την φέρει πίσω.

Θα εμπορούσεν να φκάλει ακόμα έναν δόντιν τζαι να το φυλάξει κάτω που το μαξιλάριν της. Θα έρκετουν ξανά το ξωτικόν; Ή, μάλλον, θα έρκετουν ξανά το ίδιον ξωτικόν; Ακόμα τζαι να τα εκατάφερνεν να έρτει το ίδιον ξωτικόν πίσω, εν εμπορούσεν να σκεφτεί κάποιον τρόπον για να το αναγκάσει να την πάρει πίσω στον κόσμον του μαζίν του για να έβρει την μάναν της.

Εσκέφτετουν το συνέχεια. Τες νύχτες, πριν την πάρει με δυσκολίαν ο ύπνος εσκαρφίζετουν σχέδια τζαι επλανάρισκε το πώς εννά φέρει την μάναν της πίσω. Ο νους της ήταν σαν έναν λαβύρινθον, που μέσα επαρπάτεν τζαι όπου έκλωννεν έβρισκεν αδιέξοδον.

Τζαι σε τούτον το βάσανον η Αστέρω ήταν μόνη της. Ο τζύρης της, απών. Σαν τον ζωντανόν νεκρόν, σπίτιν, δουλειάν, σπίτιν. Εμίλαν ελάχιστα τζαι αντιδρούσεν σε ερεθίσματα σπάνια. Γυρών που το σπίτιν τα πάντα αφεθήκαν να μαράνουν.

Τα αμπαζούρ, οι τοίσιοι, οι κουρτίνες τζαι οι καναπέδες. Εν έχουν χλωροφύλλην για να την χάσουν τζαι να αλλάξουν χρώμαν. Ούλλα, όμως, έχουν κάτι μέσα τους. Τζαι στα σπίθκια που φεύκει ο ένας τζαι μεινίσκει ο άλλος μόνος του καταλάβεις ότι τζείνος που έφυεν ερούφησεν με το φευκιόν του τζείνον το κάτι. Πε το χλωροφύλλη, πε το ό,τι να ‘ναι. Αλλά το σπίτιν της Αστέρως ήταν μαραμμένον.

Μια μιτσιά έχασεν την μάναν της. Τζαι ένας άντρας έχασε την γεναίκαν του, που το έναν λεπτόν στο άλλον. Με τον πιο περίεργον τζαι παράλογον τρόπον. Η Αστέρω ήταν σε σειρόττερην θέσην που τον παπάν της. Τι πιο μάταιο; Να ξέρεις πού έν’ η μάνα σου τζαι να μεν μπορείς να την φέρεις πίσω. Να μεν μπορείς να έβρεις τρόπον να πάεις να την έβρεις.

Όσον παραπάνω το εσκέφτετουν η Αστέρω, ένας τρόπος υπήρχεν. Ο μοναδικός άνθρωπος που εμπορούσεν να την βοηθήσει σε τούτην την ιστορίαν ήταν ο τατάς της, ο οδοντίατρος. Μπορεί να είσιεν την λύσην σε τούτον το αίνιγμαν.

You May Also Like

Μέρα 2η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπητή Ρέα, Το πρωινόν μας σήμερα ήταν στην ώραν του ...

Φτώχεια

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ξέρουμε ότι η Αφρική είναι η πιο υποανάπτυκτη τζαι φτωχή ...

Μέρα 33η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ξέρεις, κόρη μου, ο έρωτας έν’ απρόβλεπτος. ‘Εν υπάρχει κανένας ...

Μέρα 13η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπημένη μου Ρέα, Την τελευταίαν φορά που σε είδα, ήσουν ...

Το τέρτιν της Νίκης [Μέρος 7ο]

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Κοντά στο οδόφραγμα, εγκαταλελειμμένο που τον τζαιρό των φασαριών του ...

Αστέρω – Μέρος 6ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Γονατισμένη στο κρεβάτιν, εκόλλησεν το πρόσωπον της στον ώμον του ...

X