Pit stop

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης

Το καρότσι του Ηλία είναι εξόριστο στη γωνιά της παλιάς πλατείας Ελευθερίας ή ό,τι έχει μείνει από αυτήν. Φανταστείτε να δουλεύετε για χρόνια σε ένα δωμάτιο και μια μέρα να ανοίγετε την πόρτα και στο κέντρο του να στέκεται ένας πελώριος ελέφαντας. Δεν ξέρεις από πού μπήκε γιατί δεν χωράει από τις πόρτες. Ξέρεις μόνο πως αναγκαστικά θα στήσεις το γραφείο σου κοντά στον τοίχο και θα προσπαθήσεις να κάνεις τη δουλειά σου.

Τον λίγο χώρο που απομένει, στη γωνιά μεταξύ δύο καφέ και ενός εστιατορίου που μυρίζει βαριά τηγανισμένη ψαρίλα ακόμα και όταν είναι κλειστό, τον οριοθετούν τσιμεντένια διαχωριστικά και ένας ολοκαίνουργιος προσωρινός δρόμος που περνά πάνω από την παλιά πλατεία. Το καρότσι περιμένει όσους άκουσαν τα παρακάλια του δήμου και παρκάρουν πλέον εκτός της παλιάς πόλης. Αρπάζει τους περαστικούς την ώρα που επιστρέφουν από την έξοδο και χρειάζονται μια πίτσα ή ένα αυγό για να μην τους αρπάξει μετά και το αλκοτέστ.

“Πριν που καμιάν εικοσαετίαν η πλατεία Ελευθερίας εσώρωφκεν όπου τον πελλόν” λέει ένας από τους θαμώνες που βρίσκεται εκεί αρκετή ώρα. “Ήταν ένας που εγύριζεν δαμαί άλουτος τέσσερις μήνες”. Περαστικοί κάθονται και μιλάνε στα παγκάκια ή τρώνε τυρόπιτα και σιαουάρμα από το συριακό παραδίπλα και ακούνε. Ο σαραντάρης συνεχίζει και εξηγεί σε κάποιους νεαρότερους που έχουν κάνει την ίδια στάση καθ’ οδόν προς το αυτοκίνητο πώς πιο παλιά περίεργοι τύποι, που δεν ταίριαζαν στις τοπικές κοινότητές τους κοντά και μακριά από τη Λευκωσία και σήμερα ίσως θα ταίριαζαν κάπου αλλού, κατέληγαν κάποτε στο φυσικό κέντρο της ελεύθερης πόλης.

Δεν τα λέει ακριβώς έτσι βέβαια. Τα λέει περισσότερο στο πνεύμα της προηγούμενης ατάκας. Οι ασυνήθιστοι τύποι εξακολουθούν να έχουν για στάση τους το κέντρο και λίγοι μπαίνουμε στον κόπο να μάθουμε περισσότερα. Μας αρκεί μια βιαστική ματιά, κάποιο ψου ψου ψου την ώρα του καφέ και επιστροφή αμέσως μετά στα αυτοκίνητα και στη δική μας πραγματικότητά στα προάστια.

Μια μέρα, λέει ένας στην παρέα που στέκεται στο καροτσάκι, ο Ρόμπιν καθόταν εκεί στη γωνιά και έπαιζε κιθάρα και έπαιζαν παλαμάκια κάτι αστυνομικοί που περνούσαν. Και η ζωή της πλατείας συνεχίζεται και περιμένει να της δώσουμε σημασία, στη γωνιά που της άφησαν τα έργα και τα αυτοκίνητα.

 

You May Also Like

Μην λεηλατείτε την πόλη μου

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Όταν επέστρεψε από τις διακοπές του και μίλησε επιτέλους για ...

Εκτός των τειχών

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Δαμαί τζαι κάτι μέρες άρκεψα τζαι πάλε να οδηγώ, τακτικά, ...

Το πάρτι

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Μια Πρωτοχρονιά, όταν ήμουνα μικρό[τερο]ς πήρα το πρώτο μου αυτοκίνητο, ...

“Άι ρουλ Σάιπρους”

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Αυτή η φράση στον τίτλο λέγεται πως ακούστηκε από το ...

Τα πρόσωπα των προσφύγων

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Τον Μάιο του 1941, η ευκατάστατη οικογένεια ενός Κύπριου γιατρού ...

No Piss Land

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Στη Νεκρή Ζώνη δεν υπάρχει χώρος να κατουρήσεις. Τουλάχιστον όχι ...

X