Χάρηκ π σε είδ

«Μια καρφίτσα να είχα! Μια τόσο δα μικροσκοπική καρφίτσα!» σκέφτηκε βλέποντας το στομάχι της να φουσκώνει όλο και περισσότερο, ξεχειλίζοντας απ’ το παντελόνι. Και τι δε θα ‘δινε να μπορούσε να σπάσει εκείνο το τεράστιο μπαλόνι που μεγάλωνε μέσα της κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε. Το τραπεζάκι στενό, η μυρωδιά του καφέ να περιφέρεται φιδίσια γύρω από τον λαιμό της, εκείνος ακόμη απέναντί της, μια λέξη να κρέμεται απ’ τα χείλη του μισή, να μην θέλει με τίποτα ν’ ακουστεί. Ένα ώστ να λικνίζεται στο κάτω χείλος και μετά ένα ελπίζ. Μα να μην μπορεί αυτός ο άνθρωπος να πει μια κουβέντα της προκοπής; Τόσα χρόνια έκαναν να ιδωθούν! Πάντα όμως τέτοιος ήταν. Με το ζόρι τις έβγαζε τις λέξεις, απ’ το σχολείο ακόμα, έπρεπε αυτή να τις τραβήξει και να τις ξεχειλώσει, κι αυτό καμιά φορά έφερνε το αντίθετο αποτέλεσμα: απ’ το άγχος του εκείνος τις ρούφαγε σαν μακαρόνι και τις κατάπινε μια και καλή.

Η ώρα περνούσε κι οι κουβέντες έβγαιναν με το τσιγκέλι, μα η καρδιά της δεν πήγαινε απλά να σπάσει, φούσκωνε κι αυτή παρέα με το στομάχι, της τέντωνε τα φρύδια, της κοκκίνιζε το πρόσωπο μέχρι αηδίας, μόνο καπνοί έλειπαν να ρέουν απ’ τ’ αφτιά και τη μύτη της. Αν σε μια άλλη ζωή ήταν δράκος θα έβγαζε και φωτιά. Δεν άντεχε όμως άλλο να τον βλέπει τόσο αναλλοίωτο απ’ τον χρόνο, τόσο μα τόσο ατσαλάκωτο, σάμπως και δεν πέρασε στιγμή από τότε. «Είσαι ένας Θεός, ρε άτιμε!» πήγε να ψιθυρίσει, καθώς ένα δέλτα κρεμόταν σαν αγκίστρι απ’ τα κλειστά του χείλη.
Είχαν βρεθεί την προηγούμενη βδομάδα στο σουπερμάρκετ. Εκείνος της είπε φεύγοντας «Να είσ κα», κι εκείνη του φώναξε απελπισμένα «Να πάμε για καφέ αν είναι!». Και τότε το ζαρωμένο πρόσωπο και των δύο τέντωσε. Φάνηκε πως είχαν χρόνια να βρεθούν με άνθρωπο. Το κατάλαβαν και οι πωλήτριες στο ταμείο και χαμογέλασαν ελαφρώς. Το βράδυ έσφιξε τη φράση του στο στήθος της και κοιμήθηκε γλυκά, είχε να κοιμηθεί χρόνια. Όταν ξύπνησε βρήκε τις ατέλειωτές του λέξεις πολτοποιημένες πάνω στα σεντόνια της, μάλλον στριφογυρνώντας από τη χαρά της τις έλιωσε, όπως τσιγκλάει κανείς ένα κοτοπουλάκι και το σκοτώνει χωρίς να το θέλει. Δεν ήταν καθόλου προληπτική. Το θεώρησε καλό σημάδι.

Τώρα όμως έτσι όπως κάθονταν σαν αγάλματα στο μικρό καφέ, δεν ήταν και τόσο σίγουρη. Κοιτάζονταν στα μάτια δίνοντας την αίσθηση πως ερευνούσαν ο ένας τον άλλο με κάποιου είδους υπερσύγχρονο σκάνερ. Είσαι καλός στο κρεβάτι; Μπορώ να σ’ εμπιστευτώ; Θα τα βρείτε με τον γιο μου; Θα σε συμπαθήσει; Θα προσφερθείς να πληρώσεις τον λογαριασμό; Πλένεις τα πιάτα στον νεροχύτη; Είσαι εργασιομανής; Έχεις καλά γονίδια; Θα πεθάνεις πρώτος; Πόσον χρόνο έχουμε; Κι αυτή όλο φούσκωνε, είχε και χρόνια να νιώσει ανδρική ανάσα τόσο κοντά της, είχε ξεχάσει τι πάει να πει ραντεβού και γλώσσα του σώματος, κι ήθελε απλά να φωνάξει ένα τεράστιο ΒΟΗΘΕΙΑ και να πέσει στην αγκαλιά του. Από την αμηχανία της, όμως, άρχισε να του περιγράφει όλη της τη ζωή, τις μαύρες σελίδες περισσότερο, τον αποτυχημένο γάμο, την πρόσφατη απώλεια της μάνας της, και του μίλησε επίσης για μια φίλη που αρρώστησε μα δεν είχε πάει ακόμη να τη δει και πως ανησυχούσε πολύ, κι εκείνος, από ένα σημείο και μετά, δεν έβγαζε καμιά συλλαβή, μόνο την άκουγε να πλέκει τη μαύρη της σελίδα μ’ ένα βλέμμα απορίας αρχικά, ύστερα δεκτικότερο.

Και τότε συνειδητοποίησα, γράφοντας αυτή την ιστορία, πως παρασυρόμουν σε μελό καταστάσεις, και πως πολύ θα ήθελα τελικά να μου έβγαινε δολοφόνος αυτός ο χαρακτήρας, ίσως έτσι να ‘χε περισσότερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, και κοιτάζοντάς την στα μάτια καθώς εκείνη συνέχιζε να φουσκώνει, τώρα πια περισσότερο από ενθουσιασμό παρά από αγωνία, αποφάσισα να μην της στερήσω αυτή τη χαρά και του έχωσα κάμποσες λέξεις στο στόμα να της πει για να γλυκαθεί και να πιστέψει. Ένα «Πάντα σε σκεφτόμουν» ή κάποιο «Δεν σε ξέχασα ποτέ».
Εκείνος δεν μ’ άκουσε. Του βγήκε ένα στεγνό «Χάρηκ π σε είδ». Ύστερα ζήτησε τον λογαριασμό. Κι ένιωσα εγώ το άδειασμά της. Κουράγιο!, θέλησα να πω. Ξέρεις, δεν βγαίνουν χαρούμενες όλες οι ιστορίες!, έκανα να συμπληρώσω. Όμως, πράγματι, ήταν Θεός ο άτιμος: μας ξεγέλασε και τις δύο.
Μαζί με τα ρέστα έφθασε κι ένα σημείωμα. Δεν ξέρω τι έγραφε μα είδα ένα πυκνό φως να λούζει όλο της το πρόσωπο. Κι ένα μπαμ, σαν από καρφίτσα, να την ξαλαφρώνει.
+ Το διήγημα δημοσιεύθηκε επίσης στο ηλεκτρονικό περιοδικό poema.gr

You May Also Like

Η Αφρούλα σε πέλαγος βαθύ

Είχε σηκωθεί πρωί-πρωί, τάισε τα παιδιά, τα έδωσε στη μάνα της, έχω κάτι να ...

Σ’ όσους είναι στα κελιά

ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ | ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ #1 Γράφει η Στέργια Κάββαλου / εικονογραφεί ο Γιώργος Μυλωνάς ...

Σύννεφα

Γράφει η Μαρία Ιωάννου | Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου ...

Ηφαίστειο

Γράφει η Μαρία Ιωάννου / Εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή Το ότι έχει εδώ και ...

νύχτα

Τον εγκατέλειψε αιμόφυρτο στο πάτωμα κι άφησε την εξώπορτα να την καταπιεί. Άρχισε να ...

Θα μπορούσε να ήταν μια ιστορία για ένα τζάκι

Τι το ‘θελα και φταρνίστηκα!, σκέφτηκε το τζάκι, βλέποντας τα χαμογελαστά πρόσωπά τους να ...

X