Το κορίτσι που κλαίει πολύ

*Φιλοξενία 4 /Γράφει ο Λάκης Φουρουκλάς / Εικονογραφεί ο Κωνσταντίνος Χατζηδημήτρη

Κάθεται στην αυλή μιας μπιραρίας στην Τσιανγκ Μάι και κλαίει με λυγμούς – αθόρυβα όσο γίνεται, αλλά με λυγμούς. Κανένας δεν μοιάζει να καταλαβαίνει τι έπαθε στα καλά καθούμενα, τι μύγα την τσίμπησε, αλλά και κανείς δεν δείχνει να νοιάζεται στ’ αλήθεια να μάθει τι την απασχολεί. Εκεί πήγαν, μαθές, για να διασκεδάσουν, δεν θα κάτσουν τώρα να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους για μια τρελή μικρή.
Ναι, έτσι τη βλέπουν: τρελή και μικρή. Γιατί μόνο μια τέτοια θα καθόταν εκεί, δημόσια, και θα έκλαιγε δίχως λόγο και αιτία, προκαλώντας τους στην αρχή λίγη αμηχανία και μετά μυστικά γελάκια. Όλοι είναι μεθυσμένοι, από πιοτό κι όχι ζωή, όλοι είναι στιγμιαία ευτυχισμένοι, το δάκρυ δεν χωράει στις στιγμές που θαρρούν πως ζούνε.

Την αφήνουν, λοιπόν, να κλαίει. Μόνο κάποια άτομα του προσωπικού την πλησιάζουν πού και πού για να τη ρωτήσουν αν είναι καλά και να αποχωρήσουν αμέσως, μετά από ένα καταφατικό νεύμα. “Φαλάνγκ, Τινγκ Τονγκ” (η ξένη είναι τρελή) θα σκέφτονται κι αυτοί.
Αλλά δεν είναι τρελή, παρά πονεμένη. Είναι ένα από εκείνα τα εξαίρετα πλάσματα, που ξεχειλίζουν από ζωή και πνίγονται σε ευαισθησίες ανείπωτες, που έχουν πάντα το δάκρυ έτοιμο και το χαμόγελο σ’ επιφυλακή – είναι το κορίτσι που κλαίει πολύ. Μα, δεν κλαίει χωρίς αιτία, δεν γελοιοποιείται στα μάτια των άλλων δίχως αφορμή. Κλαίει επειδή έχει λόγο σοβαρό. Εκείνοι, οι άλλοι, είναι τυφλοί, άκαρδοι, δεν βλέπουν γύρω τους, δεν μπορούν να νιώσουν τις αγωνίες και την αγάπη της. Την αγάπη της για καθετί που ζει και αναπνέει, για τους ανθρώπους, τη φύση, τα ζώα. Και να, τώρα γι’ αυτά τα τελευταία κλαίει. Για τα ζώα! Για τους ελέφαντες, πιο συγκεκριμένα. Γι’ αυτούς που οι Ταϊλανδοί βγάζουν κάθε βράδυ βόλτα στους τουριστικούς δρόμους της πόλης για να τους αγοράσουν οι ξένοι φαΐ. Γι’ αυτούς, που αν τους άφηναν ελεύθερους θα ομόρφαιναν τη φύση με την παρουσία τους. Άκαρδη πολύ η αντιμετώπισή τους. γι’ αυτό δακρύζει τώρα, βάζοντάς τα με θεούς και δαίμονες, μα πιο πολύ με τους ανθρώπους.
“Τι τους έφταιξαν;” αναρωτιέται και ένα σύννεφο σκιάζει τα χαρακτηριστικά του προσώπου της. “Γιατί τους έχουν σκλάβους;” αμίλητα ρωτά και νιώθει ξάφνου μέσα της έντονη την ανάγκη να κτυπήσει κάποιον. Να χτυπήσει; Κάποιον; Μα, αυτό δεν θα το έκανε ποτέ. Απλά να, ο θυμός της είναι τόσο μεγάλος που πρέπει κάπως να ξεσπάσει. Γι’ αυτό πίνει και δακρύζει, βλασφημώντας για την ασκήμια αυτού του κόσμου.

Εκείνος κάθεται σε μια γωνιά του μπαρ και την παρατηρεί με την άκρη του ματιού του, όχι και πολύ διακριτικά. “Τι παράξενο κορίτσι. Τι εξαιρετική γυναίκα!” σκέφτεται, και το μέσα του χαμογελά και λυπάται για τον πόνο της. Δεν τη γνωρίζει, μα την ξέρει καλά, την αναγνωρίζει. Είναι βγαλμένη, λες, μέσα από τις αναμνήσεις του. Θα μείνει εκεί ακίνητος, για λίγο ακόμη να την παρατηρεί, να διαβάζει τα ανείπωτά της μυστικά, να την αφήνει μόνη ν’ αδειάζει σταγόνα-σταγόνα το ποτήρι της πίκρας της.
Η ώρα αργόσυρτα περνά, κόσμος πάει κι έρχεται, κι οι δυο τους γίνονται όλο και πιο πολύ αόρατοι, ενσωματώνονται στο σκηνικό και όσοι τους κοιτούν πια δεν τους βλέπουν.
Πριν αυτός σηκωθεί απ’ το μπαρ παραγγέλνει μια μπίρα ακόμη κι ένα Μάι Τάι για κείνην, πληρώνει και κάθεται δίπλα της.

Εκείνη σηκώνει ένα ζευγάρι μεγάλα και φωτεινά, υγρά ακόμη, μάτια και τον κοιτά με απορία. “Mai Thai;” της προτείνει.
“I’m not a Thai!” του απαντά εκείνη.
“Πάντα έτσι ήταν εδώ”.
“Πάντα έτσι ήταν τι;”.
“Με τους ελέφαντες”.
“Μα… κατάλαβες;”.
“Κατάλαβα. Είδα πόσο σκοτείνιασε το βλέμμα σου μόλις αντίκρισες το θέαμα της αιχμαλωσίας τους”.
“Εσένα δεν σ’ ενοχλεί αυτό;”
“Λιγότερο απ’ ό,τι παλιά. Συνήθισα. Δεν είμαι περήφανος γι’ αυτό, αλλά συνήθισα”.
“Εγώ δεν θα το συνηθίσω ποτέ!”.
“Το καταλαβαίνω. Αλλά να, τα λουλούδια στον κόσμο αυτό είναι πολύ λιγότερα απ’ τα αγκάθια, η ομορφιά λειψή μπροστά στην ασκήμια. Δυστυχώς πρέπει να μάθει κανείς να βλέπει τον κόσμο όπως ακριβώς είναι για να μπορέσει να επιβιώσει”.
“Κι εγώ, λες, δεν θα τα καταφέρω;”.
“Δεν το είπα έτσι, αλλά ναι, αυτό εννοώ. Η καλοσύνη δεν είναι πάντα το καλύτερο εφόδιο στον αγώνα για επιβίωση”.
“Μα, δεν είμαι και τόσο καλή…”.
“Αυτά λένε τα χείλη σου, μα διαφορετικά φωνάζουν τα μάτια”.
Μένουν για λίγο αμίλητοι, παρατηρώντας τους ανθρώπους και το γύρω τους κενό, πίνοντας γουλιά-γουλιά τα ποτά τους, κι αναλύοντας τους ήχους της μεταξύ τους σιωπής.
“Είμαι η Μάργκο”, του συστήνεται.
“Είσαι η Μάργκο…”. Η φωνή του μοιάζει να σβήνει σαν ανάμνηση στα μονοπάτια του χρόνου, ενώ το βλέμμα του τη χαϊδεύει με το φως μιας απόκοσμης γαλήνης. Τα δικά της μάτια τώρα κολυμπούν στην αλμύρα μιας θάλασσας μελλοντικής και άγνωστης.
Τον κοιτά και σιωπά. Την κοιτά κι ελπίζει.

You May Also Like

Φοινικιές

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου – ioannou.mari@gmail.com / Εικονογράφηση Μαρίνα Γεραλή Ως η μόνη ...

Ο αστροναύτης

Είχε μαζευτεί κόσμος πολύς από κάτω. Τόσο κόσμο δεν είχα ξαναδεί στην περιοχή. Μια ...

Πάρτι

γράφει η Μαρία Α. Ιωάννου, ioannou.mari@gmail.com / εικονογραφεί η Μαρίνα Γεραλή, marinayerali@gmail.com Ξεφλουδισμένα κτήρια ...

ΣΗΜΕΙΟ ΣΤΙΞΗΣ / ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ: 3 bonsai

Γράφει ο Γιώργος Χαριτωνίδης / Εικονογραφεί η Μαρία Τριλλίδου 1. Πρώτη φορά θα έπαιρνα ...

στο τηγάνι

“Δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στο να πληρώνεις μια ιερόδουλη για να σου εκπληρώσει ...

Η επομένη μέρα

Είναι ένα από τα θέματα που όλοι θα ήθελαν να μην περάσει ποτέ από ...

X