Καφές και μνημόσυνο

Κυριακή απόγευμα. Οι πενηντάρηδες στο καφέ στον Στρόβολο είχαν πιάσει ένα θέμα συζήτησης που ηχούσε παράταιρο μέσα στη μοντέρνα διακόσμηση, τον κρυφό φωτισμό, τη γραμμένη για να την αγνοείς lounge μουσική. Στη μια άκρη του τεράστιου εσωτερικού χώρου 20άρηδες φοιτητές είχαν ανοιχτές μπροστά τους τις σημειώσεις τους και διαφωνούσαν με ένταση για κάτι, στην άλλη τέσσερις 30άρηδες συγκεντρώθηκαν για να παίξουν ένα επιτραπέζιο που δεν είχα ξαναδεί και στη γωνιά μια ταλαιπωρημένη yuppie μάνα προσπαθούσε να βοηθήσει τον 8χρονο γιο της να ασχοληθεί με τα μαθήματά του.

Η πιο ώριμη παρέα όμως είχε περάσει σε μια άλλη συζήτηση. Για κάποιο λόγο συζητούσε τις πιο διαδικαστικές λεπτομέρειες της διοργάνωσης ενός μνημόσυνου. Από την κατάλληλη εκκλησία μέχρι τη χρέωση και το πόσα άτομα μπορεί να συμπεριλάβει κάποιος με ένα συγκεκριμένο ποσό. Η κουβέντα μετεξελίχθηκε σε μια συζήτηση για μικροπολιτική στρατηγική σε κάποιο προσφυγικό σύλλογο και σύντομα πέρασε στην ευρύτερη πολιτική και στο πόσο καλός είναι ο γενικός εισαγγελέας στη δουλειά του.

Κάτι πάει στραβά με τα κυπριακά καφέ που δεν είναι στο κέντρο. Αντί για χαλάρωση και τη δυνατότητα να απομονωθείς με ένα βιβλίο ή μια εφημερίδα, καταλήγεις κάπως να νιώθεις πως είσαι στο κέντρο της προσοχής. Γίνεσαι κοινωνός των συζητήσεων γύρω σου. Είναι λιγότερο η αίσθηση τού να κάθεσαι σε ένα τραπεζάκι στην πλατεία και περισσότερο η αίσθηση ότι είσαι στο ΚΨΜ του στρατοπέδου. Όλοι σε έναν εσωτερικό χώρο ο οποίος λειτουργεί ως δημόσιος, τη στιγμή που είναι ιδιωτικός.
Εκτός της παλιάς πόλης, η όλη κουβέντα για τον δημόσιο χώρο είναι λίγο αστεία. Δεν υπάρχουν πλατείες για να υπάρξει συζήτηση. Και δεν υπάρχει το περιθώριο για καφέ έξω από τη μάντρα που βάζουν οι ιδιοκτήτες σε μια βεράντα που μετατρέπεται σε εξωτερικό χώρο.

Ίσως βέβαια αυτό να μην είναι κακό. Δεν χρειάζεται ντε και καλά άλλωστε να εφαρμόσουμε την κουλτούρα της ιταλικής πλατείας, ούτε καν της ελληνικής. Άλλωστε στο κυπριακό πλαίσιο η κοινωνική συνεύρεση γίνεται στον καφενέ, σε έναν εσωτερικό ιδιωτικό χώρο. Τα σπίτια μας συνήθως είχαν μια εσωτερική αυλή, ενώ ακόμα και τα απογεύματα στη βεράντα λαμβάνουν χώρα πίσω από μια περίφραξη.

Το καλό σε όλη αυτή την κατάσταση, που προκύπτει αβίαστα, είναι ότι καμιά γενιά δεν έχει σνομπάρει τον καφέ εκτός. Γι’ αυτό στις παρέες του καφέ της Κυριακής θα ακούσετε και για τα μνημόσυνα του πρωινού.

You May Also Like

Μαζί τούς φάγαμε

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Ένας τρόπος υπάρχει να προσπεράσουμε τις μικροπολιτικές διαιρέσεις που ανησυχούμε ...

Ναι στο “ναι”, ναι στο “όχι”

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Το ποίημα του Καβάφη “Che fece… il gran rifiuto”, από ...

Γλώσσες

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Στην Κωνσταντινούπολη άνοιξε πρόσφατα ένας εκδοτικός οίκος με το όνομα ...

Τα περάσματα

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Το ομολογώ, μόλις που επέρασα ξυστά που τα [δύο, τρία; ...

Αγάλματα

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Στο πλαίσιο ενός ρεπορτάζ, πριν από μερικούς μήνες, βρέθηκα με ...

Μισοτελειωμένη πόλη

Γράφει ο Γιώργος Κακούρης Το δημαρχείο αποφάσισε [αφού ο μέσος κάτοικος της Λευκωσίας το ...

X