Όνειρα κι απόψεις

Χτες  βράδυ ονειρεύτηκα τη μάνα μου…» έλεγε η δική μου μάνα όποτε ονειρευόταν τη γιαγιά μου, κι ανάλογα με τη ένταση του ονείρου συνέχιζε, άλλοτε μισοαστεία άλλοτε μισοσοβαρά, «…ελπίζω να μην ήρθε να με πάρει». Ακούγοντάς την γέλαγα, είτε γιατί δεν πίστευα στις δεισιδαιμονίες και τα όνειρα, είτε γεμάτος αμηχανία, μιας και βαθιά μέσα μου ξόρκιζα το κακό.

Μετά το φευγιό της, για ενάμιση χρόνο περίπου δεν την ονειρεύτηκα. Σ’ όλο αυτό το διάστημα υπέφερα κρυφά, χωρίς να ομολογώ τον πόνο μου. Και τι να πεις άλλωστε; Η θλίψη του θανάτου είναι απερίγραπτη, κι αν επιχειρήσεις να την εξομολογηθείς, οι παρηγοριές είναι τόσο κοινότοπες, που αντί να κατευνάσουν τη λύπη, μάλλον εντείνουν την έλλειψη.

Την είδα στον ύπνο μου μετά από ενάμιση χρόνο. Βγήκα στην εξώπορτα του σπιτιού κι εκείνη στεκόταν στην άκρη του κήπου ανάμεσα στις δυο γερμανικές -έτσι τις έλεγε- τριανταφυλλιές που είχε φυτέψει πριν χρόνια. Φορούσε άσπρο νυχτικό με διάσπαρτα λεπτοκαμωμένα λουλουδάκια. Ανεμώνες ίσως. «Μάνα, τι κάνεις εκεί… έλα μέσα, θα κρυώσεις», της είπα. «Μην με κρατάς άλλο κοντά σου αγοράκι μου», απάντησε, «άσε με να φύγω». Την άφησα ή τη διευκόλυνα, δεν ξέρω… Ίσως επί της ουσίας να είναι το ίδιο. Κι έφυγε. Η μία από  τις τριανταφυλλιές της εξακολουθεί να ανθίζει, η άλλη μαράθηκε λίγες μέρες μετά το όνειρο.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, την ονειρευόμουν σε διαστήματα ακατάστατα με μία πρώτη σκέψη, αλλά με μία δεύτερη, θα τα έλεγα καθορισμένα• δεν είναι η ιδέα μου: ερχόταν πάντα την παραμονή ενός σημαντικού γεγονότος, καθησυχάζοντάς με. Συνήθως ήταν την παραμονή μίας δύσκολης Κατάκρυψης, όταν έπρεπε να σκάψω παράνομα σε τόπο όπου μπορούσε να με συλλάβουν και να βρεθώ στη φυλακή. Μου είχε γίνει συνήθεια να την περιμένω, κι όποτε ερχόταν, ήμουν σίγουρος ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Ακόμη και σήμερα, αν κι έχουν αραιώσει κάπως αυτές οι επισκέψεις, αισθάνομαι το ίδιο.

Τελευταία φορά την ονειρεύτηκα προχθές, παραμονή της ημερίδας με τίτλο «Η Περφόρμανς σήμερα», στην οποία ήμουν ομιλητής και, δεν το κρύβω, είχα μία ανησυχία για το αποτέλεσμα.

Τον πατέρα μου τον βλέπω σπάνια, χωρίς να τον έχω συνδέσει με κάτι συγκεκριμένο.

Έτσι, αν και η ώρα είναι τέσσερις το πρωί, σηκώθηκα να καταγράψω ένα όνειρο που μόλις πριν λίγο είχα μαζί του. Η πρώτη σκέψη ανοίγοντας τα μάτια μου ήταν «ελπίζω να μην ήρθε να με πάρει», και μετά γέλασα. Γέλασα με την επανάληψη της ιστορίας, τη σκυταλοδρομία των κυττάρων, την επιμονή τους να υπάρξουν παρά την αλλαγή των προσώπων.

Δεν θυμάμαι τι είχε προηγηθεί, όμως βρισκόμασταν σ’ ένα μάλλον παράξενο τοπίο, σκληρό σαν της Μάνης, με αραιή σκουροπράσινη βλάστηση. Ο πατέρας είχε απομακρυνθεί προς τα δεξιά, εγώ θα έφευγα προς τ’ αριστερά, σήκωσα το χέρι να τον αποχαιρετήσω, του φώναξα ότι φεύγω -μου έκανε εντύπωση το ότι δεν μου είχε πει γεια-  κι αντί να απαντήσει, έκανε νόημα από μακριά να τον ακολουθήσω. Άλλαξα πορεία, πήγα προς το μέρος του, όμως εκείνος έτρεχε… έτρεχε… προς μεγάλη μου έκπληξη, ο πατέρας μου έτρεχε. Πιστεύω ότι στη ζωή του δεν έτρεξε ποτέ. Ίσως το έκανε μικρός, στην Κωνσταντινούπολη, αν και πολύ αμφιβάλλω, όμως, όσο εγώ τον θυμάμαι δεν είχε τρέξει ποτέ, διότι δεν ήταν δυνατόν να τρέξει στον χώρο ενός  ζαχαροπλαστείου, εκεί όπου πέρασε σχεδόν όλη του τη ζωή δουλεύοντας. Είχε γερά πόδια ο πατέρας μου. Στεκόταν όρθιος πάνω από δεκαοχτώ ώρες την ημέρα, ίσως και είκοσι. Μπορούσε να ελίσσεται με μαεστρία από το εργαστήριο στις βιτρίνες, από τους πελάτες στο ταμείο, χωρίς να τρέχει όπως τον ονειρεύτηκα να κάνει. Έτρεξα λοιπόν πίσω του, μα στην αρχή ήταν αδύνατο να τον φτάσω. Πείσμωσα, έβαλα τα δυνατά μου και λίγο πριν το τέλος της διαδρομής τον προσπέρασα χωρίς να πω λέξη. Σταμάτησα λαχανιασμένος μπροστά σε ένα καφενείο όπου μας περίμεναν κάποιοι φίλοι του. Τους είπα με καμάρι ότι ο πατέρας μου έτρεχε σαν τον άνεμο και, πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη φράση, ξύπνησα, με τη σκέψη ότι ο πατέρας μου έτρεχε μ’ έναν απολύτως δικό του τρόπο, συνυπάρχοντας αρμονικά με αυτό που οι άλλοι ονομάζουν μοναξιά, αδιάφορος προς τις κατά συνθήκην κοινωνικές συναναστροφές.

Τρέχω… κινούμαι προς τα εμπρός γρήγορα κι ανάλαφρα χωρίς να πατάω βαριά στο έδαφος… τρέχω, συντρέχω, προστρέχω, προτρέχω, κατατρέχω, και τέλος ανατρέχω. Ανατρέχω ήρεμα πια, στον επίλογο της χθεσινής ομιλίας μου, σχετικά με την περφόρμανς.

Η Περφόρμανς γεννήθηκε από την ανάγκη των ποιητών (των εικαστικών καλλιτεχνών) να εκφραστούν αντισυμβατικά. Ήταν μια δυναμική απάντηση κόντρα στο νωθρό, το μπανάλ, το ακαδημαϊκό. Θυμηθείτε πόσο επιθετικά έγραφαν και δρούσαν στις αρχές του περασμένου αιώνα οι Φουτουριστές, οι Ντανταϊστές, ακόμη και οι Σουρεαλιστές.

Σήμερα, αυτό που -κατά κανόνα- συναντάω γύρω μου με κάνει να χαμογελάω ειρωνικά. Από τα εγκαίνια ενός μαγαζιού μόδας έως τα φεστιβάλ και τα μουσεία, όλοι κάνουν περφόρμανς. Κινήσεις (όχι δράσεις), φόρμες επαναλαμβανόμενες, επιτηδευμένες, άδειες• φόρμες τετριμμένες.

Ίσως κάποιος πει, «έτσι εκφράζονται οι νέοι σήμερα, αυτή είναι η εποχή τους, εσύ είσαι που αδυνατείς να το καταλάβεις». Κι εγώ θα απαντήσω: βλακείες. Έτσι εκφράζονται οι γερασμένοι, που έχοντας χάσει τη φρεσκάδα, την αγάπη για τη ζωή και την  τέχνη, οχυρώνονται πίσω από τη σιγουριά του γνωστού. Έτσι εκφράζονται, οι δήθεν, οι ουραγοί, οι μαϊμούδες. Οι νέοι αναζητούν τρόπους ανατρεπτικούς, τρόπους που δεν ωραιοποιούν το κλάμα, δεν καλύπτουν αισθητικά -τις πιο πολλές φορές με μια αισθητική γλοιώδη-  το ανθρώπινο δράμα.

Ακολουθώντας μια γνωστή και κορεσμένη συνταγή, ο «σύγχρονος περφόρμερ» -κατά κανόνα όπως προανέφερα-  μας δείχνει ωραιοποιημένα το γυμνό του κορμί, σε στάση τσίρκου ή δήθεν φρίκης. Μια «φρίκη» έτοιμη προς πώληση.

Αυτά πιστεύω κι αυτά λέω. Σαν σε όνειρο.

Φωτογραφία: 1975. Περφόρμανς του  Ben d’ Armagnac . Ο Ben d’ Armagnac γεννήθηκε το 1940 στο Βέλγιο και πέθανε το 1978 στο Άμστερνταμ. Θεωρώ ότι είναι ένας από τους πιο σημαντικούς καλλιτέχνες της περφόρμανς

 

You May Also Like

Εικόνες από μια έκθεση

Στη Μίριαμ Λυσιώτη Στην καρδιά της νύχτας το όνειρο, υπαγορεύει αυτό που θα φτιάξουν ...

Συνάντηση με τον Μανόλη Κορρέ |Μέρος Β’

Ανατρέχοντας στα σχέδια της μελέτης του Ορλάνδου, θυμάμαι ότι από κίονα σε κίονα οι ...

Ελεγεία για μια χαμένη πρωτεύουσα

Σε διάλεξή του στη σχολή αρχιτεκτονικής της Ρώμης το 1969, ο Bruno Zevi* κριτικάροντας ...

Συνάντηση με τον Μανόλη Κορρέ |Μέρος A’

Μια συζήτηση με τον αρχιτέκτονα, καθηγητή Μανόλη Κορρέ είναι αναπόφευκτο είναι αναπόφευκτο να περιστραφεί ...

Καλή Χρονιά στον πολιτισμό

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Ένα κομμάτι βασιλόπιτα στον πολιτισμό της Κύπρου για την απόκτηση ...

Περί χαράς, περί ματαιότητας, περί ανωνυμίας

Γράφει ο Δημήτρης Αλειθινός Βρέθηκα πριν μερικές ημέρες στο Αϊβαλί, με σκοπό να πραγματοποιήσω ...

X