ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ | Οι Αψέκαστοι

«Το εμβόλιο έρχεται για να μας προστατέψει από τον νέο κορωνοϊό. Η πανδημία όμως κάποια στιγμή θα περάσει. Τι εμβόλια χρειάζονται για τις κοινωνικές, ιδεολογικές, πνευματικές ασθένειες που επωάζονται στο νησί μας;» Στην ειδική έκδοση της Πρωτοχρονιάς, το «Παράθυρο» ζητά από ανθρώπους του πολιτισμού και ακαδημαϊκούς να δώσουν τη δική τους ερμηνεία  

Οι καφενέδες ήταν για μένα χώρος Άλλος. Θυμάμαι να με κρατά από το χέρι η γιαγιά μου, να με εγκολπώνει στη δική της θρησκευτική, ταπεινή στάση σκυφτής πλάτης, μαζεμένων χεριών και χαμηλοβλεπούσας κεφαλής που απεκδυόταν το βλέμμα, και να ανεβαίνουμε τα σκαλιά δίπλα από τον καφενέ που τότε ήταν ο Καφενές του Κόνικκου. Πάνω ήταν το δωμάτιο της κυρίας Νίτσας, της ιατρικής επισκέπτριας που μας έβαζε τα μπόλια. Ήταν η ίδια που μου τρύπησε τ’ αφτιά με βελόνι. Πόνεσα αλλά το κλάμα δεν ήταν στα όρια της αντιληπτικότητας του δυνατού για μένα όπως οι παιδικοί εμβολιασμοί δεν ήταν στα όρια της σφαίρας επιλογής για τους γονιούς μου ή για άλλους γονιούς εμάς που ήμαστε μικρά παιδιά αρχές της δεκαετίας του εβδομήντα. Θυμάμαι να στεκόμαστε σειρά σαν στρατιωτάκια όταν ερχόταν στο σχολείο το βαν και να στηνόμαστε σειρά, κάποτε ανεβάζοντας το μανίκι πάνω από το μπράτσο, κάποτε ανοίγοντας το στόμα να καταπιούμε μια πικρή αμπούλα, κάποτε απογυμνωμένοι ακόμη κι από το δικαίωμα στην ντροπαλότητα όταν μας κατέβαζαν το παντελόνι ή μας ανέβαζαν τη φούστα για να μας μπήξουν τη σύριγγα στο κωλομέρι. Κάποτε με βάλανε μέσα στο βαν και με κάθισαν στην οδοντιατρική καρέκλα για να μου βγάλουν απροειδοποίητα και πρόωρα τα δυο μου άνω μπροστινά δόντια. Όχι επειδή κουνιόντουσαν, όχι επειδή ήταν η κατάλληλη ώρα να αφαιρεθούν, αλλά επειδή ήρθαν να βγάλουν δόντια. Ήρθε η Σχολιατρική Υπηρεσία. Φύτρωσαν τεράστια και ανοιχτά σαν παραθύρι τα νέα μου δόντια, που με συνοδεύουν ακόμη σαν υπογραφή Μπαγκς Μπάνι και κατάλοιπο μιας ερασιτεχνικής κατοπινής ορθοδοντικής παρέμβασης, σαν να ήθελαν αντιδραστικά και αναχρονιστικά να είναι πιο δυνατά, να είναι έτοιμα να αμυνθούν την επόμενη φορά, γιατί μάθανε πόσο αυθαίρετη και δυνατή μπορεί να είναι η ιατρική δοντάγρα όταν σε βρει απροετοίμαστη. Την παμπούλα που βλάστησε μετά το εμβόλιο ευλογιάς που μου σκάλισε η κυρία Νίτσα σχεδόν την ανέχτηκα παρά το τσούξιμο, και το κακκάδι που φύτρωσε μετά σχεδόν το λυπήθηκα όταν ξεράθηκε κι έπεσε από πάνω μου σαν φλοιός δέντρου που μεγαλώνει. Εβδομήντα χρόνια νωρίτερα η ουλή που άφησε το εμβόλιο ευλογιάς θα ήταν το πάσο μου για έναν από τους πολλούς βιοπολιτικούς ελέγχους απ’ όπου θα περνούσα στο Έλις Άιλαντ της Νέας Υόρκης αν ήμουν μετανάστρια και αν περίμενα με λαχτάρα να περάσω από το ξεδιάλεγμα των Μεταναστευτικών Αρχών που θα μου χάριζε την υπόσχεση για μια νέα πατρίδα και μια νέα ζωή.

Η ουλή που μου άφησε το εμβόλιο ευλογιάς ήταν δική μου. Δεν ένιωσα σαν ζώο που το στήνουν σειρά σε κτηνοτροφική μονάδα για να χαράξει το καυτό σίδερο το σημάδι του branding. Ούτοι οι γονείς μου ή άλλοι γονείς της εποχής εκείνης ένιωσαν ποτέ ότι οι εμβολιασμοί των παιδιών τους ήταν εισβολή του κυρίαρχου στο σώμα τους. Οι εμβολιασμοί ήταν σαν τα Ανθεστήρια που γινόντουσαν στη μικρή μας πόλη τον Μάη, όπως οι ψεκασμοί των νερών στα χωριά μας με DDT, όπως η πρώτη μέρα στο σχολείο, όπως η αποφοίτηση, όπως τα ξύλινα παγκάκια στο παλιό νοσοκομείο Πάφου όπου περιμέναμε υπομονετικά από το πρωί μέχρι το μεσημέρι να εξεταστούμε από τον γιατρό, όπως τα ξεπλυμένα μπουκάλια κόκα κόλας που αγοράζαμε από τον καφετζιή του παλιού νοσοκομείου πέντε γρόσια για να μας βάλουν στο φαρμακείο σιρόπι για τον βήχα και φλαβίνη για τις πληγές. Χωρίς ετικέτες, χωρίς φυλλάδιο ενημέρωσης για παρενέργειες, χωρίς περιγραφή συστατικών. Δεν υπήρχε αμφισβήτηση, δεν υπήρχε καν ερώτηση, διότι ζούσαμε κι εμείς και οι γονιοί μας την έλευση μιας νέας εποχής. Γεννιόταν η νέα Κύπρος. Ο καθένας είχε το σπίτι του, τη δουλειά του, το αμπέλι του, τις έξι κατσίκες του, κάποιος το τράκτορ του, κάποιος το φορτηγό του, όλοι τον τόπο τους, ο καθένας χρονικότητα και θέση στην ιστορία. Ο καθένας είχε σκοπό και μέσα να αγωνιστεί για τον σκοπό. Κυρίως, ο καθένας ένιωθε ότι είχε μέλλον.

Πολλοί άνθρωποι σήμερα στην Κύπρο όχι μόνο δεν πιστεύουν ότι έχουν μέλλον αλλά πιστεύουν ότι τους το έχουν κλέψει. Μπορεί και να έχει γίνει αυτό. Πολλοί άνθρωποι στην Κύπρο σήμερα ζουν σε καθεστώς χρεοκρατίας. Όχι απλά επειδή χρωστούν αλλά επειδή σαν να η ζωή τους να είναι υποθηκευμένη. Το χειρότερο είναι ότι η κυβέρνηση κρατά τις υποθήκες των ζωών τους κυριολεκτικά, και επιδεικτικά ανεμίζει μπροστά τους το χαρτί της υποθήκης. Αυτό είναι πολιτικό θράσος της διακυβερνητικής εξουσίας. Είναι πολιτική τρομοκρατία εκλελεγμένοι φορείς πολιτικής, όπως βουλευτές και διορισμένα στελέχη της εκτελεστικής εξουσίας, όπως υπουργοί να απειλούν τον κόσμο ότι δεν θα κτιστούν σχολεία και δεν θα λειτουργήσουν νοσοκομειακές κλινικές διότι η Βουλή δεν ενέκρινε τον προϋπολογισμό. Είναι τρομοκρατία διότι κτίζει στην ευαλωτότητα της ζωής για να καταστείλει τον πολιτικό έλεγχο και την κριτική από τους πολίτες. Είναι τρομοκρατία διότι η κυβέρνηση έχει αναιρέσει μονόπλευρα το κοινωνικό συμβόλαιο, τη βάση της δημοκρατικής διακυβέρνησης, απαγορεύοντας αδιαπραγμάτευτες ελευθερίες των οποίων η άσκηση τρέφει την ιδιότητα του πολίτη. Δεν απορρέουν απλώς από την ιδιότητα του πολίτη οι πολιτικές ελευθερίες· η ιδιότητα του πολίτη προϋποθέτει την άσκησή τους. Είναι τρομοκρατία διότι η κυριαρχική εξουσία κατοχυρώνεται πίσω από έναν στιβαρό τοίχο αδιαφάνειας και άρνησης λογοδοσιμότητας. Ποια είναι τα εμβόλια που θα χορηγηθούν; Είναι όλα τα ίδια; Έχουν όλα αναπτυχθεί ακολουθώντας πιστά και αυστηρά όλες τις διαδικασίες κλινικών μελετών; Γιατί δεν συζητείται στην Κύπρο ότι κάποια εμβόλια δεν έχουν συμπεριλάβει στις πειραματικές ομάδες παιδιά κάτω των 18, ή κάτω των 16, ή άτομα άνω των 55; Γιατί στην Κύπρο μιλάμε για την Ευρωπαϊκή Ένωση σαν να είναι η κυρία Νίτσα όταν ξέρουμε ότι η μεγαλύτερη συμφωνία προαγοράς εμβολίων (405 εκατομμύρια δόσεις) έγινε με εταιρεία της οποίας το εμβόλιο μόλις τώρα θα μπει στην τρίτη φάση δοκιμών, της οποίας ο CEO ομολογούσε πριν εφτά μέρες ότι η συγκεκριμένη βιοτεχνολογική εταιρεία «έκοψε λλίον πίσω» («a bit behind») αλλά το εμβόλιό τους θα ’ναι το καλύτερο διότι… δεν θα χρειάζεται ψύξη και θα ταξιδεύει εύκολα στις χώρες των ιθαγενών, της οποίας η μετοχή έχει μπει στη λίστα «do not buy»; Γιατί τέσσερις ηλικιωμένοι πέθαναν από Covid μέσα στα γηροκομεία χωρίς να μεταφερθούν σε νοσοκομεία για φροντίδα; Γιατί δεν συζητούμε στην Κύπρο δημόσια πόσα είναι τα ευρωπαϊκά κονδύλια στήριξης της οικονομίας, πώς γίνεται η διαχείρισή τους από την κυβέρνησή μας, πόση λογοδοσιμότητα, διαφάνεια και κοινωνική δικαιοσύνη υπάρχει στην κατανομή και τη χρήση τους; Γιατί Κύπριοι ευρωβουλευτές εκφωνούν πύρινους λόγους στο Ευρωκοινοβούλιο ζητώντας «ευέλικτους» τρόπους διεκδίκησης και αξιοποίησης των κονδυλίων για να μην αδικείται η «μικρή Κύπρος»; Πόση ευελιξία δικαιούται να έχει η κυβέρνηση της «μικρής Κύπρου μας» προτού η ευελιξία γίνει απολυταρχισμός, πόσο ρευστή μπορεί να είναι η έννοια του δημόσιου συμφέροντος όταν αυτοί που το ορίζουν είναι οι ίδιοι που καταπατούν τις αρχές χρηστής διοίκησης και διαφάνειας; Πολύς κόσμος δεν εμπιστεύεται πια την κυβέρνηση και η κυβέρνηση δεν δικαιούται να ζητά εμπιστοσύνη όταν κατ’ ακρίβεια εκείνο που θέλει από τον κόσμο είναι η πίστη. Η πίστη δεν είναι πολιτικής αλλά θεοκρατικής ιδιότητας στάση και αίσθημα. Όταν σου παίρνουν τα πάντα, όταν απαλλοτριώνονται τα πολιτικά σου δικαιώματα, το μόνο που σου μένει ως τόπος άσκησης του «μου», του δικού μου, αυτού από το οποίο δεν θα με αποξενώσεις, είναι το «μου» στο «σώμα μου», είναι το σώμα σου.

Απαγορευτικός χώρος ήταν για μένα μεγαλώνοντας οι καφενέδες. Αντρικός χώρος. Ακόμη κι αν κάποια φορά μ’ έστελνε η μάνα μου να ειδοποιήσω τον πατέρα μου να έρθει σπίτι, δίσταζα να μπω στον καφενέ. Όπως εκείνη τη φορά που η αδελφή μου έπαθε βραδιάτικα εγκαύματα πρώτου βαθμού όταν έριξε έναν τενεκέ με νερό που έβραζε στο τζάκι για την πουγιόττα στο πόδι της. Μαζί με την κάλτσα της που τράβηξε να της βγάλει η μάνα μου, ήταν η πρώτη της πανικόβλητη αντίδραση, ξεκόλλησε και το δέρμα σαν σελοτέιπ αφήνοντας έκθετη γυμνή κόκκινη σάρκα όπως δεν είχα ξαναδεί. Τρέξε να φωνάξεις του παπά σου, μου ’πε. Η κραυγή απόγνωσης της μάνας μου και το κλάμα του μωρού μας έπαιζε στα αφτιά μου όταν έφτασα στον καφενέ, κι όμως στάθηκα έξω από τον καφενέ, περιμένοντας κάποιον που θα ’μπαινε μέσα να του πω ευγενικά, μπορείτε να φωνάξετε του παπά μου να έρθει να του πω κάτι; Κι ενώ η λιωμένη σάρκα της αδελφής μου δεν νομιμοποιούσε στα μάτια του παιδικού μου εαυτού την είσοδό μου υπό την αιγίδα του κατεπείγοντος στον πολιτικό χώρο, διότι πολιτικό φέουδο είναι ο καφενές, υπήρξαν σιγά σιγά και σταθερά άλλες δραστηριότητες ζωής μέσω των οποίων έμαθα να απολαμβάνω το δικαίωμα της δημόσιας, σχεδόν επιδεικτικής, έκθεσης στον καφενέ.

Όταν μεγάλωσα κι έγινα δέκα, με έστελνε η μάνα μου να αγοράσω πουλλί από τη θκεια μου την Αννού. Το σπίτι τους ήταν πέρα από τους καφενέδες… Έπαιρνε ένα κοτόπουλο –κάποτε εκείνη, κάποτε ο θκειος μου ο Κλεάνθης ο Πουλλαόφωνος– του έδεναν τα πόδια με ένα λουρί, και ξέροντας και οι δυο τους το χούι μου, αντί να μου το δώσουν να το κρατώ από τα πόδια να κρέμεται και να ταλαιπωρείται, το βάζανε με προσοχή να κάθεται σε μια στιβαρή τσάντα νάιλον και στο πλευρό άνοιγαν ένα παραθυράκι να βγάζει έξω το κοτόπουλο το κεφάλι του να μπορεί να βλέπει και να μην φοβάται. Κρατώντας την τσάντα με το κοτόπουλο περνούσα ξανά από τους καφενέδες, καθόλου βιαστικά, επιδειξιομανής παρά ντροπαλή, κοντοστεκόμουν, κάποτε καθόμουνα στα σκαλιά έξω από το Συνεργατικό του Κλείτου, και χάζευα απέναντι τον καφενέ και τους συνδαιτημόνες. Άφηνα το κοτόπουλο να βλέπει περίεργα, να βλέπεται απορηματικά ή και σκωπτικά. Το κεφάλι του με το θεσπέσιο λειρί κοίταζε με περιέργεια από την άκρη ενός λικνιζόμενου πουπουλένιου λευκού λαιμού. Ήταν η πρώτη μου πολιτική παράσταση απέναντι κι έναντι στους καφενέδες: Προσέχω το. Εν θέλω να υποφέρει. Θωρώ σας.

Τα ερωτήματα είναι πολλά αλλά οι Αψέκαστοι δεν έχουν κανένα. Θεωρούν ότι η ποιμαντορική εξουσία στην οποία έχει εξελιχθεί η πολιτική διακυβέρνηση είναι σωστή διότι είναι για το καλό μας. Ποιο καλό «μας»; Μόνο οι προνομιούχοι ειρωνεύονται αυτούς που διεκδικούν. Μόνο όσοι απολαμβάνουν τα προνόμια της λευκότητας θα ειρωνευτούν το black lives matter λέγοντας, «και το λευκό έν’ χρώμα, all lives matter». Μόνο όσοι απολαμβάνουν τα προνόμια της πατριαρχίας, άντρες ή γυναίκες, θα πουν «το φύλο κάνει διαφορά για όλους». Μόνο όσοι απολαμβάνουν τα προνόμια της μόνιμης δουλειάς με καλό μισθό και δέκατο τρίτο θα πουν ψεκασμένους όσους ξητιμάζουν τις πολιτικές λοκντάουν που τους άφησαν αυτούς και τα παιδιά τους έκθετους.

Χριστούγεννα του 2020. Κάθομαι ξανά στα σκαλάκια έξω από τον καφενέ του Κλείτου. Θωρώ σας. Η ζωή έχει τη δύναμη να προσφεύγει στο πολιτικό.

Της Ζέλιας Γρηγορίου, Αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου

Φωτογραφία: «Σας στέλνω το σημάδι από το εμβόλιο της μάμας μου. Θυμάται ότι το έκαμε στο Βαρώσι»

You May Also Like

ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ| Εμβόλιο οι αόρατοι και οι αφανείς

Γράφει ο Τάκης Χατζηδημητρίου, Επικεφαλής της Τεχνικής Επιτροπής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Οι ρίζες του κοινωνικού ...

ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ| Μεταρρύθμιση στον πολιτισμό

Γράφει ο Γλαύκος Κουμίδης, Εικαστικός Ας μην τι άλλο η πανδημία επιβεβαίωσε με δραματικό ...

ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ| Στον καιρό των κορώνων

Γράφει η Κατερίνα Ηλιάδη, Δημοσιογράφος Ήδη μετράμε παράπλευρες απώλειες στον πόλεμο του αλόγου με ...

ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ| Η πολιτισμική ανοσία της αγέλης

Γράφει ο Σταύρος Χριστοδούλου, Συγγραφέας Ωραία θα ήταν αν οι κοινωνικές παθογένειες θεραπεύονταν με ...

ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ| Ενδοσκόπηση

Γράφει η Γεωργία Ντέτσερ, Γενική Διευθύντρια Θέατρο Ριάλτο Ενώ τα αποτελέσματα του εμβολίου θα ...

ΤΟ ΕΜΒΟΛΙΟ | Αντίδοτο η παιδεία

Γράφει ο Παναγιώτης Σταυρινίδης, Αναπληρωτής καθηγητής Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου Είναι προφανές ότι οι ...

X