Γάμοι και γέφυρες πολιτισμού σε αλλοτινές εποχές

Γυναικείες προσωπικότητες άνοιξαν δρόμους και μετέφεραν πολιτισμό από την πατρίδα τους όταν έτυχε να παντρευτούν σε κάποια άλλη χώρα. Στο σημερινό μας δημοσίευμα θα αναφερθούμε σε δύο βυζαντινές πριγκίπισσες, που ο γάμος τους με εστεμμένους στη Δύση μετέδωσε στη Mεσαιωνκή Ευρώπη τη χρήση του πιρουνιού. Επίσης, θα αναφερθούμε στην παρουσία της Άννας Lusignan στη Σαβοΐα και στην επιρροή της στα πολιτιστικά δρώμενα του δουκάτου. Θα σχολιάσουμε, επίσης, το έργο που επιτέλεσε σε δύο χώρες της Κεντρικής και Βορειοανατολικής Ευρώπης, όταν παντρεύτηκε τον βασιλιά τους, και άφησε τη σφραγίδα της σε πολλούς τομείς μία Ιταλίδα πριγκίπισσα, στις φλέβες της οποίας κυλούσε και αραγωνικό αίμα από τη μητέρα της. Οι τέχνες, όπως η μεταλλουργία, η αργυροχοΐα, η υφαντική, η ποίηση, η αρχιτεκτονική και άλλες επίσης, ακόμη τα δέντρα και τα λαχανικά που εισήγαγε στη νέα της πατρίδα, εμπλούτισαν τη χλωρίδα, αλλά και τον γαστρονομικό πολιτισμό της χώρας.

Η χρήση του πιρουνιού στη Δύση

Η βυζαντινή πριγκίπισσα Θεοφανώ Σκλήραινα (958-991), ανεψιά του αυτοκράτορα Ιωάννη Α´ Τσιμισκή, παντρεύτηκε τον αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας Όθωνα Β´. Ο γάμος τους τελέστηκε από τον Πάπα Ιωάννη ΙΓ´ στις 14 Απριλίου 972 και η Θεοφανώ την ίδια μέρα στέφθηκε αυτοκράτειρα. Η Θεοδώρα είχε φθάσει στη Δύση για να παντρευτεί τον Όθωνα όταν ήταν μόλις δώδεκα ετών και μαζί της έφερε και μεγάλο θησαυρό ως προίκα. Η Θεοδώρα κατηγορήθηκε από τους χρονογράφους της εποχής ότι ήθελε κάθε μέρα να κάνει μπάνιο και να φορά πολυτελή φορέματα και κοσμήματα. Ωστόσο, στη βυζαντινή αυτή πριγκίπισσα και μετέπειτα αυτοκράτειρα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οφείλεται ο τίτλος του ανθρώπου που εισήγαγε το πιρούνι στη Δύση. Όπως μαρτυρούν οι χρονογράφοι εντυπωσιασμένοι και διηγούνται με ιδιαίτερη έμφαση, η Θεοδώρα, όλως παραδόξως, χρησιμοποιούσε ένα χρυσό εργαλείο με δύο μύτες για να φέρει το φαγητό στο στόμα της αντί να χρησιμοποιεί τα χέρια της, όπως όλος ο κόσμος τότε στη Δύση. Η Θεοδώρα έφερε επίσης στη Σαξωνία τον βυζαντινό πολιτισμό και την τέχνη της Ευρωπαϊκής Ανατολής και έδωσε ώθηση στην αμπελουργία. Όπως μαρτυρείται στις πηγές, προσέφερε στον σύζυγό της, μεταφέροντας από το Βυζάντιο, μοσχεύματα αμπελιών από την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και δίδαξε την αμπελουργία στους υπηκόους της. Τα αμπέλια αυτά φυτεύτηκαν στις όχθες του Ρήνου και αποτέλεσαν τη βάση για την παραγωγή της ομώνυμης ποικιλίας.

Επίσης, μία άλλη βυζαντινή πριγκίπισσα τον 11ο αιώνα μετέφερε στη Βενετία στοιχεία του βυζαντινού πολιτισμού, αλλά και τη χρήση του πιρουνιού. Πρόκειται για τη Θεοδώρα Άννα Δούκαινα, θυγατέρα του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Δούκα, η οποία το 1075 παντρεύτηκε τον δόγη Δομίνικο Selvo. Η Θεοδώρα μετέφερε στη Βενετία την πολυτέλεια και τους καλούς τρόπους στους οποίους ήταν συνηθισμένη στην Κωνσταντινούπολη. Ανάμεσά τους ήταν και η χρήση του πιρουνιού, την οποία επέβαλε στην αυλή της, όπως και οι πετσέτες του φαγητού, το δείπνο υπό το φως των κεριών, ακόμη και το πλύσιμο των χεριών μετά το φαγητό. Όταν πέθανε το 1083, ο λαός της Βενετίας θεώρησε ότι ήταν τιμωρία για την πολυτέλεια, τα ήθη και έθιμα που έφερε μαζί της.

Θα μπορούσαμε ακόμη να αναφέρουμε την εκπάγλου καλλονής πριγκίπισσα Άννα Λουζινιάν της Κύπρου, που παντρεύτηκε το 1434 τον δούκα της Σαβοῒας και μετέφερε στη νέα πατρίδα της το καλλιτεχνικό κλίμα του βασιλιά πατέρα της, που έγραφε ποίηση και μουσική και συγκέντρωνε στην αυλή του ευπαίδευτο και καλλιεργημένο κόσμο. Εκτός από το μουσικό χειρόγραφο που μετέφερε μαζί της η Άννα Λουζινιάν στη Σαβοΐα, ανεκτίμητης αξίας και παγκόσμια κληρονομιά, μετέφερε επίσης μαζί της χειρόγραφα, κοσμήματα και πολύτιμα ενδύματα. Ακόμη, από την πατρίδα της Κύπρο δεν παρέλειψε και αυτή να μεταφέρει, όπως η Θεοφανώ Σκλήραινα, μοσχεύματα αμπελιών. Έως σήμερα είναι διάχυτο στη Σαβοΐα ότι το κρασί που παράγεται στην περιοχή προέρχεται από τα  μοσχεύματα των αμπελιών που είχε μεταφέρει η Άννα από την Κύπρο. Συγκέντρωνε κοντά της καλλιτέχνες, ποιητές, μουσικούς και άλλους. Το χρυσοκέντητο μπλε πέπλο που φόρεσε στον γάμο της, θα ήταν το δίχως άλλο κεντημένο με το διάσημο χρυσό νήμα της Κύπρου, το οποίο χρησιμοποιούσαν στη Δύση οι εστεμμένοι και οι ιππότες για να κεντούν στα ρούχα τους τα οικόσημα και τα εμβλήματά τους. Τρελαινόταν για κομψότητα, ντυνόταν με σατέν και βελούδα στολισμένα με σπάνιες γούνες. Μπορεί να γνώρισε την αντιπάθεια των κατοίκων της Σαβοΐας για τον δυναμισμό και την πολυτέλεια μέσα στην οποία ζούσε, ωστόσο σημάδεψε την εποχή της και πέρασε στην ιστορία και στους θρύλους.

Μία Ιταλίδα βασίλισσα στην Πολωνία

Μία άλλη σημαντική βασίλισσα που άφησε τη σφραγίδα της στην Πολωνία, όταν παντρεύτηκε τον βασιλιά της χώρας και μετέφερε αέρα πολιτισμού και έδωσε ώθηση στις τέχνες και στα γράμματα, ήταν η Ιταλίδα Μπόνα Σφόρτζα. Καταγόταν από τον ιταλικό ηγεμονικό οίκο Σφόρτσα, ο οποίος διαδέχθηκε τον οίκο των Βισκόντι στη διακυβέρνηση του Μιλάνου, και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ιστορία της Ιταλίας, κυρίως κατά τον 15ο αιώνα. Ο Ιάκωβος Αττέντολο Σφόρτζα, ένας μάλλον τυχοδιώκτης. ήταν ο ιδρυτής του εν λόγω οίκου, που από χωρικός και κατόπιν ως αρχηγός μισθοφορικού σώματος προσέφερε υπηρεσίες σε διάφορους ηγεμόνες της Ιταλίας, όπως της Φεράρας, του Μιλάνου, της Φλωρεντίας κ.ά. και απέκτησε αξιώματα, αλλά και μεγάλες εκτάσεις γης. Εξαιτίας της σωματικής του δύναμης πήρε το προσωνύμιο Σφόρτσα (δυνατός/ισχυρός), το οποίο και υιοθέτησαν και οι απόγονοί του. Ο γιος του νυμφεύθηκε τη θυγατέρα του δούκα του Μιλάνου Φίλιππου Βισκόντι και έτσι το δουκάτο πέρασε από τους Βισκόντι στους Σφόρτσα. Οι Σφόρτσα υπήρξαν προστάτες των γραμμάτων και των τεχνών και εξωράισαν το Μιλάνο με περίλαμπρα κτήρια. Ο δούκας Λουδοβίκος Σφόρτσα ήταν επίσης φιλότεχνος και προστάτης των τεχνών, και στην Αυλή του εργάστηκαν σπουδαίοι καλλιτέχνες, όπως ο Λεονάρτο ντα Βίντσι, ο Μπραμάντε κ.ά.

Άξια απόγονος του οίκου ήταν η ωραιοτάτη  Μπόνα Σφόρτσα, θυγατέρα του δούκα του Μιλάνου Ιωάννη Galeazzo Σφόρτσα και της Ισαβέλλας της Αραγωνίας, θυγατέρας του βασιλιά Αλφόνσου Β΄ της Νεάπολης. Η Μπόνα γεννήθηκε τον Φεβρουάριο του 1494  και πέρασε τα παιδικά της χρόνια στο Μιλάνο και την Παβία. Ο θάνατος του πατέρα της Μπόνα και οι επιθέσεις των Γάλλων στο δουκάτο όταν ήταν ακόμη βρέφος, και η ανάληψη της εξουσίας από τον θείο του πατέρα της, ανάγκασε τη μητέρα της να πάρει τα παιδιά της και να εγκατασταθεί στη Νεάπολη. Εκεί διδάχθηκε και τα πρώτα γράμματα από τη μητέρα της, η οποία της δίδαξε αρχικά τα ισπανικά, αφού ήταν η μητρική της γλώσσα. Είχε έφεση στα γράμματα, κι εκτός από τη λατινική λογοτεχνία, γνώριζε ιστορία, έπαιζε μονόχορδο, ήταν λάτρης του χορού, έμπειρη και ικανή στην ιππευτική και ένθερμη κυνηγός.

Η Μπόνα Σφόρτσα, στις 3 Φεβρουαρίου του 1518 αναχώρησε για την Πολωνία όπου εκεί, στις  15 Απριλίου, στον καθεδρικό ναό της Wawel,  πρωτεύουσας τότε της Πολωνίας, εορτάστηκαν οι γάμοι και  έγινε η στέψη της με τον βασιλιά Σιγιμούνδο Α΄ Jagellone. Στην πολυπληθή ακολουθία της Μπόνα υπήρχαν γνωστοί εκπρόσωποι της ιταλικής κουλτούρας. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τότε είχε διοργανωθεί και ένας ποιητικός αγώνας  ( torneo poetico). Σ’ αυτή την εκδήλωση έλαβαν μέρος πολλοί ουμανιστές Πολωνοί καθώς και ξένοι, όπως Αυστριακοί, Ελβετοί, Ιταλοί και άλλοι.

Εάν σήμερα ρωτήσει κάποιος ένα παιδί στην Πολωνία ή στη Λιθουανία, που αποτελούσε τότε κτήση της Πολωνίας, για  τα ευεργετικά λαχανικά που βρίσκονται στο καθημερινό διαιτολόγιο των Πολωνών και Λιθουανών, όπως τα καρότα, το λάχανο, τα πράσα και άλλα, όλοι γνωρίζουν ότι τα εισήγαγε στη νέα της πατρίδα η Μπόνα Σφόρτσα. Μεγάλη, ωστόσο, ήταν και η επιρροή και η προσφορά της στην Πολωνία στην κουλτούρα, και κυρίως στον τομέα των τεχνών. Κατά τα χρόνια της βασιλείας της αναπτύχθηκε η χρυσοχοΐα, η υφαντουργία και η τέχνη του κεντήματος. Μετέφερε στην Πολωνία, όταν έφθασε πρώτη φορά για τον γάμο της, έναν αριθμό έξοχων ταπισερί από την Ιταλία, που αποτέλεσαν την αρχή για την περίφημη συλλογή της Wawel. Είχε εισαγάγει από την Ιταλία, εκτός από λαχανικά, και νέα είδη διακοσμητικών δένδρων, όπως για παράδειγμα την ιταλική λεύκα ( pioppo italiano). Προστάτευσε μουσικούς, αρχιτέκτονες, συνθέτες, γλύπτες και ζωγράφους. Η βασίλισσα και οι καλλιτέχνες που την ακολούθησαν είχαν μεταφέρει την ιταλική Αναγέννηση στην πολωνική κουλτούρα και τέχνη, στην οποία έως τότε κυριαρχούσε η γερμανική. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή η φιλότεχνη βασίλισσα συνδεόταν με φιλικούς δεσμούς με τον Κύπριο ουμανιστή Λίβιο Ποδοκάθαρο, Λατίνο Αρχιεπίσκοπο Λευκωσίας. Όπως μαρτυρείται στη διαθήκη, τόσο του ιδίου όσο και του αδελφού του, η Μπόνα τού είχε χαρίσει πολύτιμα δώρα, όπως δύο ασημένια  κύπελλα με τον θυρεό της…

Οι βυζαντινές πριγκίπισσες, Θεοφανώ Σκλήραινα και Θεοδώρα Άννα Δούκαινα, η Κύπρια Άννα Λουζινιάν και η Ιταλίδα Μπόνα Σφόρτσα, με τον γάμο τους μετέφεραν στις νέες τους πατρίδες πολιτισμό και άφησαν τη σφραγίδα τους στις δέλτους της Ιστορίας…

 

 

You May Also Like

Το μακρινό ταξίδι μιας σαρκοφάγου [16ος αι.]

Γράφει η Νάσα Παταπίου Από τους αρχαίους Σόλους στη Βενετία μέσω του λιμανιού της ...

Τα πλούσια περιβόλια της Λευκωσίας

Γράφει η Νάσα Παταπίου Η Λευκωσία άλλοτε είχε πλούσια νερά και διέθετε πηγές, βρύσες, ...

Συνοικίες της μεσαιωνικής Λευκωσίας

Η Κύπρος δεν ευτύχησε να έχει αρχεία που να αφορούν γενικά στην Ιστορία της, ...

Περί της λατινικής μονής του Αγίου Δομινίκου

Γράφει η Νάσα Παταπίου Τα νέα έργα στην πρωτεύουσά μας τα οποία εκτελούνται στην ...

Υποχρεωτική εισφορά (rata) και φόροι για τα μικρά ζώα (16ος αι.)

Οι Βενετοί, ως γνωστόν, είχαν διατηρήσει το υπάρχον φεουδαρχικό σύστημα που ίσχυε  επί Φραγκοκρατίας. ...

Λοιμοί στη λατινοκρατούμενη Κύπρο

Ανάμεσα σε άλλα θλιβερά, μια φοβερή επιδημία με υψηλούς πυρετούς κατά τα έτη 1174-1175 ...

X