Οι καλικάντζαροι

Δεν ζήλεψα που δεν με βάλανε ποτέ αγγελάκι στη Σκηνή της Γέννησης. Δεν ζήλεψα που δεν με βάλανε χορωδό να ξεσκίζομαι «ωιμέ» σε μαθητικές παραστάσεις που ζωντάνευαν το υπαρξιακό δράμα κι ανικανοποίητο όνειρο γηραιών γυμνασιαρχών σε μικρές πόλεις να σκηνοθετήσουν Τρωάδες και Ιφιγένεια εν Αυλίδι, να ανεβάσουν το πολιτιστικό επίπεδο της πόλης και να μείνουν αθάνατοι. Δεν ζήλεψα που δεν με βάλανε θεραπαινίδα να συνοδεύω τιτσίρικα με μεσοφόρι από λευκή φόδρα και τιάρα από χριστουγεννιάτικη γιρλάντα το σχολικό άρμα των Ανθεστηρίων που στοίχιζε τη ζωή σε χιλιάδες δαντελωτά μοβ λειμώνια (αθάνατα) που φύτρωναν στην περιοχή του Φάρου. Ζήλεψα όμως που δεν με βάλανε καλικάντζαρο. Μου βάλανε τον ρόλο που βάζουν στα διαβαστερά παιδιά με πάχος. Να παίζω τη χήρα μάνα με τα νηστικά ορφανά. Την ώρα που προχωρούσα ακόμη δυο βήματα μπροστά, στο χείλος της ξύλινης σκηνής στο σπιτάκι της παιδικής λέσχης στον λοφίσκο δίπλα από το Δημοτικό Σχολείο Καλλέπειας, για να ψιθυρίσω, κοιτάζοντας κατάματα στα τυφλά το ακροατήριο στην κατάμεστη σκοτεινή αίθουσα «Κοιτάτε με πώς έχω γίνει, πετσί και κόκκαλο», με πρόδωσε η προσδοκώμενη έκσταση. «Εν σου φαίνεται», άκουσα να ψιθυρίζουν, και να τους παίρνει το γέλιο. «Εν σου φαίνεται» ήταν πρόσφατα η ατάκα δικαστή σε μονογονιό μητέρα που αιτείτο να μην της κοπεί το επίδομα μονογονιού διότι η οικογένεια δυσπραγεί και πεινά (αν σας πήρε το γέλιο με την περιγραφή του θεατρικού μου misfire, ελπίζω να σας κόπηκε το γέλιο με την παράθεση της δικαστικής ασχημοσύνης). Τη μαγεία που απέτυχε να υποβάλει το οικογενειακό δράμα φτώχειας στο σκηνικό χριστουγεννιάτικο σανίδι κατάφεραν να παραγάγουν περίσσια οι καλικάντζαροι, αγόρια όλων των τάξεων ντυμένα καλικάντζαροι. Ανέβηκαν στη σκηνή άτακτα, από παντού, χοροπηδούσαν και τσίριζαν, πέταγαν πράματα, δέρνονταν, τραγουδούσαν «τιτσί τιτσί λουκάνικο, μαχαίρι μαυρομάνικο, θα φάμε και θα…», φορούσαν μαύρα καλσόν ‘που πάνω τζαι ‘που κάτω που τους έδωσαν οι μανάδες τους. Ανοίγουν γενναιόδωρα τ’ αρμάρκα όταν η παρενδυσία είναι θεατρική, αγορίστικη και ευλογημένη από την παράδοση και τους μύθους της φυλής. Το φουστάνι της χήρας μάνας ήταν της γιαγιάς μου, το καλόν της φουστάνι, καμιά παρενδυσία, αντιθέτως ακόμη και στο σανίδι φόρεσα ως καρτερικότητα την εμμένεια του γυναικείου φύλου.

«Καμία πρόθεση να κινηθώ νομικά κατά του καλικάντζαρού μου», έγραψε στoν επίσημο λογαριασμό της στο twitter στις 28 Δεκεμβρίου 2020 η υπουργός Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης Έμιλυ Γιολίτη. Αλήθεια, μπορεί κανείς να πει του καλικάντζαρού «μου»; Και πώς πέρασαν οι καλικάντζαροι από την εικονογραφία της (σ)έξαλλης λαϊκής Μπακτιανής αταξίας στην αφηγηματολογία της πολιτικής εξουσίας και δη της Εξουσίας της Τάξης;

Δεν είμαι σίγουρη αν σήμερα θα «περνούσε» στα σχολικά εγχειρίδια γλώσσας κείμενο για τους καλικάντζαρους. Ακόμη κι αν οι καλικάντζαροι δεν γίνονταν ποζαύλι από τους σχολικούς αγιασμούς, μια σελίδα στο σχολικό βιβλίο με μαυρισμένες γραμμές για σκοπούς διαφύλαξης του δημόσιου συμφέροντος, όπως έγινε στο πόρισμα Καλογήρου, δεν θα το επέτρεπε ο Αρχιεπίσκοπος, θα το καυτηρίαζε ο Μόρφου, θα έστελναν καταγγελτική επιστολή στο Υπουργείο Παιδείας οι οργανωμένοι γονείς, μπορεί ακόμη να το κατάγγελλαν πρώτοι κάποιοι της επαγρύπνησης εκπαιδευτικοί. Δεν συνάδει με τη χριστιανική καθαρότητα της αγωγής. Κι όμως, θυμάμαι είχαμε στο Αναγνωστικό κείμενο για τους καλικάντζαρους κι ας ανήκε το Αναγνωστικό του ’76 στη γενιά αναγνωστικών που είχαν ακόμη τον δωρικό φοίνικα χαρτόσημο της χούντας του ’67. Aλήθεια, πώς γλύτωσαν της χούντας οι καλικάντζαροι; Στις Ηνωμένες Πολιτείες πάντως οι ταινίες της Disney Lion King και Pocahontas λογοκρίθηκαν σε αρκετές εκπαιδευτικές περιφέρειες από τα ιερατικά καθεστώτα διότι το φάντασμα του Μουφάσα και το Δέντρο Που Μιλούσε θεωρήθηκαν αντιχριστιανικά, παγανιστικά. Γλύτωσαν οι καλικάντζαροι όπως γλύτωσαν της δεκαετίας του ’70 πολλά κείμενα στα αναγνωστικά που υπονόμευαν την ίδια ώρα που θωράκιζαν το πατρίς-θρησκεία-οικογένεια. Όπως ο κυρ-Γιάννης που μπόλιαζε δέντρα και ήταν περιτριγυρισμένος από παιδιά που αγκάλιαζε και τους έλεγε ιστορίες. Όπως η Ματούλα (άλλο ήταν το όνομά της, δεν το θυμάμαι τώρα, μ’ αρέσει το Ματούλα) που είχε μια γάτα που της έφερνε ψάρια. Όπως το ζευγάρι που δεν είχε παιδιά ή άλλη περιουσία είχε μόνο ένα γουρουνάκι που η κυρά (όχι γιαγιά) ξεγέλασε τον μπάρμπα (όχι παππού) κολλώντας βαμβάκι στα πισινά του ότι το γουρουνάκι κατέβασε ξύγκι για να το σφάξουν και να το φάνε πριν μεγαλώσει κι άλλο και μεγιστοποιήσει τα κέρδη επί των πωλήσεων ο μπάρμπας. Άγιες κουήρ μορφές. Χαρακτήρες που τρύπωναν εύχρηστα λυπητερά στα σχολικά βιβλία κι ας υπονόμευαν με τον άγαμο ή άκαρπο ενδοστρεφή τους μονισμό τη νόρμα της αναπαραγωγικής εθνικής ετεροκανονικότητας. Τώρα θα μου πεις αν ήταν κουήρ οι καλικάντζαροι κι ο κυρ-Γιάννης τι ήταν Τα Ψηλά Βουνά του Ζαχαρία Παπαντωνίου; Eδώ μας επιτράπηκε να περάσουμε έναν ολόκληρο χρόνο στα βουνά και στις στάνες, να αναπτύσσουμε ερωτική σχέση με σχίνα και πουρνάρια, φαντασιακή εθνική συγγένεια με βοσκούς, και τρυφερή οικειότητα με τσούρες, χειμαδιά και τυριά. Και μάλιστα όλα αυτά χωρίς αστυνόμους γραμματικές ασκήσεις και ερωτήσεις για κεντρική ιδέα και ηθικά διδάγματα σε κυρτή γραμματοσειρά στο τέλος κάθε κεφαλαίου. Το σημερινό σύστημα εκπαιδευτικής γλωσσικής υγιεινής θα ράντιζε τόνους αγιασμού σε σχολικά βιβλία όπως Τα Ψηλά Βουνά και θα κτυπούσαν τηλέφωνα στα υπουργεία αν σχολείο ανέβαζε καλικάντζαρους αντί αγγελάκια και θείο βρέφος στη χριστουγεννιάτικη σκηνή. Πώς τότε η υπουργός ανέβασε αφηγηματικά στο twitter τον καλικάντζαρό της;

Οι καλικάντζαροι πριονίζουν ολοχρονίς το δέντρο που κρατεί τον κόσμο κι εκεί που μένει μια πριονιά για να ολοκληρωθεί το ανίερο κι επίπονό τους έργο το αφήνουν στην άκρη κι ανεβαίνουν στα εγκόσμια για ένα Δωδεκαήμερο. Κατά κάποιο τρόπο στηρίζουν, δεν απειλούν την τάξη του κόσμου. Είναι η αταξία που η λήξη της θα επανεγκαινιάσει με αγιασμούς και κουστωδίες ιερέων και προυχόντων την αποκατάσταση της τάξης. Είναι τα όντα του σκότους που θα φύγουν για να λάμψει το φως. Είναι η αποανάπτυξη που τη σύντομη αδράνειά της θα διαδεχθούν αδειοδοτήσεις από το Τμήμα Περιβάλλοντος για φωτοβολταϊκά πάρκα πολλών MW στον προστατευόμενο υδροβιότοπο Ακρωτηρίου. Κατά το Δωδεκαήμερο της απουσίας τους από τον Κάτω Κόσμο θα ’χει θρέψει η πληγή στον κορμό του δέντρου που κρατά τον κόσμο και δεν θα κινδυνεύουμε. Με Περιβαλλοντική Έγκριση και Πολεοδομικές Άδειες θα προχωρήσει κανονικά η κοπή δέντρων και η εκχέρσωση της Σολέας για να εγκατασταθούν τα φωτοβολταϊκά πάρκα της εταιρείας Μητρόπολης Μόρφου Λτδ. Οι καλικάντζαροι θα κάνουν τα ανίερά τους στον Κάτω Κόσμο και ο εξορυκτικός νεοαποικιοκρατισμός τα αδειοδοτημένα του στον Πάνω Κόσμο.

Οι καλικάντζαροι όμως εξακολουθούν να είναι απειλητικοί. Διότι είναι άλλοι από μας. Έχουν στο σώμα τους εξοχές και εσοχές εκεί που δεν πρέπει, αμφισβητούν τα (καθ)ιερωμένα όρια του βιολογικού σώματος αλλά και τα όρια του πολιτικού σώματος, του σώματος που κατάφερε επιβάλλοντας καθεστώς εξαίρεσης να απαγορεύσει την κριτική και την αμφισβήτηση. Οι καλικάντζαροι έχουν νούρο. Νεκατώνουνται εκεί που δεν πρέπει. Τρυπώνουν από τις καμινάδες, ανεβαίνουν στα τραπέζια, τσιμπολογούν στα ασημένια σερβίτσια, κατουρούν στα λουκάνικα, κάνουν parody accounts στο twitter, αγγίζουν τα ανέγγιχτα και παρωδούν αυτό που έπρεπε να μείνει μη αναπαραστήσιμο ως σοβαροφάνεια. Το κυπριακό πολιτικό twitter απολάμβανε τα ίδια προνόμια που απολάμβανε το κυπριακό exceptionality. Οι άλλες χώρες στελέχωναν νοσοκομεία, ετοίμαζαν κλίνες ΜΕΘ, εφοδιάζονταν με αναπνευστήρες, εμείς γιορτάζαμε εθνική επιτυχία και βάζαμε billboards «Ευχαριστούμεν τον Θεό». Οι άλλες χώρες περίμεναν το δεύτερο κύμα Covid, εμείς θκιακονούσαμε τουρίστες. Σε άλλες δυτικές χώρες το twitter έγινε τόπος δικτύωσης, εξάπλωσης και ενδυνάμωσης πολιτικών κινημάτων (#metoo, #blacklivesmatter), το κυπριακό twitter ήταν αλώνι όπου αλώνιζε η δραματουργία κατασκευής βασιλικής εικόνας της καθεστηκυίας κυβερνητικής εξουσίας και η ποιμαντορία της. Οι καλικάντζαροι μετέτρεψαν το κυπριακό twitter σε πολιτικό καρνάβαλο την εποχή που ποινικοποιήθηκε η υπέρτατη μορφή πολιτικής διαμαρτυρίας, η διαδήλωση. Οι καλικάντζαροι μέσα σε λίγες μέρες κατάφεραν να μετατρέψουν το κυπριακό twitter σε χώρο πολιτικής κριτικής. Το κυπριακό πολιτικό twitter ήταν για καιρό ανέγγιχτο. Ήταν περιουσία της διακυβέρνησης. Ήταν για φιρμάνια και για αυτοσυγχαρητήρια. Ήταν για τουιτάρες και όχι για τουίτς. Κυριαρχούσαν τα tweets των πολιτικών προσώπων και των fans τους, οι πιο πολλοί διορισμένοι, ευεργετημένοι, αυλικοί ή υπάλληλοί τους. Τα μισά γραμμένα σε celebratory μορφή Newspeak (#μαζίτακαταφέραμε, #μπροστάγιατηνίκη, #δενθαμαςπάρετεπίσω, #εφέραμενσαςτοεμβόλιο, #υποδέχτηκεηηγεσίατοάγιοφως) και τα άλλα μισά χαριτωμενιές με ακριβά κουστούμια και πόζες σε εξωτικούς προορισμούς που λάνσαραν βασιλικό lifestyle.

Οι καλικάντζαροι απειλούν πολλά αλλά απειλούν κυρίως την περιουσία. Την πολιτική εξουσία ως περιουσία, τη λευκότητα ως περιουσία, την ταξική υπεροχή ως περιουσία. Για αυτό το να πεις «καλικάντζαρός μου» εμπίπτει στα τεχνάσματα της εξουσίας μέσα από τα οποία η εξουσία οικειοποιείται εκείνο που δεν της ανήκει και θα μπορούσε δυνητικά να την απειλήσει. Όπως οικειοποιήθηκε, για παράδειγμα, η πολιτική ηγεσία τη συγγένεια για να διαχειριστεί την πολιτική κρίση που προκύπτει λόγω ανεπαρκούς και λανθασμένης αντιμετώπισης της πανδημίας. Απευθύνθηκαν σε μας οι κυβερνώντες ως πατέρες, ως παππούδες, ως σύζυγοι, ως κάποιοι που υποφέρουν όπως εμείς, που υποφέρουν για εμάς. Η εξουσία του Τραμπ ήταν βρόμικη, φασιστική και διαβρωτική για τη δημοκρατία διότι οικειοποιήθηκε τις έννοιες που ανήκουν σε εκείνους που πολεμούν τον φασισμό και τον ρατσισμό. Οικειοποιήθηκε τη λέξη protest, διαμαρτυρία, όταν οι Proud Boys, επίγονοι της Κου Κλουξ Κλαν μπήκαν στο Kαπιτώλιο για να παρεμποδίσουν τη μετάβαση εξουσίας στη νέα εκλελεγμένη κυβέρνηση. Η Αστυνομία δεν τους σταμάτησε γιατί η Αστυνομία δεν ήξερε πια με ποιου το μέρος είναι. Για την Αστυνομία δεν υπήρχε πια διαφορά ανάμεσα σε πραξικόπημα και διαμαρτυρία. Η Αστυνομία ήταν ήδη με το μέρος εκείνων που πίστευαν ότι το Καπιτώλιο, η κυβέρνηση, είναι περιουσία τους. Ήταν οι φύλακες της Τραμπικής Περιουσίας και όχι οι φύλακες του Νόμου και της Δημοκρατίας. Τα κουστούμια ήταν απαραίτητα παραφερνάλια της φαντασμαγορίας των White Supremacists. Το ακριβό lifestyle συμμετέχει στη δραματουργία της πολιτικής εξουσίας ως περιουσίας.

Ελπίζω οι καλικάντζαροι του Δωδεκαήμερου να παραβιάσουν τα λαογραφικά όρια της άδειας παραμονής τους.

You May Also Like

Οι χλωροί

Δεν θυμούμαι αν είχα πάει με την ξαδέλφη μου ή με παιδιά από τη ...

Οι Περιούσιοι

Γράφει η Ζέλια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου Έχουν προτεραιότητα οι κάτοικοι των οικονομικά ...

Το Σφαγείο

Γράφει η Ζέλια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου «Είναι δύσκολο να κάνεις κάποιον να ...

Freya|Το διάγγελμα

Γράφει η Ζέλια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου Το Βικιλεξικό ορίζει το διάγγελμα ως ...

Τα υποκείμενα

«Η δουλειά μας δεν είναι να κάνουμε τους Κύπριους Εγγλέζους», γράφει ο Robert Hamilton ...

Τα κοπέλια

«Μιαν φορά τζι έναν τζαιρόν ήταν μια γριά. Τυφλή αλλά σοφή». Ή μήπως ήταν ένας σοφός ...

X