Πρωτοχρονιά με τον Κιρόν

Αυτή είναι μια πρωτοχρονιάτικη ιστορία με πρωταγωνιστή έναν σκύλο, τον Κιρόν, που ζούσε στο Νησί του Ροβινσώνα Κρούσου και συμπεριφερόταν σαν να ήταν ο ίδιος ο Ροβινσώνας. Θα την αφηγηθούμε σε δύο συνέχειες.

Μέρος Πρώτο

1/ Πότε άραγε η παιδική φαντασία μεταπλάθεται σε όνειρο, πότε το όνειρο μετουσιώνεται σε επιθυμία και πότε η επιθυμία μεταμορφώνεται σε υπόσχεση προς τον μελλοντικό εαυτό μας; Όσο κι αν ψηλάφιζε στο σκοτάδι των εντυπώσεων, δεν έβρισκε απάντηση, μόνο σκιές αποτυπωμένες σε πέπλο εύθραυστο. Ένα παιδί διαβάζει τον Ροβινσώνα Κρούσο σε Κλασσικό Εικονογραφημένο, και παρότι δεν του αρέσει η εικονογράφηση, μαγεύεται από την περιπετειώδη ζωή του ήρωα ταξιδευτή. Ένας έφηβος αγοράζει το βιβλίο του Ντεφόε από ένα παλαιοβιβλιοπωλείο της πλατείας Κουμουνδούρου, ταυτίζεται με την αφήγηση κι επανέρχεται ξανά και ξανά στην πρώτη σελίδα. Κλείνει τα μάτια κι ονειρεύεται εικόνες οι οποίες, όπως πιστεύει, τον αφορούν.

«Γεννήθηκα το σωτήριο έτος 1632, στην Υόρκη της Αγγλίας στους κόλπους μιας εύπορης οικογένειας. Ο πατέρας μου λαχταρούσε να με καμαρώσει δικηγόρο, αλλά η δίψα για περιπέτειες, που εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς, αποδείχτηκε δυνατότερη. Ήθελα να κάνω μεγάλα ταξίδια σε μακρινές θάλασσες. Οι γονείς μου κατέβαλαν επίμονες προσπάθειες για να με μεταπείσουν, όμως μου ήταν αδύνατο να καταπνίξω τον ασίγαστο πόθο μου να ανέβω στην κουβέρτα κάποιου καραβιού και να ανοιχτώ στα πέλαγα».

Από αυτή την τελευταία εικόνα και μετά, ήταν σίγουρος πως ο Ντεφόε ζωγράφισε με λέξεις μια ολόκληρη ιστορία, μόνο γι’ αυτόν. «Όταν μεγαλώσω θα φτάσω στο νησί του Ροβινσώνα Κρούσου», υποσχόταν στο άγνωστο δικό του μέλλον.

Έβλεπε τον εαυτό του μεγάλο, δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρόνων, να πατάει αγέρωχα στη γέφυρα κάποιου τάνκερ, ν’ ακούει τα εξωτικά πουλιά στη διώρυγα του Παναμά, ν’ αγναντεύει εικόνες στο στενό του Μαγγελάνου, να ταξιδεύει μήνες και χρόνια ελεύθερος, με μοναδικό προορισμό το Νησί της Απελπισίας. Ας ήταν μούτσος ή ασυρματιστής, δεν τον ένοιαζε, αρκεί να μην ήταν μηχανικός, φυλακισμένος στη σκοτεινή κοιλιά της σιδερένιας φάλαινας.

Στην πέμπτη τάξη του (οκτατάξιου) γυμνασίου, αγόρασε μια υδρόγειο σε μέγεθος μπάλας του μπάσκετ. Μελετούσε το μυθιστόρημα καταγράφοντας προσεκτικά την πορεία του πλοίου στον χάρτη, κι αναρωτιόταν πώς γίνεται να φέρει το όνομα του Ροβινσώνα Κρούσου ένα νησί του Ειρηνικού ωκεανού, μιας και, σύμφωνα με τον Ντεφόε, το καράβι ναυάγησε στον Ατλαντικό, μεταξύ Γουιάνας, Βενεζουέλας και Μπαρμπάντος.

Η απορία του λύθηκε μερικά χρόνια αργότερα, διαβάζοντας τη ζωή και τις περιπέτειες του Αλέξανδρου Σέλκιρκ, του ναυτικού που εγκατέλειψαν ολομόναχο σ’ ένα ερημονήσι του αρχιπελάγους Χουάν Φερνάντεζ. Η ιστορία είχε ως εξής:

Το 1574, ο Ισπανός θαλασσοπόρος Χουάν Φερνάντεζ ταξιδεύοντας από το Περού προς το Βαλπαραΐσο, εξέκλινε από την αρχική του πορεία κι ανακάλυψε ένα άγνωστο μέχρι τότε αρχιπέλαγος με τρία ηφαιστειογενή νησιά, τα οποία ονόμασε Más a Tierra (πιο κοντά στη στεριά), Más Afuera (πιο μακριά από τη στεριά), και Santa Clara. Το αρχιπέλαγος, όπως συνηθιζόταν εκείνη την εποχή, το βάφτισε με το όνομά του.

Εκατόν τριάντα χρόνια αργότερα, το 1704, ο Σκοτσέζος ναυτικός Αλέξανδρος Σέλκιρκ, διαφώνησε με τον καπετάνιο για την ασφαλή κατάσταση του πλοίου τους, κι εγκαταλείφτηκε στο Más a Tierra, με ελάχιστα εφόδια. Ξεπερνώντας τις αντιξοότητες, κατάφερε να επιβιώσει ολομόναχος, τέσσερα χρόνια και τέσσερις μήνες. Τον διέσωσε το κουρσάρικο πλοίο Duke, το 1709 και τον μετέφερε στην Ευρώπη. Οι εφημερίδες της εποχής έγραψαν πολλά για την ιστορία του, κάνοντάς τον διάσημο.

Το 1966, η χιλιανή κυβέρνηση μετονόμασε το Más Afuera σε νησί του Αλεξάνδρου Σέλκιρκ και το Más a Tierra σε νησί του Ροβινσώνα Κρούσου, ελπίζοντας να προσελκύσει τουρίστες στον διάσημο, αλλά δυσπρόσιτο τόπο. Άχρηστα πολιτικά τερτίπια, αν σκεφτεί κανείς ότι το νησί δεν είχε αεροδρόμιο και το προσέγγιζε, αρόδο, ένα πλοίο κάθε έξι μήνες.

2/ Άκουσα ένα περίεργο γρατζούνισμα κάτω από το υπερυψωμένο πάτωμα της ξύλινης καλύβας, ακριβώς στο σημείο που βρισκόταν το κρεβάτι, λες και κάποιος επιδίωκε να με ξυπνήσει. Έμεινα ακίνητος, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω τους ήχους. Εκτός απ’ το ήρεμο πηγαινέλα των κυμάτων έξω από την πόρτα, όλα τα άλλα μου ήταν άγνωστα, ασαφή, μυστηριώδη, σαν τους θαλάσσιους λέοντες που συνάντησα περιμένοντας να με φέρουν στο Σαν Χουάν, το μοναδικό κατοικημένο σημείο του νησιού.

Έγιναν όλα τόσο ξαφνικά, τόσο γρήγορα.

Χθες το μεσημέρι περιφερόμουν στους δρόμους του Σαντιάγκο της Χιλής, προσπαθώντας να αποδεχτώ την ήττα· δεν θα πήγαινα στο Νησί της Απελπισίας. Όπου κι αν ρώτησα, σε όλα σχεδόν τα πρακτορεία της πόλης, η απάντηση ήταν ίδια: Η επόμενη αναχώρηση πλοίου για το Más a Tierra, είναι προγραμματισμένη σε δύο μήνες και η επιστροφή σε έξι.

Στεκόμουν μπροστά στη βιτρίνα ενός καταστήματος με είδη ζωγραφικής, αναποφάσιστος αν έπρεπε να συνεχίσω το ταξίδι μου προς την Πούντα Αρένας και τη Γη του Πυρός ή προς τη Λίμα και το Ματσουπίτσου ή να παρηγορηθώ προσωρινά αγοράζοντας μια ακριβή κασετίνα με χρωματιστά μολύβια caran d’ache. Αγόρασα τελικά την κασετίνα βγήκα από το μαγαζί, και πρόσεξα στην απέναντι πλευρά του δρόμου τη μικρή, μάλλον ασήμαντη είσοδο ενός πρακτορείου μεταφορών. Χωρίς να ελπίζω σε θαύματα, διέσχισα τον δρόμο, μπήκα στο στενό γραφείο κι επανέλαβα σαν ποίημα την ερώτηση. «Ξέρετε αν υπάρχει αναχώρηση για το Más a Tierra;». «Μάλιστα κύριε», μου απάντησε μάλλον χαρούμενα η υπάλληλος, «φεύγει σήμερα στις πέντε ακριβώς ένα αεροπλάνο, και η θέση πλάι στον πιλότο είναι διαθέσιμη». Υπέθεσα ότι δεν κατάλαβε τι εννοούσα κι επανέλαβα την ερώτηση ξανά και ξανά. Αεροπλάνο! Μα υπάρχει αεροδρόμιο στο νησί δεσποινίς; Χαμογέλασε. «Δεν έχω πάει ακόμη για να ξέρω, όμως αυτή είναι η τρίτη πτήση που οργανώνει το γραφείο μας, κι αν θέλετε να προλάβετε, πρέπει να κάνετε γρήγορα».

Ήταν τέσσερις και είκοσι.

Επέστρεψα στο ξενοδοχείο άρον-άρον, έκλεισα τη μεγάλη βαλίτσα, ετοίμασα μια μικρή, πήρα τα εργαλεία, πήρα το έργο της Κατάκρυψης, πήρα ένα ταξί κι έφτασα στο περιφερειακό αεροδρόμιο με την ψυχή στο στόμα. Ιδρωμένος, λαχανιασμένος, αναστατωμένος. Το κτήριο ήταν έρημο, μόνο οι έλικες ενός Piper ακούγονταν στην πίστα. Κάποιος με είδε από μακριά και κουνώντας τα χέρια σαν να ανέμιζε σημαιάκια, μου έδειξε ένα αεροπλανάκι που τσουλούσε στον διάδρομο έτοιμο να απογειωθεί. Έτρεξα και πριν χωθώ στο εσωτερικό, μια μπόχα ανυπόφορη, ένα μείγμα κρασίλας, καπνού και σκόρδου, μου έκλεισε τα ρουθούνια. Ζαλίστηκα. Κοίταξα τον πιλότο και κατάλαβα με τρόμο πως ήταν μεθυσμένος. Η έκφρασή του μαρτυρούσε συνειδητοποιημένο αλκοολικό, που προσπαθούσε να συνέλθει πίνοντας. Ήταν αργά, πολύ αργά για να κάνω πίσω.

Holla, είπα, yo soy Δημήτρης.

Holla, απάντησε, yo soy el Tigre.

Ό,τι είναι γραφτό να γίνει, θα γίνει, σκέφτηκα μοιρολατρικά και στριμώχτηκα πλάι στον Τίγρη, εισπνέοντας την εκπνοή του. Ο χώρος πίσω από την πλάτη των δύο καθισμάτων ήταν γεμάτος χαρτοκιβώτια. Πετούσαμε δυόμισι ώρες τραγουδώντας Carlos Gardel και Φώτη Πολυμέρη, μεθυσμένοι και οι δύο (πώς να το αντέξεις διαφορετικά), τραμπαλίζοντας κάτω από γκρίζα σύννεφα και πάνω από μαύρα ωκεάνια κύματα, έτοιμα να καταπιούν το μικρό χελιδονόψαρο. Όταν επιτέλους φάνηκε στο βάθος η σκιά ενός ξαπλωμένου δράκου, χρειάστηκαν τουλάχιστον δεκαπέντε λεπτά μέχρι να πλησιάσουμε τη ράχη του, κι άλλα τόσα ψάχναμε κυκλικά πού θα προσγειωθούμε. Μόλις καταλήξαμε σε συμφωνία, είπε σοβαρά.

Amigo, tienes miedo?

No, no tengo miedo. Yo soy griego.

Entonces, vamos. No olvides que yo soy el Tigre. *

Βουτήξαμε αλαλάζοντας. Το αεροπλανάκι Χαροπήδησε χαριτωμένα σε μια στενή λουρίδα γης, και φρενάρισε πλάι σ’ ένα χωράφι γεμάτο κατακόκκινες παπαρούνες. «Τι είναι αυτά τα ωραία λουλούδια φίλε;», τον ρώτησα. «Όπιο», απάντησε σαν να έλεγε χαμομήλι. «Φυτρώνει μόνο του στο νησί, ο σπόρος έρχεται με τον αέρα». «Από πού;», απόρησα. «Από την Ιαπωνία». Το σκέφτηκα λίγο, το βρήκα λογικό και δεν ξαναρώτησα.

Τέλος του πρώτου μέρους 

*Φοβάσαι φίλε;

Όχι δεν φοβάμαι. Είμαι Έλληνας

Τότε πάμε. Μην ξεχνάς πως εγώ είμαι ο Τίγρης


You May Also Like

Αγιόκλημα και γιασεμιά

Εικόνα πρώτη Αθήνα, καλοκαίρι του 1955. Ένα παιδί κλοτσάει με δύναμη την μπάλα του ...

Εικόνες από μια έκθεση

Στη Μίριαμ Λυσιώτη Στην καρδιά της νύχτας το όνειρο, υπαγορεύει αυτό που θα φτιάξουν ...

Ένα αλλιώτικο μουσείο στην Αθήνα

Ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί θεαμάτων, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, είναι ...

Συνομιλία με την άνοιξη

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Πώς κυλάνε οι σκέψεις… Πηδάνε από το ένα θέμα στο ...

Συνάντηση με τον Μανόλη Κορρέ |Μέρος Β’

Ανατρέχοντας στα σχέδια της μελέτης του Ορλάνδου, θυμάμαι ότι από κίονα σε κίονα οι ...

Ο ιεροφάντης και η σκυτάλη: έκθεση στο Μουσείο Ακρόπολης

Αναθηματικό ανάγλυφο. Σύμφωνα με την επιγραφή, το αφιέρωσε ο ιεροφάντης Αγνούσιος στη Θεσμοφόρο Δήμητρα ...

X