Υποχρεωτική εισφορά (rata) και φόροι για τα μικρά ζώα (16ος αι.)

Οι Βενετοί, ως γνωστόν, είχαν διατηρήσει το υπάρχον φεουδαρχικό σύστημα που ίσχυε  επί Φραγκοκρατίας. Έτσι, η Γαληνοτάτη διατήρησε τους νόμους, δηλαδή τις Ασσίζες της Κύπρου και τους θεσμούς που ίσχυαν στο φραγκικό βασίλειο της Κύπρου. Πολλές φορές ωστόσο, όπως αντιλαμβανόμαστε από τις πηγές, οι Βενετοί αξιωματούχοι για τις άθλιες συνθήκες στις οποίες διαβιούσαν οι πάροικοι ένιπταν τας χείρας τους ως Πόντιοι Πιλάτοι. Οι περισσότεροι Βενετοί διοικητές, όταν αντιλαμβάνονταν πόσο άθλια διαβιούσαν οι πάροικοι, ή όταν διαμαρτύρονταν οι ελεύθεροι καλλιεργητές (φραγκομάτοι) για τις βαριές αγγαρείες τις οποίες ήταν υποχρεωμένοι να εκτελούν,   επέρριπταν ευθύνη στις αποφάσεις και στους νόμους της εποχής των βασιλέων, όπως χαρακτηριστικά διαβάζουμε σε σχετικά έγγραφα. Μερικοί από αυτούς που είχαν αισθήματα ανθρωπισμού εξέφραζαν τον φόβο ότι εξαιτίας της  άθλιας ζωής των παροίκων ίσως κάποια μέρα να έπεφτε επάνω τους η τιμωρία του Θεού. Στο δημοσίευμά μας σήμερα θα αναφερθούμε σε φόρους για τα ζώα και τους βοσκούς και για υποχρεωτικές εισφορές που είχαν δημιουργηθεί επί Φραγκοκρατίας και ίσχυαν και επί Βενετοκρατίας. Κληρονομιά και αυτοί της εποχής των βασιλέων.

Η υποχρεωτική εισφορά ( rata)

Μία υποχρεωτική εισφορά ετέθη σε ισχύ κατά τα χρόνια της βασιλείας του τελευταίου Φράγκου βασιλιά Ιακώβου Β´ Lusignan. Ο ιστορικός Φλώριος  Βουστρώνιος διασώζει στο έργο του έναν μακρύ κατάλογο χωριών και άλλων ευεργεσιών και αξιωμάτων που είχε παραχωρήσει στους οπαδούς του ο εν λόγω βασιλιάς, οι οποίοι τον βοήθησαν να σφετεριστεί το στέμμα του βασιλείου της Κύπρου από την ετεροθαλή αδελφή του και τη νόμιμη βασίλισσα Καρλόττα Lusignan.  Οι παραχωρήσεις όλων αυτών των χωριών, των προνομιών και άλλων, έφεραν το βασίλειο σε δύσκολη οικονομική κατάσταση. Ο βασιλιάς τότε ορθά σκέφτηκε πώς να εξεύρει οικονομικούς πόρους για το βασίλειο. Όσους είχε ευεργετήσει με δωρεές και παραχωρήσεις αποφάσισε αργότερα να τους ζητήσει να καταβάλλουν μία υποχρεωτική εισφορά,  αποκαλούμενη στις πηγές ως rata. Αυτή η υποχρεωτική εισφορά σχετιζόταν ανάλογα  με την περιουσία που κάποιοι κατείχαν και τα εισοδήματα που εισέπρατταν. Η rata (ή  rate) εισπράττετο από υπαλλήλους της βενετικής διακυβέρνησης, τους ονομαζόμενους μπανιέρους (bannieri), οι οποίοι υπηρετούσαν τη βενετική διοίκηση. Αργότερα, επί βενετικής κυριαρχίας, η rata είχε αποφασιστεί να εισπράττεται ετησίως κατά τακτά διαστήματα, όπως συνηθιζόταν  στην περίπτωση των εκμισθώσεων των  γαιών που ανήκαν στο κράτος (Real). Εάν κάποιος καθυστερούσε να πληρώσει την υποχρεωτική αυτή εισφορά, του επιβαλλόταν πρόστιμο.

Η απόφαση της Γερουσίας το 1489, μόλις είχε δηλαδή περάσει η Κύπρος στην εξουσία της Βενετίας, όριζε να μην εισπράττεται από τις rate, ούτε από τις δεκάτες πρόστιμο. Επίσης, υπήρχε και σχετική απόφαση του Συμβουλίου των Δέκα του 1529, σύμφωνα με την οποία οι οφειλές που προέρχονταν από τις υποχρεωτικές εισπράξεις (rate), όπως ακριβώς και οι οφειλές από τις εκμισθώσεις γαιών, θα κάλυπταν τις αμοιβές των στρατιωτών. Οι υπήκοοι πέτυχαν να απαλλαγούν από τις οφειλές που έπρεπε να καταβάλουν έως το 1534. Στον μέλλον όμως, σύμφωνα με απόφαση της Γαληνοτάτης, όσοι δεν θα πλήρωναν κατά διαστήματα εντός του έτους τα οφειλόμενα χρήματα, τότε θα ήταν αναγκασμένοι να καταβάλλουν και πρόστιμο, όπως ίσχυε και στους οφειλέτες  για τις εκμισθώσεις γαιών.

Κατά τη Φραγκοκρατία και κατά τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας απαντούν στις πηγές αναφορές για έναν φόρο επί των μικρών ζώων (animali minuti), δηλαδή προβάτων ή κατσικιών, τον αποκαλούμενο marzason. Ο όρος αυτός απαντά και σε  έγγραφο του 15ου αιώνα επί Φραγκοκρατίας στην ελληνική γλώσσα της εποχής ως μαρτσασίο. Ας σημειωθεί ωστόσο ότι ο φόρος αυτός επί των μικρών ζώων, όπως αποκαλούνται στις πηγές της ίδιας εποχής τα πρόβατα και τα κατσίκια, ίσχυε σε ολόκληρη την Κύπρο. Πολλά   στοιχεία ωστόσο για τον σχετικό φόρο επί των μικρών ζώων μάς γνωστοποιούνται από έγγραφα που αφορούν την Αμμόχωστο και τη χερσόνησο της Καρπασίας.

Ο βασιλιάς Ιάκωβος Β´ Lusignan, το 1464  κατόρθωσε αυτό που δεν κατόρθωσαν οι πρόγονοί του βασιλείς, δηλαδή οι Πέτρος Β’, Ιάκωβος Α´, Ιανός και ο πατέρας του Ιωάννης Β´ Lusignan. Να επανακτήσει την Αμμόχωστο από την εξουσία των Γενουατών και υπέγραψε με την παράδοση της πόλης μία συνθήκη μαζί τους.  Σύμφωνα με αυτή τη συνθήκη της παράδοσης, ο βασιλιάς δέχθηκε να διατηρηθούν οι ατέλειες και τα προνόμια που απολάμβανε η πόλη κατά τα χρόνια της γενουατοκρατίας. Ένα προνόμιο, μεταξύ άλλων, ήταν η απαλλαγή του φόρου  marzason, σύμφωνα με τον οποίο οι κάτοχοι μικρών ζώων όφειλαν να καταβάλλουν ετησίως για κάθε ζώο δεκατέσσερα χαρτζία. Τα προνόμια αυτά τα επικύρωσε και η Γαληνοτάτη όταν προσάρτησε την Κύπρο. Όμως, πολύ συχνά οι υπάλληλοι της βενετικής διοίκησης στην Κύπρο, και στη συγκεκριμένη περίπτωση οι αποκαλούμενοι agenti fiscali, δηλαδή οι φορολογικοί υπάλληλοι, αμφισβητούσαν τα προνόμια αυτά. Οι διαμαρτυρίες και οι διεκδικήσεις που ακολούθησαν για αναγνώριση εκ νέου των προνομίων αυτών προκαλούσαν όχι μόνο ταλαιπωρίες, αλλά και έξοδα στους κατοίκους της Κύπρου. Η Γαληνοτάτη ωστόσο με την τέλεια γραφειοκρατία ζητούσε σχετικές λεπτομέρειες και εξηγήσεις από τους εκπροσώπους της πόλης για να πάρει τελική απόφαση. Οι πρέσβεις της πόλης ήδη από 1491 είχαν ζητήσει απαλλαγή, όπως σχολιάσαμε σε πρόσφατο δημοσίευμά μας, αυτού του φόρου για τα ζώα που είχαν οι κάτοικοι των χωριών έξω από την Αμμόχωστο σε ακτίνα δύο μιλίων, οι οποίοι αναφέρονται σε έγγραφο του 15ου αιώνα ως Δυομιλίτες. Η Γαληνοτάτη ωστόσο δεν συμφώνησε, γιατί υπολόγισε εύστοχα ότι θα ελαττώνονταν τα έσοδα του Δημοσίου.

O φόρος αυτός για τα μικρά ζώα είχε προκαλέσει πολλά προβλήματα, όπως συνάγεται από το αρχειακό υλικό που έχουμε στη διάθεσή μας, και το οποίο αφορά τη χερσόνησο της Καρπασίας, εξαιτίας της εκμίσθωσης τού εν λόγω φόρου. Οι εκμισθωτές εκμεταλλεύονταν  τους αγρότες που ήταν ελεύθεροι καλλιεργητές (francomati), γιατί δεν εφάρμοζαν τους σχετικούς κανονισμούς που αφορούσαν αυτές τις εκμισθώσεις. Οι εκμισθωτές του φόρου μαρτσασίο ήταν υποχρεωμένοι κάθε τρεις μήνες να εισπράττουν και να παραδίδουν στο κράτος  τα χρήματα, ώστε να δίνεται η ευχέρεια στους  φραγκομάτους να πληρώνουν σε δόσεις  τις οφειλές τους. Η πρακτική  ωστόσο που ακολουθούσαν οι εκμισθωτές  ήταν άλλη, αφού απαιτούσαν ολόκληρο το ποσό από τους αγρότες. Αυτοί, εύλογα, δεν  είχαν χρήματα και δεν μπορούσαν να πληρώσουν, και οι εκμισθωτές  αποσπούσαν ως ενέχυρα αντικείμενα ή και άλλα είδη από τα πενιχρά περιουσιακά τους στοιχεία, χωρίς αποδείξεις. Μετά από σχετικές διαμαρτυρίες, και με τη μεσολάβηση των εκπροσώπων της κοινότητας της Αμμοχώστου, η Δημοκρατία της Βενετίας αναγνώρισε τα δικαιώματα των φτωχών αγροτών της Καρπασίας και έδωσε εντολή όπως οι εκμισθωτές  ακολουθούν τους κανονισμούς του Δημοσίου Ταμείου.

Μία άλλη είδηση σχετικά με τον φόρο που όφειλε να πληρώνει κάθε βοσκός και ο οποίος ίσχυε και επί Φραγκοκρατίας, ήταν ο εξής: Όπως έχουμε αναφέρει και στο παρελθόν σε πολλά δημοσιεύματά μας, τη διοικητική επίβλεψη της χερσονήσου της Καρπασίας είχε ένας βάιλος και αυτή της Μεσαορίας ένας διοικητής με τον τίτλο καπιτάνος της Σίγουρης. Από την εποχή των βασιλέων, όπως αναφέρεται σε μία πηγή επί Βενετοκρατίας, κάθε βοσκός όφειλε να πληρώνει ως φόρο ένα ευνουχισμένο ζώο ή τρία βυζάντια. Ο φόρος αυτός ήταν η αμοιβή του βάιλου της Καρπασίας. Αργότερα, επί Βενετοκρατίας, ο κάθε βοσκός όφειλε να πληρώνει πέντε βυζάντια ως ετήσια εισφορά ως αμοιβή  στον βάιλο Καρπασίας. Γύρω στα 1506, όταν ήταν γενικός προνοητής και σύνδικος ο Bernardin Loredan, έδωσε αυστηρή εντολή να μην επιβαρύνονται οι αγρότες  της Καρπασίας, όταν πληροφορήθηκε τα παράπονα και τις διαμαρτυρίες τους.   Περισσότερο ενδιαφέρουσα διευθέτηση για τον φόρο αυτό των βοσκών, που προοριζόταν για την αμοιβή του βάιλου της Καρπασίας, έδωσε ο οικονομικός επιθεωρητής Cosimo da Mosto. Με ειδική διάταξη θέσπισε όπως ο φόρος αυτός  έπρεπε να καταβάλλεται μόνο από όσους  είχαν κοπάδια αποτελούμενα από διακόσια ζώα, αλλά ο φόρος αυτός είχε ορισθεί στα επτά καράτια για κάθε ζώο. Επίσης, αυτοί με τα μεγάλα κοπάδια των διακοσίων ζώων απαλλάσσονταν από αγγαρείες. Οι υπόλοιποι βοσκοί με τα μικρά κοπάδια όφειλαν να καταβάλλουν τον φόρο μαρτσασίο και την ετήσια εισφορά στον βάιλο, αλλά όφειλαν, επίσης, να εκτελούν και αγγαρείες.

Τα κοπάδια επί Φραγκοκρατίας δεν  περιλάμβαναν περισσότερα από πενήντα ζώα, αλλά αργότερα η Δημοκρατία της Βενετίας έδωσε μεγαλύτερη ώθηση στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, και αυτό μαρτυρείται στα όσα αναφέραμε παραπάνω. Κυρίως, όμως, αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι απάλλασσε από τις αγγαρείες όσους βοσκούς είχαν κοπάδια που ανέρχονταν στα διακόσια ζώα…

You May Also Like

Αρχειακές μαρτυρίες για την οικογένεια Sanson

Γράφει η Νάσα Παταπίου Στις 25 Σεπτεμβρίου 1570, ο Βενετός βάιλος ενημέρωνε τις βενετικές ...

Οι Δυομιλίτες: Προνόμια των έξω από την πόλη Αμμοχωστιανών (15ος-16ος αι.)

Στο σημερινό δημοσίευμά μας επιστρέφουμε στην πλούσια ιστορία της Αμμοχώστου, η οποία χαρακτηρίζεται ήδη ...

Θρύλοι και παραδόσεις για την Παναγία από την κωμόπολη Ριζοκαρπάσου

Γράφει η Νάσα Παταπίου Η κωμόπολη Ριζοκαρπάσου, μέσα και γύρω από αυτήν, είναι διάσπαρτη ...

Πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια

Γράφει η Νάσα Παταπίου Ένα προσωπικό -νοερό- ταξίδι στη βυζαντινή χερσόνησο Ακρωτίκη, στο Ριζοκάρπασο, ...

Ιστορικές ειδήσεις για το Πεντάσχοινο

Το χωριό Πεντάσχοινο της Κύπρου, στο διαμέρισμα της Λάρνακας, έσβησε με το πέρασμα των ...

Αθησαύριστες ειδήσεις από τα κατάστιχα του Βατικανού

Tα κατάστιχα του Βατικανού εμπλουτίζουν τις γνώσεις μας για την τοπογραφία της μεσαιωνικής Λευκωσίας ...

X