Πρίμο Λέβι αριθμός 174517 – η εμπειρία του απόλυτου κακού

Γράφει ο Μάριος Δημητρίου

«Ταξιδέψαμε ως εδώ μέσα σε σφραγισμένα βαγόνια, είδαμε τις γυναίκες και τα παιδιά μας να τους καταπίνει το σκοτάδι, σκλάβοι πηγαινοερχόμαστε χιλιάδες φορές στην βουβή δουλειά, νεκροί στη ψυχή πριν τον ανώνυμο θάνατο. Δεν θα ξαναγυρίσουμε. Κανείς δεν πρέπει να βγει από δω, κανείς που θα μπορούσε να φέρει στον κόσμο μαζί με τον χαραγμένο στη σάρκα του αριθμό τη δυσοίωνη είδηση του τι κατάφερε να κάνει άνθρωπος στον άνθρωπο στο Άουσβιτς» (Πρίμο Λέβι «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος).

Ήταν Φεβρουάριος του 1986 όταν ο Ιταλοεβραίος συγγραφέας του Ολοκαυτώματος Πρίμο Λέβι (Primo Levi), χημικός στο επάγγελμα, δημοσίευσε στα 68 του χρόνια ένα αθάνατο κείμενο όπου απαντά στις ερωτήσεις που του απηύθυναν πιο συχνά για την εμπειρία του στο Άουσβιτς, όπου είχε μεταφερθεί στα 23 του χρόνια, έναν άλλο Φεβρουάριο, αυτόν του 1944 και όπου βίωσε το απόλυτο κακό, για ένα χρόνο,  πριν απελευθερωθεί από τον Κόκκινο Στρατό στις 27 Ιανουαρίου του 1945, μαζί με ελάχιστους συγκρατούμενούς του που είχαν επιβιώσει. Υπολογίζεται πως περισσότεροι από ένα εκατομμύριο άνθρωποι σκοτώθηκαν στους θαλάμους αερίων ή πέθαναν από την πείνα και τις αρρώστιες στο Άουσβιτς. Το 90% ήταν Εβραίοι. 

Να τι έγραψε, μεταξύ άλλων ο Πρίμο Λέβι συγγραφέας των αριστουργημάτων «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος» («Se questo è un uomo»), «Η ανακωχή» («La tregua»), «Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν» («I sommersi e i salvati»), «Αν όχι τώρα, πότε;» («Se non ora, quando?»):

«Όσο ήμουν στο στρατόπεδο, η ανάγκη μου να πω την ιστορία, ήταν τόσο δυνατή που άρχισα να περιγράφω τις εμπειρίες μου εκεί, επιτόπου, σε αυτό το γερμανικό εργαστήριο, το «γεμάτο» με εξοντωτικό κρύο, πόλεμο και άγρυπνα μάτια. Και παρόλα αυτά, ήξερα ότι δεν θα μπορούσα κάτω από οποιαδήποτε περίπτωση, να διαφυλάξω αυτά τα προχειρογραμμένα σημειώματα. Μόλις επέστρεψα στην Ιταλία, αισθάνθηκα υποχρεωμένος να γράψω και μέσα σε λίγους μήνες, έγραψα το «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος». Περίπου 15 χρόνια αργότερα, έγραψα το «Η ανακωχή». Μου έχουν υποβληθεί πολλές ερωτήσεις σχετικά με αυτά τα βιβλία, τις οποίες προτίθεμαι να απαντήσω εδώ».

Στα βιβλία σας δεν χρησιμοποιείτε εκφράσεις μίσους για τους Γερμανούς, ούτε εκφράζετε επιθυμία για εκδίκηση. Τους έχετε συγχωρήσει;

-«Θεωρώ το μίσος κάτι κτηνώδες και ακατέργαστο και γι’ αυτό προτιμώ oι ενέργειες και oι σκέψεις μου να αποτελούν προϊόν όσο το δυνατόν περισσότερο της λογικής. Πολύ λιγότερο αποδέχομαι το μίσος που απευθύνεται συλλογικά σε μια εθνική ομάδα, για παράδειγμα σε όλους τους Γερμανούς. Aν το δεχόμουν αυτό, θα ήταν σαν να ακολουθούσα τις αρχές του ναζισμού, που ιδρύθηκε ακριβώς στη βάση του εθνικού και φυλετικού μίσους. Πρέπει να παραδεχτώ ότι αν είχα μπροστά μου έναν από τους διώκτες μας εκείνων των ημερών, συγκεκριμένα, γνώριμα πρόσωπα, θα έμπαινα στον πειρασμό να μισήσω και μάλιστα βίαια. Αλλά ακριβώς επειδή δεν είμαι φασίστας ή ναζιστής, αρνούμαι να υποκύψω σε αυτόν τον πειρασμό. Πιστεύω στη λογική και τη συζήτηση, ως υπέρτατα μέσα προόδου. Έτσι, καθώς περιέγραφα τον τραγικό κόσμο του Άουσβιτς, υιοθέτησα σκόπιμα την ήρεμη και νηφάλια γλώσσα του μάρτυρα, όχι τους θρηνητικούς τόνους του θύματος, ή τη θυμωμένη φωνή κάποιου που αναζητά εκδίκηση. Θεωρούσα ότι όσο πιο αντικειμενικά κατάφερνα να αποδώσω τη μαρτυρία μου, όσο λιγότερο συναισθηματικά φορτισμένη, τόσο πιο αξιόπιστη και χρήσιμη θα ήταν. Την ίδια στιγμή, δεν θα ήθελα, η απουσία μιας απερίφραστης καταδίκης, να συγχέεται με μία άνευ όρων συγχώρεση. Όχι, δεν έχω συγχωρήσει κανέναν από τους ενόχους και δεν είμαι πρόθυμος να συγχωρήσω ούτε έναν από αυτούς, εκτός κι αν έχει δείξει (με πράξεις, όχι με λόγια και όχι πολύ αργά), ότι έχει συνειδητοποιήσει τα εγκλήματα και τα λάθη και είναι αποφασισμένος να τα καταδικάσει, να τα ξεριζώσει από τη συνείδησή του και να διαμορφώσει και τις συνειδήσεις των άλλων, επειδή ένας εχθρός που βλέπει τα λάθη του, παύει να είναι εχθρός».

Ήξεραν οι Γερμανοί πολίτες, τι συνέβαινε;

-«Πώς είναι δυνατόν η εξολόθρευση εκατομμυρίων ανθρώπων να μπορούσε να πραγματοποιηθεί στην καρδιά της Ευρώπης, χωρίς να γνωρίζει κανείς; Ο κόσμος στον οποίο ζούμε εμείς οι δυτικοί, σήμερα, πάσχει από σοβαρές αβλεψίες και κινδύνους, αλλά σε σύγκριση με τις χώρες και τις εποχές, κατά τις οποίες η δημοκρατία καταπνίγεται, έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα: όλοι γνωρίζουν για όλα. Η πληροφόρηση σήμερα είναι η «τέταρτη εξουσία». Σε ένα αυταρχικό κράτος δεν ισχύει αυτό. Υπάρχει μόνο μία Αλήθεια που διακηρύσσεται από τα πάνω. Οι εφημερίδες είναι όλες ίδιες, επαναλαμβάνουν τη μία και μοναδική αλήθεια. Η προπαγάνδα υποκαθιστά την πληροφόρηση. Είναι σαφές ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες, καθίσταται δυνατό (αν και όχι πάντα εύκολο, αφού ποτέ δεν είναι εύκολο να πλήξεις με τέτοια βία την ανθρώπινη φύση), να σβήσουμε αρκετά μεγάλα κομμάτια της πραγματικότητας. Ωστόσο δεν ήταν δυνατόν να μείνει κρυφή η ύπαρξη ενός τόσο οργανωμένου συστήματος, όπως αυτό των στρατοπέδων συγκέντρωσης, από τον γερμανικό λαό. Επιπλέον, από τη ναζιστική σκοπιά, αυτό δεν ήταν κάτι επιθυμητό. Η δημιουργία και η διατήρηση μιας ατμόσφαιρας γενικευμένου, απροσδιόριστου τρόμου στη χώρα, ήταν ένας από τους στόχους του ναζισμού. Ήταν εξίσου βολικό, οι ίδιοι οι πολίτες να γνωρίζουν ότι το να αντιταχθούν στον Χίτλερ, ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο. Στην πραγματικότητα εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί περιορίστηκαν στα στρατόπεδα από τους πρώτους μήνες του Ναζισμού: κομμουνιστές, σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι, εβραίοι, προτεστάντες, καθολικοί. Όλη η χώρα το γνώριζε, ήξεραν ότι στα στρατόπεδα οι άνθρωποι υποφέρουν και πεθαίνουν. Είναι αλήθεια ωστόσο ότι η μεγάλη μάζα των Γερμανών, παρέμεινε ανενημέρωτη για τις πιο άθλιες λεπτομέρειες όσων συνέβησαν αργότερα, στα στρατόπεδα: η μεθοδικά βιομηχανοποιημένη εξολόθρευση εκατομμυρίων ανθρώπων, οι θάλαμοι αερίων, οι κλίβανοι καύσης, όλα αυτά δεν προορίζονταν να γίνουν γνωστά και στην πραγματικότητα λίγοι τα γνώριζαν μέχρι το τέλος του πολέμου. Μεταξύ άλλων προφυλάξεων, για να διατηρηθεί το μυστικό, χρησιμοποιήθηκαν προσεχτικά μελετημένοι κυνικοί ευφημισμοί στην επίσημη γλώσσα: κανείς δεν μίλησε για «εξόντωση» αλλά για «τελική λύση», όχι για «απέλαση» αλλά για «μεταφορά», όχι «δολοφονία με αέρια», αλλά «ειδική μεταχείριση». Ευλόγως ο Χίτλερ φοβόταν ότι αυτές οι τρομακτικές ειδήσεις, εάν αποκαλύπτονταν, θα έθεταν σε κίνδυνο την τυφλή πίστη που του είχε η χώρα και θα πλήττονταν το ηθικό των στρατιωτών. Ωστόσο οι περισσότεροι Γερμανοί διέθεταν ποικίλες πηγές πληροφόρησης. Το να γνωρίζει και να μιλάει κανείς για όσα ήξερε, ήταν ένας τρόπος να κρατήσει την απόστασή του από τον Ναζισμό. Αλλά οι περισσότεροι Γερμανοί δεν ήξεραν, γιατί δεν ήθελαν να ξέρουν. Στην πραγματικότητα, ήθελαν να μην ξέρουν. Είναι αλήθεια ότι ο γερμανικός λαός, στο σύνολό του, δεν προσπάθησε καν, να αντισταθεί. Στη Γερμανία του Χίτλερ, υπήρξε ένας ιδιαίτερα διαδεδομένος κώδικας: αυτοί που ήξεραν δεν μιλούσαν· όσοι δεν γνώριζαν, δεν έκαναν ερωτήσεις· όσοι έκαναν ερωτήσεις, δεν λάμβαναν απαντήσεις. Κλείνοντας το στόμα, τα μάτια του και τα αυτιά του, ο τυπικός Γερμανός πολίτης, δημιούργησε για τον εαυτό του την ψευδαίσθηση ότι δεν γνώριζε, επομένως δεν ήταν συνεργός σε όσα συνέβαιναν έξω από την πόρτα του».

Υπήρχαν κρατούμενοι που διέφυγαν από τα στρατόπεδα; Πώς γίνεται και δεν υπήρξαν μεγάλες εξεγέρσεις;

-«Αυτό είναι από τα πιο συχνά ερωτήματα που μου θέτουν. Πρέπει επομένως να πηγάζει από κάποια ιδιάζουσα περιέργεια ή ανάγκη. Η ερμηνεία μου, είναι αισιόδοξη: Οι σημερινοί νέοι, πιστεύουν ότι η ελευθερία είναι ένα προνόμιο, χωρίς το οποίο δεν μπορεί κανείς να ζήσει, ανεξαρτήτως συνθηκών. Γι’ αυτούς, λοιπόν, η ιδέα της φυλακής, συνδέεται άμεσα με την ιδέα της απόδρασης ή της εξέγερσης. Η έννοια της απόδρασης ως ηθικής υποχρέωσης, ενισχύεται από τη ρομαντική λογοτεχνία, από τη λαϊκή λογοτεχνία και από τον κινηματογράφο, στον οποίο ο ήρωας, αδίκως (ή και δικαίως) φυλακισμένος, προσπαθεί πάντα να δραπετεύσει, ακόμη και στις λιγότερο ευνοϊκές περιστάσεις – και η προσπάθειά του στέφεται πάντα με επιτυχία. Ίσως είναι καλό το ότι η στέρηση της ελευθερίας θεωρείται κάτι μη φυσιολογικό, σαν μια ασθένεια που πρέπει να θεραπευθεί με διαφυγή ή εξέγερση.

 

 

Δυστυχώς, αυτή η εικόνα προσεγγίζει στο ελάχιστο την αλήθεια, για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μόνο μερικές εκατοντάδες αιχμάλωτοι προσπάθησαν να ξεφύγουν, για παράδειγμα, από το Άουσβιτς. Από αυτούς, ίσως, λίγοι τα κατάφεραν. Η απόδραση ήταν δύσκολη και εξαιρετικά επικίνδυνη. Οι φυλακισμένοι ήταν εξαντλημένοι και αποδυναμωμένοι από την πείνα και την κακομεταχείριση. Τα κεφάλια τους ήταν ξυρισμένα, τα ριγέ ρούχα τους αμέσως αναγνωρίσιμα και τα ξύλινα παπούτσια τους, έκαναν αδύνατο το αθόρυβο και γρήγορο περπάτημα. Δεν είχαν χρήματα και δεν μιλούσαν την πολωνική, την τοπική γλώσσα, ούτε είχαν επαφές στην περιοχή, η οποία τους ήταν ξένη. Πάνω από όλα, χρησιμοποιήθηκαν σκληρά αντίποινα, για να αποθαρρυνθούν οι προσπάθειες διαφυγής. Όποιος πιάστηκε προσπαθώντας να δραπετεύσει, κρεμάστηκε δημόσια (συχνά, μετά από σκληρά βασανιστήρια). Όταν αποκαλυπτόταν μια απόδραση, οι φίλοι του φυγόδικου θεωρούνταν συνεργοί και αφήνονταν να πεθάνουν από πείνα. Όλοι οι υπόλοιποι κρατούμενοι, αναγκάζονταν να σταθούν όρθιοι για 24 ώρες. Κάποιες φορές οι γονείς των «ενόχων» συλλαμβάνονταν και στέλνονταν σε στρατόπεδα. Οι φρουροί των SS που σκότωναν έναν φυλακισμένο κατά τη διάρκεια μιας απόπειρας διαφυγής, λάμβαναν ειδική άδεια. Σαν αποτέλεσμα, συνέβαινε συχνά ένας φρουρός SS να πυροβολεί φυλακισμένους που δεν είχαν πρόθεση να διαφύγουν, για να δικαιούται άδεια. Το γεγονός αυτό αύξησε τεχνητά τον επίσημο αριθμό προσπαθειών απόδρασης, που καταγράφηκε στα στατιστικά στοιχεία. Όπως έχω πει, ο πραγματικός αριθμός ήταν πολύ μικρός, αποτελούμενος σχεδόν αποκλειστικά από έναν ελάχιστο αριθμό «άριων» (δηλαδή μη Εβραίων) Πολωνών κρατουμένων, που ζούσαν σχετικά κοντά στον καταυλισμό και συνεπώς είχαν τη διαβεβαίωση, ότι θα τους προστάτευαν οι ντόπιοι. Όσο για το ότι δεν υπήρχαν εξεγέρσεις, η ιστορία είναι κάπως διαφορετική. Καταρχάς, πρέπει να θυμόμαστε ότι κάποιες εξεγέρσεις έχουν επιβεβαιωθεί σε ορισμένα στρατόπεδα: Treblinka, Sobibor, ακόμη και Birkenau, που ήταν ένα από τα παραρτήματα του Άουσβιτς. Δεν ήταν πολλές. Όπως και η εξέγερση στο γκέτο της Βαρσοβίας, αντιπροσώπευαν μάλλον παραδείγματα έκτακτου ηθικού σθένους. Σε κάθε περίπτωση, σχεδιάστηκαν και οδηγήθηκαν από φυλακισμένους που ήταν προνομιούχοι με κάποιο τρόπο και κατά συνέπεια βρίσκονταν σε καλύτερη φυσική και πνευματική κατάσταση, από ό,τι ο μέσος κρατούμενος. Αυτό δεν προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη: μόνο με την πρώτη ματιά, φαίνεται παράδοξο ότι οι άνθρωποι που επαναστάτησαν, ήταν εκείνοι που υπέφεραν λιγότερο. Και εκτός στρατοπέδων, οι αγώνες σπάνια οδηγούνται από τους καταπιεσμένους. Οι άνθρωποι στα κουρέλια, δεν εξεγείρονται. Στα στρατόπεδα πολιτικών κρατουμένων, ή εκεί όπου οι πολιτικοί κρατούμενοι ήταν πλειοψηφία, οι συνωμοσίες δεν ήταν ασυνήθιστες και συχνά ήταν αποτέλεσμα αρκετά αποτελεσματικών πρακτικών, πάντως όχι ανοιχτών εξεγέρσεων. Ανάλογα με τα στρατόπεδα και τη χρονική συγκυρία, οι κρατούμενοι πετύχαιναν, για παράδειγμα, να εκβιάζουν ή να διαφθείρουν τα SS, περιορίζοντας έτσι τη χωρίς όρια εξουσία τους – να σαμποτάρουν εργασίες της πολεμικής βιομηχανίας, να οργανώσουν αποδράσεις, να επικοινωνούν μέσω ραδιοφώνου με τους Συμμάχους και να τους παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τις τρομακτικές συνθήκες που επικρατούσαν στα στρατόπεδα, να βελτιώσουν τη μεταχείριση των ασθενών, υποκαθιστώντας τους γιατρούς των κρατουμένων, να παίξουν ρόλο στην «καθοδήγηση» της διαλογής, ώστε να στέλνονται στο θάνατο κατάσκοποι και προδότες, σώζοντας κρατουμένους, η επιβίωση των οποίων είχε ιδιαίτερη σημασία. Επίσης να συμβάλλουν στην προετοιμασία, ακόμα και με στρατιωτικούς όρους, αντίστασης σε περίπτωση που οι Ναζί αποφάσιζαν, με το Μέτωπο να έρχεται πιο κοντά, να εξαφανίσουν τα στρατόπεδα (όπως άλλωστε έκαναν). Στα στρατόπεδα όπου η πλειονότητα ήταν Εβραίοι, όπως το Άουσβιτς, η οποιαδήποτε αντίσταση, ενεργητική ή παθητική, ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Οι κρατούμενοι ήταν ως επί το πλείστο στερημένοι από οποιαδήποτε οργανωτική ή στρατιωτική εμπειρία. Προέρχονταν από όλες τις χώρες της Ευρώπης και μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες. Είχαν υποστεί λιμοκτονία, ήταν πιο αδύναμοι και εξαντλημένοι από τους υπόλοιπους και συχνά είχαν πίσω τους μια μακρά ιστορία πείνας, διωγμών και ταπείνωσης στα γκέτο. Η περίοδος διαμονής τους στα στρατόπεδα ήταν τραγικά σύντομη. Ήταν εν συντομία ένας κυμαινόμενος πληθυσμός, συνεχώς αποδεκατισμένος από τον θάνατο, που ανανεωνόταν από την ατελείωτη άφιξη καινούργιων κρατουμένων. Μπορεί να αναρωτιέστε γιατί οι φυλακισμένοι που μόλις αποβιβάζονταν από τα τρένα δεν εξεγείρονταν, όσο περίμεναν για ώρες (μερικές φορές για μέρες!) να εισέλθουν στους θαλάμους αερίων. Πρέπει να προσθέσω ότι οι Γερμανοί είχαν τελειοποιήσει ένα διαβολικά έξυπνο και ευπροσάρμοστο σύστημα συλλογικού θανάτου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, όσοι κατέφταναν δεν ήξεραν τι τους περίμενε. Τους υποδέχονταν με ψυχρή αποτελεσματικότητα, αλλά χωρίς βιαιότητα, καλώντας τους να ξεντυθούν για το «ντους». Μερικές φορές τους έδιναν σαπούνι και πετσέτες και τους υπόσχονταν ζεστό καφέ μετά τα ντους. Οι θάλαμοι αερίων ήταν καμουφλαρισμένοι με σωλήνες, βρύσες, γκαρνταρόμπα, γάντζους ρούχων, παγκάκια και ούτω καθεξής. Εάν οι κρατούμενοι έδειχναν το ελάχιστο σημάδι ότι γνώριζαν ή υποπτεύονταν την αναπόδραστη μοίρα, οι SS και οι συνεργάτες τους, χρησιμοποιούσαν εκπληκτικές τακτικές – παρεμβαίνοντας με ακραίες βιαιότητες, με φωνές, απειλές, κλωτσιές, πυροβολισμούς· ελευθερώνοντας τα σκυλιά τους, τα οποία ήταν εκπαιδευμένα να κομματιάζουν ανθρώπους, ανθρώπους μπερδεμένους, απελπισμένους, αποδυναμωμένους έπειτα από πέντε ή δέκα ημέρες ταξιδιού, σε σφραγισμένα σιδηροδρομικά οχήματα. Έτσι, αυτό που έχει ειπωθεί μερικές φορές –ότι η δειλία κράτησε τους Εβραίους από το να επαναστατήσουν – είναι παράλογο και προσβλητικό. Αρκεί να θυμηθούμε ότι οι θάλαμοι αερίων στο Άουσβιτς, δοκιμάστηκαν πρώτα σε μια ομάδα 300 Ρώσων αιχμαλώτων πολέμου – νεαρών, στρατιωτικά εκπαιδευμένων, πολιτικά κακοποιημένων, που δεν παρεμποδίζονταν από την παρουσία γυναικών και παιδιών – και ούτε καν αυτοί, δεν εξεγέρθηκαν. Θα ήθελα να προσθέσω μια τελευταία σκέψη. Η βαθιά ριζωμένη συνείδηση ​ότι δεν πρέπει να συναινέσεις στην καταπίεση, αλλά αντίθετα οφείλεις να αντισταθείς, δεν ήταν ευρέως διαδεδομένη στη φασιστική Ευρώπη και ήταν ιδιαίτερα αδύναμη στην Ιταλία. Ήταν η κληρονομιά ενός περιορισμένου κύκλου, πολιτικά ενεργών ανθρώπων. Αλλά ο φασισμός και ο ναζισμός απομόνωσαν, εκδίωξαν, τρομοκράτησαν ή κατέστρεψαν αυτούς τους ανθρώπους. Δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι τα πρώτα θύματα των γερμανικών στρατοπέδων, κατά εκατοντάδες χιλιάδες, ήταν τα στελέχη των αντιναζιστικών πολιτικών κομμάτων. Χωρίς τη συμβολή τους, η βούληση για αντίσταση, θα ξεκινούσε πολύ αργότερα».

Γιατί μιλάτε μόνο για τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης και όχι και για τα σοβιετικά;

«Μπορώ να μιλήσω για τα πράγματα που υπέμεινα και είδα. Τα βιβλία μου δεν αποτελούν ιστορίες. Κατά τη σύνταξή τους περιορίστηκα αυστηρά στην αναφορά γεγονότων για τα οποία είχα άμεση εμπειρία, εξαιρουμένων αυτών που έμαθα αργότερα από βιβλία ή εφημερίδες. Γι’ αυτό δεν μιλάω γενικά για τα ρωσικά στρατόπεδα. Ευτυχώς δεν ήμουν ποτέ σε αυτά και έτσι το μόνο που μπορώ είναι να επαναλάβω είναι πράγματα που έχω διαβάσει, που είναι ήδη γνωστά σε όλους όσους ενδιαφέρονται για το θέμα.

Παρόλα αυτά δεν θέλω ούτε μπορώ να αποφύγω το καθήκον που έχει ο καθένας μας να διατυπώσει μια κρίση ή μια άποψη. Εκτός από τις προφανείς ομοιότητες μεταξύ των γερμανικών και των ρωσικών στρατοπέδων, νομίζω ότι μπορώ να παρατηρήσω σημαντικές διαφορές. Η κύρια διαφορά έγκειται στον οριστικό χαρακτήρα. Τα γερμανικά στρατόπεδα αποτελούν κάτι μοναδικό στην ιστορία της ανθρωπότητας, η οποία είναι αιματοβαμμένη. Στην αρχαία πρακτική της εξάλειψης ή τρομοκράτησης των πολιτικών αντιπάλων έθεσαν έναν σύγχρονο τερατώδη στόχο, να εξαφανίσουν ολόκληρους λαούς και πολιτισμούς. Ξεκινώντας περίπου το 1941, έγιναν γιγάντιες μηχανές θανάτου. Οι θάλαμοι αερίων και τα κρεματόρια σκόπιμα σχεδιάστηκαν για να αφανίσουν ανθρώπινες ζωές σε κλίμακα εκατομμυρίων. Το τρομακτικό ρεκόρ ανήκει στο Άουσβιτς, με 24 χιλιάδες νεκρούς σε μια μέρα, τον Αύγουστο του 1944. Τα σοβιετικά στρατόπεδα δεν ήταν ευχάριστα μέρη, αλλά σε αυτά ο θάνατος των κρατουμένων δεν ήταν – ακόμη και στα πιο σκοτεινά χρόνια του σταλινισμού – ρητά επιδιωκόμενος. Ήταν ένα πολύ συχνό περιστατικό και γινόταν ανεκτό με βάναυση αδιαφορία, αλλά βασικά δεν ήταν ρητώς επιδιωκόμενο. Ήταν ένα παραπροϊόν, μάλλον, απότοκο της πείνας, του κρύου, των λοιμώξεων, της σκληρής εργασίας. Σε αυτή την τρομακτική σύγκριση μεταξύ δύο μοντέλων κόλασης, πρέπει να προσθέσω και το γεγονός ότι κάποιος που έμπαινε στα γερμανικά στρατόπεδα, σπάνια επιβίωνε. Δεν προβλεπόταν καμία άλλη μοίρα, παρά μόνο ο θάνατος. Στα σοβιετικά στρατόπεδα, υπήρχε πάντοτε ένα ενδεχόμενο όριο κάθειρξης. Τον καιρό του Στάλιν, πολλοί από τους «ένοχους» έλαβαν τρομερές ποινές (έως και 15 ή 20 χρόνια), αλλά η ελπίδα για ελευθερία, έστω και αμυδρή, παρέμενε. Από αυτή τη θεμελιώδη διαφορά, απορρέουν κι άλλες. Οι σχέσεις μεταξύ φυλάκων και κρατουμένων ήταν λιγότερο απάνθρωπες στη Σοβιετική Ένωση. Όλοι ανήκαν στο ίδιο έθνος και μιλούσαν την ίδια γλώσσα, δεν είχαν καταχωρηθεί ως υπερ-ήρωες και «υπάνθρωποι» όπως στον ναζισμό. Οι άρρωστοι θεραπεύονταν, αν και ανεπαρκώς. Αντιμέτωποι με υπερβολικά σκληρή δουλειά, η διαμαρτυρία δεν ήταν αδιανόητη. Η σωματική τιμωρία ήταν σπάνια και όχι πολύ σκληρή. Ήταν δυνατή η παραλαβή επιστολών και συσκευασιών με τρόφιμα. Η ανθρώπινη προσωπικότητα, με λίγα λόγια, δεν αμφισβητήθηκε και δεν εξαλείφθηκε εντελώς. Ως γενική συνέπεια τα ποσοστά θνησιμότητας ήταν πολύ διαφορετικά στα δύο συστήματα. Στη Σοβιετική Ένωση, στις πιο σκληρές περιόδους, περίπου το 30% αυτών που εισήλθαν πέθαναν. Πρόκειται για ένα απαράδεκτα υψηλό ποσοστό. Αλλά στα γερμανικά στρατόπεδα, η θνησιμότητα ανήλθε στο 90% με 98%. Τέλος, μπορούμε να φανταστούμε τον σοσιαλισμό χωρίς στρατόπεδα – σε πολλά μέρη του κόσμου έχει πραγματοποιηθεί. Ένας ναζισμός χωρίς αυτά, είναι αδιανόητος».

Πώς μπορεί να εξηγηθεί το φανατικό μίσος των Ναζί για τους Εβραίους;

«Μπορεί να λεχθεί ότι ο αντισημιτισμός είναι μια υπόθεση μη ανεκτικότητας, ότι για αιώνες είχε κυρίως θρησκευτικό χαρακτήρα, ότι στη διάρκεια του Τρίτου Ράϊχ επιδεινώθηκε από την εθνικιστική και μιλιτιραστική προδιάθεση του Γερμανικού λαού και από τις «διαφορές» με τον Εβραϊκό λαό. Μπορεί επίσης να λεχθεί στο ίδιο πλαίσιο ότι ο αντισημιτισμός διαδόθηκε εύκολα σε όλη τη Γερμανία και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης χάρη στην ικανότητα της φασιστικής και ναζιστικής προπαγάνδας που χρειαζόταν έναν αποδιοπομπαίο τράγο για να του φορτώσει όλες τις ενοχές και τα μίση. Και ότι επιπλέον το φαινόμενο αυτό έφτασε σε ύψη παροξυσμού από τον μανιακό δικτάτορα Αδόλφο Χίτλερ. Αλλά αυτές οι κοινά αποδεκτές εξηγήσεις δεν με ικανοποιούν γιατί δεν αρκούν για να εξηγήσουν τα γεγονότα. Ξαναδιαβάζοντας την πορεία του Ναζισμού από τη σκοτεινή απαρχή του μέχρι το συντριπτικό του τέλος, δεν μπορώ ν’ αποφύγω την εικόνα μιας γενικής ατμόσφαιρας ανεξέλεγκτης τρέλας. Κι έτσι προτιμώ την ταπεινότητα με την οποία μερικοί από τους πιο σοβαρούς ιστορικούς ομολογούν ότι δεν καταλαβαίνουν τον έξαλλο αντισημιτισμό του Χίτλερ και της Γερμανίας που τον υποστήριζε. Ίσως να μην είναι δυνατόν να καταλάβει κανείς τι έγινε γιατί το να καταλάβεις είναι σχεδόν σαν να δικαιολογείς. Με αυτό εννοώ ότι καταλαβαίνοντας μια πρόταση ή μια μορφή ανθρώπινης συμπεριφοράς, σημαίνει ότι την «εσωκλείεις», ότι βάζεις τον εαυτό σου στη θέση του συγγραφέα, ότι ταυτίζεσαι μαζί του. Καμιά φυσιολογική ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι δυνατόν να ταυτιστεί με τον Χίτλερ, τον Χίμλερ, τον Γκέμπελς, τον Άϊχμαν και όλους τους άλλους ναζιστές. Ο πόλεμος μπορεί να εξηγηθεί αλλά το Άουσβιτς  δεν είχε τίποτα να κάνει με τον πόλεμο. Δεν ήταν ένα επεισόδιο σε αυτόν, ούτε μια ακραία μορφή του. Ο πόλεμος είναι πάντα ένα τρομερό και καταδικαστέο γεγονός, αλλά έχει τη λογική του και τον «καταλαβαίνουμε». Δεν υπάρχει λογική στο ναζιστικό μίσος, ένα μίσος έξω από τον άνθρωπο. Παρόλο τούτο, αν η κατανόηση είναι αδύνατη, η γνώση είναι επιτακτική γιατί αυτό που συνέβηκε μπορεί να ξανασυμβεί. Γι’ αυτό είναι καθήκον του καθενός να σκέφτεται τι έγινε και όλοι πρέπει να γνωρίζουν ότι όταν ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι μιλούσαν δημόσια, γίνονταν πιστευτοί, χειροκροτούνταν, θαυμάζονταν και λατρεύονταν σαν θεοί. Θεωρούνταν «χαρισματικοί ηγέτες» και διέθεταν μια μυστική δύναμη αποπλάνησης που δεν προερχόταν από την αξιοπιστία και την ορθότητα αυτών που έλεγαν, αλλά από τον υποδηλωτικό τρόπο που τα έλεγαν. Και πρέπει να θυμόμαστε ότι οι πιστοί οπαδοί τους, ανάμεσα τους οι πρόθυμοι εκτελεστές απάνθρωπων εντολών, δεν είχαν γεννηθεί (με λίγες εξαιρέσεις), βασανιστές ή τέρατα: ήταν συνηθισμένοι άνθρωποι. Τέρατα υπάρχουν αλλά είναι αριθμητικά πολύ λίγα για να είναι επικίνδυνα. Περισσότερο επικίνδυνοι είναι οι συνηθισμένοι άνθρωποι, οι αξιωματούχοι που είναι έτοιμοι να πιστέψουν και να δράσουν χωρίς να θέτουν ερωτήσεις. Από τη στιγμή που είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τους πραγματικούς από τους ψεύτικους προφήτες, καλό είναι να αντιμετωπίζει με δυσπιστία όλους τους προφήτες…Βέβαια αυτή η φόρμουλα είναι πολύ απλή για να είναι επαρκής σε κάθε περίπτωση. Ένας νέος φασισμός, με χαρακτηριστικά μισαλλοδοξίας, κατάχρησης και επιβολής μπορεί να γεννηθεί έξω από τη χώρα μας και να εισαχθεί σε αυτή υπεκφεύγοντας και αυτοπροσδιοριζόμενος με άλλα ονόματα. Ή μπορεί να εξαπολυθεί εκ των έσω με τόση βία που να συντρίψει όλες τις άμυνες. Σε εκείνο το σημείο καμιά σοφή συμβουλή δεν είναι αρκετή και πρέπει να βρει κανείς τη δύναμη ν’ αντισταθεί. Και τότε επίσης η μνήμη για το τι έγινε στην καρδιά της Ευρώπης όχι πριν πολύ καιρό, μπορεί να βοηθήσει ως στήριξη και προειδοποίηση».

*Τον Απρίλη 1987, λίγους μήνες μετά τη δημοσίευση του κειμένου αυτού, ο Πρίμο Λέβι αυτοκτόνησε πέφτοντας από τον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας όπου διέμενε στο Τορίνο – στο εσωτερικό κλιμακοστάσιο του κτιρίου. Υπέφερε για χρόνια από κατάθλιψη και μετατραυματικό στρες. Οι βιογράφοι του αποδέχονται αυτή την εκδοχή, «για ένα άνθρωπο που επέζησε από το Άουσβιτς, αλλά όχι από το σκοτάδι που τον σημάδεψε εκεί». Ο βραβευμένος με Νόμπελ και επίσης επιζών του Ολοκαυτώματος, Elie Wiezel, είχε πει ότι «ο Πρίμο δεν πέθανε το 1987, πέθανε 40 χρόνια νωρίτερα». Η οικογένεια του χάραξε στον τάφο του, δίπλα στο όνομα και τη χρονολογία γέννησης και θανάτου, τον αριθμό που του είχαν γράψει οι Ναζί στο μπράτσο , 174517.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Δημήτρης Λιγνάδης: «Η τέχνη είναι απαλλαγμένη από μηνύματα»

Γράφει η Μερόπη Μωυσέως “Η νιότη δεν είναι ένας αριθμός που γράφεται στην ταυτότητα. ...

«Happy Mess»

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφίες Ελένη Παπαδοπούλου Αν υπάρχει μια σύγχρονη, πειραματική, που ...

«Εγώ, ο Μάρκος Βαμβακάρης» | Ζωή σε μονόλογο

Ο πολυτάραχος βίος του μεγάλου δημιουργού Μάρκου Βαμβακάρη μεταφέρθηκε επί σκηνής δύο χρόνια πριν, ...

Άλκης Κρητικός : “Η ζωή είναι μικρή και γεμάτη απροσδόκητες στροφές”

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως Με τη συμμετοχή του στην ταινία For Your Eyes Only ...

Rainzonances4

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου “…Οι τοίχοι, το πάτωμα, το χώμα, ο αέρας κατακρατούν την ...

“Όψεις μιας Λιγότερο Ορατής Διένεξης” στο Point

Η έκδοση  “Refugeehood and the Postconflict Subject” είναι μια εθνογραφία του δικαίου και της ...

X