Πρωτοχρονιά με τον Κιρόν | Μέρος Δεύτερο

Του χάιδεψα τη ράχη και αυθόρμητα τον ρώτησα, «πώς αντέχεις να ζεις μόνος, δίχως φίλους;». Χαμογέλασε στενάχωρα και είπε, «αντέχω τη μοναξιά, επειδή πιστεύω στην πραγματική φιλία».

Η υπερυψωμένη καμπάνα, το σπίτι μου για τις επόμενες δύο εβδομάδες, βρισκόταν στην ανατολική πλευρά του κόλπου Σαν Χουάν, λίγα μόλις μέτρα από την παραλία. Το νερό λικνίζονταν ανέμελα στην ακτή, ενώ μακριά, ουρανός και ωκεανός, σύμμεικτοι στο βαθύ γκρίζο του ορίζοντα, καραδοκούσαν απρόβλεπτοι.

Το γδάρσιμο κάτω από το ξύλινο πάτωμα επέμενε. Υπέθεσα πως κάποιο ζωντανό, ίσως φώκια, ίσως θαλασσοπούλι, παγιδεύτηκε ή βρήκε καταφύγιο ανάμεσα στους πασσάλους και βγήκα να το ανακαλύψω. Κατέβηκα τα τρία σκαλιά, κι αφού ήλεγξα περιμετρικά τον χώρο δίχως να δω κάτι συγκεκριμένο, φορτώθηκα τα απαραίτητα και πήρα το μονοπάτι προς αναγνώριση του τοπίου. Κάθε πρώτη έξοδος σε άγνωστο τόπο μοιάζει μυσταγωγία.

Οι βουνοκορφές στα αριστερά μου ορθώνονταν κοφτερές σαν λεπίδες οψιδιανού, στην πιο ψηλή, σε αυτήν που επιθυμούσα να ανέβω, βρισκόταν το παρατηρητήριο του Αλέξανδρου Σέλκιρκ. Μπροστά μου, στα δέκα βήματα, προπορευόταν ένας κοντός ασπρόμαυρος σκύλος με φουντωτή ουρά ο οποίος κάθε τόσο σταματούσε, γύριζε να ελέγξει αν τον ακολουθώ και συνέχιζε καμαρωτός. Το φέρσιμό του έμοιαζε ανθρώπινο, έδειχνε να ξέρει ότι ήταν η πρώτη μου μέρα στο νησί και με προσκαλούσε να τον ακολουθήσω. Ενέδωσα από καθαρή περιέργεια χωρίς να νοιάζομαι πού θα με πάει, άλλωστε ο τόπος ήταν μικρός, δεν θα χανόμουν. Στην πόρτα ενός μικρού μαγαζιού κοντοστάθηκε, κάθισε στα πίσω πόδια, κούνησε την ουρά του και μου έγνεψε με τη μουσούδα να μπω. Ο χώρος θύμιζε εμπορικό της οδού Αθηνάς τη δεκαετία του ’60. Μπακάλικο, χρωματοπωλείο, φαρμακείο, είδη αλιείας, είδη πρώτης ανάγκης, όλα παράταιρα αλλά βαλμένα με τάξη, δημιουργούσαν μια μοναδική συλλογή ετεροειδών. Εξήγησα στην υπάλληλο το περιστατικό με τον σκύλο. «Τον λένε Κιρόν» μου είπε, «δεν έχει συγκεκριμένο αφεντικό, τον αγαπάμε όλοι και σύμφωνα με έναν τοπικό μύθο είναι η μετενσάρκωση του γερο-Σέλκιρκ. Πρέπει να σας είδε χθες βράδυ όταν φτάσατε με τη βάρκα και μάλλον σας υιοθέτησε. Μην του δώσετε γλυκά, δεν κάνει να τρώει ζάχαρη». Πριν βγω, έκρυψα στο σακίδιο τη σοκολάτα που του είχα ήδη αγοράσει.

Τώρα ήξερα με ποιον είχα να κάνω.

Μπροστά ο Κιρόν, πίσω εγώ, επισκεφθήκαμε τα αξιοθέατα του χωριού, το σχολείο, το δημαρχείο, την εκκλησία για να καταλήξουμε σε έναν στάβλο με μουλάρια. Γνωστοποίησε την άφιξή μας γαβγίζοντας και όσο εγώ προσπαθούσα να συνεννοηθώ με τον ημιονηγό χρησιμοποιώντας ανακατεμένα ιταλοισπανικά, αυτός παρακολουθούσε τη συζήτηση ανεβασμένος σε ένα βαρέλι. Μόλις δώσαμε τα χέρια και καβάλησα το μουλάρι, πήδηξε και πήρε πρώτος το μονοπάτι για το βουνό.

Συμφώνησα με τον σενιόρ Ραμόν όταν φτάσουμε στην κορυφή να με αφήσει και να φύγει μαζί με τα μουλάρια του· εγώ θα επέστρεφα με τα πόδια. Ήθελα, για λόγους ευνόητους, να ψάξω απερίσπαστος το πιθανό σημείο της κατάκρυψης. Εκτός από το παρατηρητήριο, το οποίο ήταν σχετικά εύκολα προσβάσιμο, είχα ως δεύτερη επιλογή τη σπηλιά – κατοικία του Σέλκιρκ, σ’ αυτήν όμως μπορούσα να φτάσω μόνο διά θαλάσσης, όποτε το επέτρεπε ο καιρός.

Το μονοπάτι ήταν κακοτράχαλο, η ανάβαση αργή, κάθε τόσο σταματούσαμε να ξεκουραστούν τα ζώα. Ο Κιρόν ανίχνευε τη διαδρομή ακάματος, καθοδηγώντας τα μουλάρια με βαβίσματα. Ευτυχώς δεν υπήρχαν άγρια ζώα στο νησί, ούτε ερπετά, μόνο κουνέλια και κατσίκια, από την εποχή του Χουάν Φερνάντεζ. Αν θυμάμαι καλά η ανάβαση κράτησε σχεδόν δύο ώρες.

Όταν φτάσαμε στην κορυφή, η θέαση της πλάσης με τον απέραντο ωκεανό να κόβει την ανάσα με γέμισε αντιφατικά συναισθήματα. Το ρευστό ουλτραμέρ, το μυστήριο του βυθού στον ουρανό, τα θαύματα της φύσης, όλα έσμιξαν απρόσμενα στην ψυχή μου με μνήμες ανθρώπινης θηριωδίας. Τα χίλια χιλιόμετρα υγρής ερημιάς μπροστά μου έκρυβαν εκατοντάδες αγνοούμενους, θύματα των δολοφόνων του Πινοσέτ. Άνθρωποι βασανισμένοι μέχρι θανάτου, με μοναδικό «έγκλημα» τις ιδέες τους, πετάχτηκαν βίαια από τα «καραβάνια του θανάτου» σε αυτήν την ίδια θάλασσα, μ’ ένα βαρίδι μίσους δεμένο στο στήθος, χωρίς φιλί, δίχως αντίο. Από τη Λα Μονέδα στην έρημο της Ατακάμα, κι απ’ εκεί στον βυθό του Ειρηνικού, η χιλιανή χούντα της 11ης Σεπτεμβρίου 1973 έσπειρε για δεκαεπτά χρόνια τον όλεθρο, σε όλη σχεδόν τη Λατινική Αμερική.

Άθλιο ζώο το ένστολο.

Η παρουσία του Κιρόν με παρηγόρησε. Τον έσφιξα πάνω μου. «Φίλε Κιρόν, μιας κι ο λόγος για ιστορικές ημερομηνίες, ξέρεις τι ημέρα είναι σήμερα;». Το βλέμμα του ανάβλυζε άδολη αγάπη. «Σήμερα είναι Πρωτοχρονιά, μια Πρωτοχρονιά διαφορετική από τις άλλες, πρώτον, διότι τη γιορτάζουμε εδώ επάνω και, δεύτερον, γιατί είμαστε μαζί, εσύ κι εγώ, δυο καλά φιλαράκια. Δύσκολα αντέχεται η μοναξιά χωρίς φίλους, συμφωνείς;». Κούνησε το κεφάλι στωικά. «Όποιος ζητάει την πραγματική φιλία πρέπει να είναι ανθεκτικός στη μοναξιά», μουρμούρισε, «ακόμη κι αν η καρτερικότητα δεν γιατρεύει την ψυχή, τουλάχιστον δεν τη βρομίζει», συνέχισε πηδώντας απ’ τον βράχο. «Πάμε τώρα, έχουμε δουλειά».

Ξεκινήσαμε το κατέβασμα εξερευνώντας την περιοχή σπιθαμή προς σπιθαμή, άλλοτε με τα μάτια, άλλοτε με τις πατούσες, κι άλλοτε σκάβοντας το χώμα μ’ ένα φτυάρι εκστρατείας, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Όσο πλησιάζαμε το χωριό, τόσο απομακρυνόμουν από την ιδέα να κατακρύψω ένα έργο στο βουνό. Προς το τέλος της ημέρας αισθανόμουν κούραση κι ανάλογη απογοήτευση. Δεν είχα καταφέρει τίποτα. Κάθισα σε έναν βράχο, φώναξα τον Κιρόν αρκετές φορές, μα ήταν άφαντος. Περίεργος και λίγο ανήσυχος, κατέβηκα το απότομο μονοπάτι αναζητώντας τον, κι αυτό που αντίκρισα στο μικρό ξέφωτο δεξιά μου με άφησε άφωνο: ο Κιρόν άνοιγε στο χώμα μια μεγάλη λακκούβα. Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως κυνηγούσε ένα κρυμμένο ζώο, η δεύτερη ότι του μύρισε κάποια φαγώσιμη ρίζα, όμως παρατηρώντας την άδεια τρύπα κατάλαβα πως οι υποθέσεις μου ήταν αβάσιμες. Πρέπει να διαισθάνθηκε την απορία μου, γιατί σταμάτησε προς στιγμήν το σκάψιμο, γύρισε και με κοίταξε, κι απ’ το εκφραστικό του βλέμμα κατάλαβα ότι έσκαβε για μένα. Έσκαβε για να μου δώσει χαρά, έσκαβε για να με βοηθήσει, έσκαβε γιατί ήμουν φίλος του.

Ίσως μοιάζει υπερβολική αυτή η εξήγηση, όμως μετά από τόσα χρόνια, καθώς αναθυμούμαι τη σκηνή και τον Κιρόν επιμένω πως σωστά κατάλαβα.

4 / Οι μέρες στο νησί πέρασαν γρήγορα, αφομοιώθηκαν στον μεγάλο χρόνο, όπως λιώνει και χάνεται η βροχή στον ωκεανό. Η υπόσχεση του παιδιού να φτάσει μια μέρα στο νησί του Ροβινσώνα Κρούσου καθώς και η προσπάθεια του ποιητή να κρύψει ένα έργο στο ερημητήριο του Αλέξανδρου Σέλκιρκ είχαν ολοκληρωθεί. Η ηδονή που συνοδεύει το ποθητό αποτέλεσμα απαλύνει σχεδόν πάντα τις κακουχίες, τις κάνει να μοιάζουν οικείες, όσο ξένες κι αν υπήρξαν τη στιγμή της δράσης. Η αγάπη όμως, αυτή που εγκαταλείπουμε πίσω μας, για πάντα, φεύγοντας, γίνεται ουλή μνήμης, πόνος ψυχής αλησμόνητος. Μάρτυράς μου το κλάμα του Κιρόν στην προκυμαία, η απειλητική βοή των κυμάτων, το σκαμπανέβασμα της βάρκας που με έριχνε από τη μία πλευρά στην άλλη χωρίς να μπορώ να σταθώ όρθιος, οι δυνατές φωνές των ναυτικών, οι χοντρές σταγόνες της επερχόμενης καταιγίδας, η θρυμματισμένη κραυγή, ο ατελής αποχαιρετισμός, «Χαίρε φίλε», για πάντα.

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Ελεγεία για μια χαμένη πρωτεύουσα

Σε διάλεξή του στη σχολή αρχιτεκτονικής της Ρώμης το 1969, ο Bruno Zevi* κριτικάροντας ...

«Το Νησί του Πάσχα»

Ξύπνησα γεμάτος αδημονία. Κατά την πάγια συνήθειά μου, αφουγκράστηκα τους εξωτερικούς ήχους προσπαθώντας να ...

Ο ιεροφάντης και η σκυτάλη: έκθεση στο Μουσείο Ακρόπολης

Αναθηματικό ανάγλυφο. Σύμφωνα με την επιγραφή, το αφιέρωσε ο ιεροφάντης Αγνούσιος στη Θεσμοφόρο Δήμητρα ...

Το πέταγμα μιας μέλισσας

Πανέμορφος τόπος η Βραζιλία, θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδεισος επί της γης, ωστόσο θεωρείται ...

«Κρίνει φίλους ο καιρός, ως χρυσόν το πυρ»

Κατά κανόνα, σε χώρες όπως η Κύπρος και η Ελλάδα, οι ποιητές του πολιτισμού ...

Ένα μικρό διαμάντι

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Επίσκεψη στη –λαμπερή σαν διαμάντι– έκθεση «Κρήτη. Αναδυόμενες Πόλεις: Άπτερα, ...

X