71ο Φεστιβάλ Βερολίνου: Η ανάγκη διαφύλαξης της συλλογικής μνήμης και ένα συναρπαστικό εκπαιδευτικό σύστημα

Γράφει ο Νίνο Φένεκ Μικελλίδης

Η εξερεύνηση και η ανάγκη διαφύλαξης της συλλογικής μνήμης είναι στο επίκεντρο της γαλλο-λιβανικής ταινίας «Memory Box» του Λιβανέζικου δίδυμου σκηνοθετών, γνωστών όχι μόνο ταινιών αλλά και installations και performance art, Τζοάνα Χατζηθωμάς και Χαλίλ Χορείγκε (την εξαιρετική ταινία τους, «Θέλω να δω», είδαμε το 2008 στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» του φεστιβάλ των Κανών). Ξεκινώντας μέσα από μια οικογένεια Λιβανέζων μεταναστών στον Καναδά, η ταινία εστιάζει στις προσπάθειες μιας μητέρας, της Μάγια (Ριμ Τούρκι) να ξεχάσει την τραυματική εμπειρία της από ένα οδυνηρό παρελθόν που αναφέρεται στον πόλεμο στο Λίβανο τη δεκαετία του ’80, και τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στη Μάγια και την κόρη της, Άλεξ (Παλόμα Βοτιέ) όταν η τελευταία αρχίζει να διεισδύει σ’ αυτό το παρελθόν μέσα από τις επιστολές, τις φωτογραφίες και τα βίντεο, κρυμμένα στο κουτί που φτάνει από το Παρίσι και που παραδίδει στο διαμέρισμά τους ο ταχυδρόμος την παραμονή των Χριστουγέννων.

 

 

Στα πρώτα πλάνα της ταινίας, η έφηβος Άλεξ περνάει την ώρα της τεξτάροντας σε φίλες της, η μόνη όπως φαίνεται διασκέδαση αλλά και βασικός τρόπος επαφής με αυτές. Ενώ η Άλεξ περιμένει τη μητέρα της να έρθει το σπίτι, καταφτάνει ο κούριερ με το «κουτί μνήμης», το Memory Box του τίτλου, που στέλνουν στη Μάγια οι γονείς της φίλης της Λίζας, η οποία πέθανε πρόσφατα σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Ένα κουτί που περιέχει γράμματα, σημειώσεις, φωτογραφίες, φιλμ σε σούπερ 8 και κασέτες από τη ζωή της Μάγια και της Λίζας στο Λίβανο και τα οποία είχε παλιότερα στείλει στη Λίζα η Μάγια. Η γιαγιά όμως της Άλεξ, με τα δικά της τραύματα (ο σύζυγος και ο αδερφός της είχαν ήδη σκοτωθεί στο Λίβανο), και που γνωρίζει τι περιέχει το κουτί, θέλοντας να αποτρέψει την κόρη της από τη θύμηση μιας οδυνηρής τραυματικής εμπειρίας, κρύβει το κουτί και ζητά από την Άλεξ να μην το αναφέρει στη μητέρα της, τουλάχιστον στη διάρκεια των Χριστουγέννων.

Η Άλεξ όμως, που είναι περίεργη να μάθει για το μέχρι τότε απωθημένο παρελθόν της μητέρας της, ανοίγει κρυφά το κουτί και αρχίζει να παίρνει από αυτό τα διάφορα αντικείμενα από τα οποία, σταδιακά, αρχίζει να ξετυλίγεται μπροστά μας το παρελθόν μιας έφηβου Μάγια στην εμπόλεμη, υπό πολιορκία, Βηρυτό της δεκαετίας του ’80, με τους βομβαρδισμούς και τους καθημερινούς  θανάτους, αλλά και μια πόλη όπου η Μάγια και η Λίζα προσπαθούν να απολαύσουν, όσο καλύτερα μπορούν, τις καθημερινές απλές χαρές της εφηβικής ζωής τους, με τις εξόδους στο σινεμά, στα νυχτερινά κέντρα και ραντεβού και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Ιστορίες που παρακολουθούμε να ζωντανεύουν μέσα από τα γράμματα, τις φωτογραφίες και τα VHS βίντεο, με την Άλεξ να αρχίζει σταδιακά να γνωρίζει πραγματικά τη μητέρα της, μέσα από τις αναμνήσεις αυτές όταν οι δυο τους είχαν την ίδια περίπου ηλικία, ενώ, παράλληλα, φωτογραφίζει με το i-phone της όσα βρίσκει πιο ενδιαφέροντα και τα διανέμει, μέσω Facebook και Instagram, στις φίλες της.

Η ανακάλυψη που προσφέρει το περιεχόμενο του κουτιού θα φέρει τελικά πιο κοντά μητέρα και κόρη και θα δείξει ταυτόχρονα τη δύναμη των παλιότερων επικοινωνιακών μεθόδων (επιστολές, φωτογραφίες, βιντεοσκοπήσεις σε VHS) σε σχέση με τις εφήμερες πληροφορίες των smart phones. Με βάση την αλληλογραφία της ίδιας της Χατζηθωμά, οι δυο σκηνοθέτες έφτιαξαν μια δυνατή, ταυτόχρονα συγκινητική, πυκνή σε αφήγηση, ταινία γύρω από τα τραύματα και τα φαντάσματα του παρελθόντος που στοιχειώνουν την οικογένεια της Μάγια, χρησιμοποιώντας με φαντασία και ευρηματικότητα το κολάζ των αντικειμένων που βρίσκονται στο «κουτί της μνήμης», καταγράφοντας το, συχνά οδυνηρό αν και αναγκαίο, πέρασμα της μνήμης από γενιά σε γενιά, για να ξαναγράψουν, από τη δική τους, προσωπική ματιά, την ιστορία της πατρίδας τους.

Το βασικό θέμα της γαλλικής ταινίας «Albatros» του σκηνοθέτη/ηθοποιού Ξαβιέ Μποβουά εμφανίζεται σχεδόν μια ώρα μετά την έναρξη της ταινίας κι αφού, για περισσότερα από 50 λεπτά, παρακολουθούμε τον βασικό πρωταγωνιστή, τον Λοράν, αρχιφύλακα σε μια παραθαλάσσια μικρή πόλη στη Νορμανδία, στην καθημερινή οικογενειακή και επαγγελματική δουλειά του: Από μια αυτοκτονία από τους βράχους κοντά στην ακρογιαλιά, μια καταγγελία για σεξουαλική κακοποίηση παιδιού και διάφορες άλλες παρανομίες, που όμως αντιμετωπίζει πάντα με κατανόηση, παράλληλα με εκδρομές με το σκάφος του για ψάρεμα και συναντήσεις και ποτό με τον Ζιλιέν, ένα γείτονα γεωργό που η Ευρωπαϊκή Ένωση σφίγγει καταπιεστικά και ανυπόφορα τον έλεγχο των αγελάδων του, μέχρι την απόφασή του, ύστερα από μια σχέση 10 χρόνων, κι έχοντας μαζί της αποκτήσει μια μικρή κόρη, αποφασίζει να ζητήσει από τη σύντροφό του Μαρί, να προχωρήσουν σε γάμο.

 

 

Μια αφήγηση σχεδόν, θα έλεγα, ντοκιμαντεριστική γύρω από τη ζωή ενός χωροφύλακα της υπαίθρου, που ξαφνικά, στη μέση της ταινίας μετατρέπεται (ευτυχώς, αν και θα προτιμούσα πιο νωρίς) σε κάτι το διαφορετικό και πολύ πιο ενδιαφέρον. Ο Ζιλιέν, αγανακτισμένος και απελπισμένος με τη στάση της Ε.Ε. απέναντι στις αγελάδες του, αρπάζει ένα όπλο και εξαφανίζεται. Στη συνέχεια, ο Λοράν πυροβολεί και τραυματίζει τον Ζιλιέν (προκαλώντας τελικά το θάνατό του) ενώ ο Ζιλιέν προσπαθεί ν’ αυτοκτονήσει.

Ο Μποβουά ξέρει να χειρίζεται με τρόπο έξοχο τις ανθρώπινες σχέσεις και να καταγράφει με λεπτομέρεια και διεισδυτικότητα τις ψυχολογικές τους αντιδράσεις, όπως είχε στο παρελθόν δείξει με σαφήνεια και ταλέντο σε ταινίες όπως, «Το τίμημα της δόξας», «Ενώπιον θεών και ανθρώπων» (Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής στις Κάνες), «Μη ξεχνάς πως θα πεθάνεις» (Βραβείο της Επιτροπής στις Κάνες), κ.ά. Με την ίδια δύναμη καταφέρνει να καταγράψει την τραυματική εμπειρία του Λοράν (είναι η πρώτη φορά που ο αρχιφύλακας σκότωσε άνθρωπο), την απομάκρυνσή και απομόνωσή του από οικογένεια και συναδέρφους – αισθήματα που ο πρωταγωνιστής του, Ζερεμί Ρενιέ, εκφράζει με εκπληκτική εσωτερικότητα – μέχρι την απόφασή του να αναζητήσει ένα είδος λύτρωσης βάζοντας μια μέρα πλώρη για τον Ατλαντικό. Αν και οι σκηνές στη θάλασσα δείχνουν προβλέψιμες (μαζί και μια αρκετά εντυπωσιακή τρικυμία) και κάπως κουραστικές, όπως προβλέψιμο είναι και το φινάλε, συνολικά πρόκειται για μια καλογυρισμένη ταινία, με ωραίες ερμηνείες, εντυπωσιακή φωτογραφία (με τον Ζιλιέν Χιρς να εκμεταλλεύεται με τον καλύτερο τρόπο τους φυσικούς χώρους της περιοχής) και λιγοστή, συγκρατημένη μουσική.

Μια εξαιρετική εικόνων των σύγχρονων μεθόδων διδασκαλίας στα σχολεία, ιδιαίτερα εκείνα στα οποία κυριαρχεί το μεταναστευτικό στοιχείο, καταπιάνεται το θαυμάσιο, τρεισήμισι ωρών διάρκειας ντοκιμαντέρ «Ο κύριος Μπάχμαν και η τάξη του» της Μαρίας Σπεθ. Η σκηνοθέτρια παρακολουθεί τον κύριο Ντίτερ Μπάχμαν, ένα στα πρόθυρα συνταξιοδότησης δάσκαλο στην πόλη Σταντάλεντορφ, που προσπαθεί, με διάφορους τρόπους, στο Δημοτικό σχολείο της περιοχής του, να βοηθήσει παιδιά μεταναστών ηλικίας από 12 μέχρι 14 χρονών, που προέρχονται από 12 διαφορετικές χώρες (ανάμεσά τους Μαρόκο, Τουρκία, Ρωσία, κ.ά.) που οι περισσότεροι δεν μιλάνε ακόμη σωστά τη γερμανική γλώσσα, να μάθουν να μιλάνε και να γράφουν τη γλώσσα αλλά και να ενταχθούν σ’ ένα διαφορετικό πολιτιστικό σύστημα.

 

 

Με διάφορους τρόπους και σύμφωνα με τη ψυχολογία και την αντίδραση του κάθε μαθητή ξεχωριστά, αλλά και με τακτικές συναντήσεις με τους γονείς των παιδιών, στο σχολείο αλλά και στα σπίτια τους, άλλοτε συζητώντας με τον καθένα, αλλά και μαζί με όλους, τους βαθμούς τους, με μουσική υπόκρουση στο μάθημα των μαθηματικών, με μαθήματα μαγειρικής και ζωγραφικής, όταν αισθάνονται βαριεστημένοι, άλλοτε χρησιμοποιώντας προβολές για την εμπέδωση της πρόσφατης ιστορίας (μαζί και του ναζισμού), ο Μπάχμαν προσπαθεί όχι απλά να μεταφέρει τις γνώσεις στους μαθητές του αλλά και να τους βοηθήσει ν’ αποκτήσουν την αναγκαία αυτοπεποίθηση και το ενδιαφέρον και την περιέργεια για όσα συμβαίνουν στον κόσμο γύρω τους. Συνολικά ένα είδος εργαλείου για το πώς μπορεί κανείς καλύτερα να πλησιάσει τους μαθητές και να τους εμφυσήσει το ενδιαφέρον για τη ζωή και τις πραγματικές αξίες της, ταυτόχρονα και μια εξαιρετικά συναρπαστική, με το δικό της, ξεχωριστό τρόπο, ταινία, που μου θύμισε τις ταινίες του Φρέντερικ Γουάιζμαν, και ιδιαίτερα το High School.

(ΚΥΠΕ/ΝΦΜ/ΓΒΑ)

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Ενίσχυση κινηματογραφικών αιθουσών που προβάλλουν Κυπριακές και Ευρωπαϊκές ταινίες

Σε συνέχεια των εξαγγελθεισών από τον Υπουργό Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας πρωτοβουλιών για ...

Εκπλήξεις και παραλείψεις στις υποψηφιότητες για Χρυσές Σφαίρες 2020

Κάθε χρόνο η Ένωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου (Hollywood Foreign Press Association – HFPA) του ...

Βραβείο στον Κώστα Γαβρά και παγκόσμια πρεμιέρα

Με το βραβείο Jaeger-LeCoultre Glory to the Filmaker, τιμήθηκε ο Έλληνας σκηνοθέτης Κώστας Γαβράς, ...

“Η Κλήση” του Μάριου Ψαρά στο 43ο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας

Τη Δευτέρα 21η Σεπτεμβρίου 2020 κάνει πρεμιέρα η ταινία Η Κλήση του Μάριου Ψαρά ...

Ημέρες Κοινοπολιτειακού Σινεμά 2018

Το Royal Commonwealth Society Cyprus Branch (RCS Cyprus) διοργανώνει τις Ημέρες Κοινοπολιτειακού Σινεμά 2018 ...

Δέκα προσεχώς [Μέρος 1ο]

Νέα σεζόν με επιστροφές και καινούργια ξεκινήματα και την επιβαλλόμενη εποχιακή… γκαντεμιά. Αφού το ...

X