Το πιο κάτω περιστατικό περιγράφεται σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου «Αν δεις τον Χρόνο πες του ότι πέρασα». Η αφήγηση, ακολουθώντας τη δράση του ήρωα, είναι στο τρίτο πρόσωπο,  μα τώρα, μετά από πενήντα χρόνια, πιστεύω πως ήρθε η ώρα να βάλω το κάθε πρόσωπο  στη σωστή του θέση. 

Ρώμη 21 Μαΐου 1972

Έκανα την απαραίτητη στάση στην Piazza di Spagna, κάθισα στην κουπαστή της μαρμάρινης βάρκας του Bernini, ο καιρός το σήκωνε, έβγαλα τις μπότες, τσαλαβούτησα στα νερά και κοίταξα ψηλά. Τα ανηφορικά σκαλοπάτια της πλατείας χάνονταν προοπτικά σε άσπρα σύννεφα, πάνω τους, με φόντο τον γαλάζιο ουρανό, τα όντα ισορροπούσαν αλληγορικά όπως ακριβώς στους πίνακες του Tiepolo.

«Χρώματα κι αρώματα». Τραγουδούσα ευτυχισμένος το μελοποιημένο ποίημα του Μιχάλη Κατσαρού και δούλευα ένα έργο που το είχα συλλάβει ακριβώς σ’ εκείνο το σημείο. «Θα ζωγραφίσω στον ουρανό μ’ ένα αεροπλάνο. Το Χάος εμπεριέχει τη μέγιστη σοφία, κατέχει τις μυστικές διαστάσεις του χώρου που ψάχνω. Το άπειρο θα γίνει τελάρο, ο ουρανός μουσαμάς, ο πιλότος χέρι, το αεροπλάνο πινέλο μου. Ο πιλότος τη στιγμή της ζωγραφικής πτήσης θα φοράει κάτασπρα ρούχα, θ’ ακούει δυνατά μουσική του Ερίκ Σατί, θα απαγγέλλει ποιήματα του Μαγιακόφσκι και θα ακολουθεί το σχέδιό μου».

Πίστευα ότι έδινα λύσεις στην εικαστική γλώσσα, ότι, με ορμητήριο τη νόηση κι εργαλείο την τεχνολογία, επέκτεινα τις γνωστές διαστάσεις του ορατού.

Είχα επιλέξει τη μοναξιά, κι όποτε με βάραινε ή όταν ένοιωθα την ανάγκη να μιλήσω σε κάποιον, έγραφα γράμματα στον εαυτό μου, τα έκρυβα στις ρίζες των δέντρων κι έφευγα, έχω κρύψει τέτοιου είδους γράμματα με εξομολογήσεις και σχέδια σε τουλάχιστον πέντε σημεία της Ιταλίας.

Την Κυριακή 21 Μαΐου 1972, μια εβδομάδα από την τελευταία πανσέληνο της άνοιξης, βρέθηκα στην Cappella Sistina. Σεργιάνισα μέχρι το μεσημέρι και, αντί να πάρω το λεωφορείο νούμερο 64 για το κέντρο, αποφάσισα να περάσω από τον Άγιο Πέτρο, να πω μια καλημέρα στην Pietà. Η αγάπη μου γι’ αυτό το έργο επικεντρωνόταν με πάθος στο στόμα της Madonna. Σεβόμουν τη σπουδαία μαστοριά του γλύπτη αλλά θεωρούσα τη σύνθεση τυποποιημένη, αυτό που οι Γάλλοι λένε déjà vu, με μοναδική εξαίρεση τα χαρακτηριστικά του νεανικού προσώπου και ιδιαίτερα τα χείλη της Παναγίας. Μου είχε μπει στο μυαλό πως, αν κατάφερνα να τα φιλήσω, θα γινόμουν αθάνατος, γι’ αυτό κάθε φορά, με το πρόσχημα μιας «καλημέρας», προσπαθούσα να βρω την κατάλληλη ευκαιρία μήπως πραγματοποιήσω την επιθυμία μου. Το μόνο που είχα καταφέρει μέχρι τότε ήταν να χωθώ πίσω από τη βάση του γλυπτού κι εντελώς τυχαία ν’ αγγίξω την υπογραφή του Michelangelo, τη μοναδική που έβαλε σε έργο κι αυτή στα κρυφά. Τον φανταζόμουν να τρυπώνει σαν κλέφτης στο υγρό σκοτάδι, να σκαλίζει φουρκισμένος τ’ όνομά του στο μάρμαρο που όλοι νόμιζαν ότι το σμίλεψε άλλος. (Η ζωή του καλλιτέχνη ήταν πάντα περίεργη, θα μπορούσε να πει κάποιος).

Είχα περάσει πολλές ώρες μπροστά στο γλυπτό, περιμένοντας κάθε φορά να φύγει ο κόσμος, να σκαρφαλώσω, να φιλήσω τα χείλη υλοποιώντας το όνειρό μου. Όμως μέχρι να αδειάσει το ένα γκρουπ ερχόταν άλλο. Στο τέλος έχανα την υπομονή μου, βαριόμουνα κι έφευγα.

Σήμερα όμως η στιγμή έμοιαζε ιδανική. Ήμουν ολομόναχος με την Pietà, χωρίς τουρίστες στον ορίζοντα. Ετοιμάστηκα να πηδήξω γρήγορα το προστατευτικό σχοινί, να σκαρφαλώσω στη βάση, να πιαστώ απ’ την αριστερή γάμπα και το μηρό του Χριστού, να καβαλήσω τα πόδια, να περάσω το δεξί μου μπράτσο γύρω απ’ τον λαιμό της Παναγίας, να τη φιλήσω -επιτέλους- γλυκά στο στόμα. Απέθεσα το σακίδιο κατάχαμα έτοιμος για το ρεσάλτο μα, μια στιγμή πριν πηδήξω τα σχοινιά η παρουσία ενός άντρα δίπλα μου με σταμάτησε. Ανέβαλα προσωρινά την επιχείρηση και περίμενα φουλ στην αδρεναλίνη, να ξεκουμπιστεί ο άγνωστος. «Δίνε του stronzo, δίνε του επιτέλους» επαναλάμβανα ρίχνοντάς του λοξές ματιές, βέλη γεμάτα δηλητήριο. Πρόσεξα ότι παρά τη ζέστη της ημέρας, ο παρείσακτος φορούσε μπουφάν με φερμουάρ κλειστό μέχρι τον κιτρινισμένο γιακά, μαύρο παντελόνι, πάνινα παπούτσια. Χωρίς κορδόνια. Στο δεξί χέρι κρατούσε μια λερωμένη τσάντα. Κοιτούσε το γλυπτό με τρόπο παράξενο, σαν να το λάτρευε και το μισούσε συνάμα. «Τούτος υποφέρει πιο πολύ από μένα» σκέφτηκα μεγαλόψυχα, μα πριν καλά-καλά συμπληρώσω τον συλλογισμό μου, ο τύπος καβάλησε μηχανικά το προστατευτικό σχοινί, τράβηξε απ’ την τσάντα ένα βαρύ σφυρί, το σήκωσε ψηλά κι ετοιμάστηκε να το κατεβάσει στην Pietà, δίχως οίκτο. Ξαφνιάστηκα όταν είδα τη βαριοπούλα να κινείται με στόχο το γόνατο του Χριστού. Έβγαλα μια άγρια κραυγή, «τι κάνεις ρε πούστη», ρίχτηκα πάνω στον άγνωστο άντρα, πλέχτηκα στο προστατευτικό σχοινί, παρέσυρα τα σιδερένια κολονάκια, τα πέταξα στο δάπεδο με θόρυβο, τον έσπρωξα πίσω, η μεταλλική μάζα του σφυριού αναγκαστικά άλλαξε πορεία, έκανε μισό κύκλο μαζί με τα σώματά μας, επέστρεψε στο γλυπτό, έσπασε χαμηλά τη δεξιά γάμπα, τα θρύμματα σκορπίστηκαν στον χώρο, εγώ τον τράβηξα προς τα πίσω απ’ το μπουφάν, αυτός μουγκρίζοντας αρρωστημένα ξέφυγε με δύναμη, στην προσπάθειά μου να τον ξαναπιάσω γλίστρησα στο δάπεδο, το σφυρί ανέμισε κι έπεσε με φόρα στο μάρμαρο, έβγαλε μια σπίθα θρυμματίζοντας το χέρι με τον «τύπο των ήλων», κατόπιν χτύπησε χαμηλά, διάλυσε τις θαυμάσιες πτυχές του φορέματος. Ξεθαρρεμένος ο βάνδαλος σκαρφάλωσε στη βάση έτοιμος για ένα γερό χτύπημα στο μάγουλο της Παναγίας, όταν το κατάλαβα, ούρλιαξα: «Όχι, όχι το στόμα. Βοήθεια, σκοτώνουν τον Michelangelo». Εκτινάχθηκα με όση δύναμη είχα, τράβηξα πίσω τον μανιακό, την ύστατη στιγμή ο μετεωρίτης άλλαξε τροχιά, αντί να σκάσει στη μέση του μάγουλου βρήκε την άκρη της μύτης, την έκανε σκόνη. Κουτρουβαλιαστήκαμε αγκαλιά στο πάτωμα, έξαλλος ο τρελός με καθήλωσε με δύναμη ταύρου, κάθισε πάνω μου, σήκωσε το σφυρί και με σημάδεψε στο μέτωπο έτοιμος να το συνθλίψει. Έτσι όπως ήμουν ακινητοποιημένος δεν μπορούσα να αντιδράσω. Έκλεισα τα μάτια, είπα «τετέλεσται, γαμ@το μου» και πάνω στη στιγμή κατέφθασαν τρεχάτοι οι παρδαλοί φρουροί με τα κοντάρια, έπιασαν τον τρελό, τον έδεσαν σφιχτά, σώνοντας κι εμένα και το άγαλμα από χαμό. Μέσα στην αναμπουμπούλα, κανείς δεν με αντιλήφθηκε καθώς έφευγα διακριτικά, κανένας δεν κατάγραψε τη μορφή μου – ούτε καν ο ψυχοπαθής τύπος.

Το βράδυ τα δελτία ειδήσεων όλου του κόσμου μετέδιδαν τη βανδαλιστική επίθεση κατά της Pietà.

 

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Ταξιδιωτική Ιστορία

Μια από τις πολλές απώλειες που έφερε η πανδημία ήταν και η ματαίωση των ...

Vae Victis / Ουαί τοις ηττημένοις

Να υπάρχεις σε οποιαδήποτε μορφή, τι είναι; [Γύρω-γύρω στρέφουμε όλοι μας, και όλο εκεί ...

Συνάντηση με τον Μανόλη Κορρέ |Μέρος A’

Μια συζήτηση με τον αρχιτέκτονα, καθηγητή Μανόλη Κορρέ είναι αναπόφευκτο είναι αναπόφευκτο να περιστραφεί ...

Ένα αλλιώτικο μουσείο στην Αθήνα

Ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί θεαμάτων, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, είναι ...

Ουκ αν λάβοις παρὰ του μη έχοντος

Σηκώνω ψηλά τη μαγκούρα μου και την κατεβάζω με δύναμη στο κεφάλι του Χάρου. ...

Καλοκαιρινή αργία στο σπίτι

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Βράδυ και στο Τρίτο Πρόγραμμα παίζει το Summertime, από το ...

X