Με αφορμή τη Σάρα και την οδό Τρικούπη

13.03.2021

Περπατώ καθημερινά στους δρόμους της Λευκωσίας. Ακολουθώ σχεδόν καθημερινά μια συγκεκριμένη διαδρομή από το σπίτι μου στην παλιά πόλη. Και αγαπώ ιδιαίτερα να περνώ από τα κουρεία της οδού Τρικούπη, μετά το ΟΧΙ.

Οι φίλοι τα βραδιά επιμένουν να μην περπατώ μόνη.

«Γιατί είναι άνδρες ή γιατί είναι μετανάστες;». Δεν τους ρώτησα ακόμα.

Τις προάλλες (δηλαδή μια ημερομηνία μέσα στο καλοκαίρι του 2020 τότε που ακόμη πηγαίναμε στα καφενεία) και περπατώντας την (Τρικούπη) με προορισμό αγαπημένο καφενείο της παλιάς πόλης πήρα τηλέφωνο τον Σ. για να του πω πως βγήκα από το σπίτι με μια έντονη δυσφορία. Δε μου απάντησε αλλά του το είπα στην επόμενη κλήση που ανταλλάξαμε αφού έφτασα σώα και αβλαβής στο καφενείο. Του εξηγούσα λοιπόν πως μου πήρε χρόνο για να καταλήξω στο πως θα ντυθώ προσεγμένα, καλύπτοντας δηλαδή  όσο πιο πολλά μέρη του σώματος μου μπορώ και ρίχνοντας σαν ηττημένη την τελευταία πινελιά: μια λεπτή ζακέτα πάνω από την τελαντωτή φανέλα. Πως ενώ ήθελα να βάλω μια πιο κοντή και δροσερή φούστα τελικά δεν την έβαλα και πως όλο αυτό το χάος στον εγκέφαλο μου μάλλον δε θα έπρεπε να συμβαίνει απλά και μόνο εξαιτίας μιας επιλογής θερινής ενδυμασίας.

Ένιωθα μιαν ενόχληση εκείνες τις ημέρες. Αν ήξερα πως θα περπατήσω μόνη έπιανα τον εαυτό μου να ντύνεται όσο πιο «καλά» μπορεί και το «καλά» να μη συνεπάγεται επίσημη ενδυμασία για βραδινή έξοδο αλλά επίσημη φορεσιά ετοιμοπόλεμου θηλυκού που πρόκειται να βαδίσει μια καλοκαιρινή νύχτα στην πόλη μόνη. Σαν προετοιμασία να προλάβω μια μάχη μου μοιάζει, όσο πιο πολύ το σκέφτομαι.

Μια άλλη φορά πάλι περπατούσα. Πάλι εγώ, η μουσική και οι σκέψεις μου και η Τρικούπη. Κάποια στιγμή έξω από ένα κουρείο καταφέρνει να φτάσει στο αυτί μου μια γνώριμη φωνή…«Κυρία!…Κυρία!!!». Ευτυχώς που το ένα από τα δύο ακουστικά μου ήταν χαλασμένο κι έτσι γύρισα το κεφάλι για να δω τον Αχμέτ της Ε’ δημοτικού που του έκανα μάθημα στο Λυκαβητό την περασμένη χρονιά. Ανταλλάξαμε μερικές κουβέντες και πολλά χαμόγελα για να μου πει πως ένα από τα κουρεία ανήκει στον πατέρα του. Μη μου ζητάτε να μην ξαναβρώ στο δρόμο το χαμόγελο του Άχμετ μου.

Μια άλλη καλοκαιρινή ημερομηνία πριν από χρόνια πάλι περπατούσα. Με τον Π. έξω από το τζαμί. Στην Τρικούπη πάντα. Κι έτσι όπως κοιτούσαμε τον κόσμο στην αυλή, ένας φιλόξενος ολογέλαστος Αιγύπτιος που στεκόταν στην είσοδο, μας προσκαλεί στη γιορτή για φαγητό και γλυκό. Κουβέντα στην κουβέντα μαθαίνω πως είναι ο πατέρας δύο παλιών μαθητών μου. Πανηγύρι για το Ραμαζάνι που λέτε. Το επόμενο μισάωρο μας βρήκε σε ένα παγκάκι στην Τεμπών να απολαμβάνουμε με ευχαρίστηση εκείνο το ευγενικό κέρασμα. Από τότε αγαπώ λίγο πιο πολύ εκείνο το σημείο του δρόμου. Τώρα δεν υπάρχει Π. και χρειάζεται να περπατώ – τις περισσότερες φορές – παρέα με τις σκέψεις μου. Μη μου ζητάτε να μην κοντοσταθώ ξανά στο τζαμί για μια μικρή παύση από τον καθιερωμένο περίπατο μου με αυτές. Ούτε να ξεχάσω τον ολογέλαστο πατέρα με το κέρασμα.

Αγαπώ αυτόν τον δρόμο όσο κι αν τον φοβάστε οι πολλοί. Κι αρνούμαι να μην τον περπατώ και να μην αφουγκράζομαι τους ήχους, τις μυρωδιές και τα χρώματα του επειδή «είναι γεμάτος αρσενικά, μουσουλμάνους, μεθυσμένους, μετανάστες» και δεν ξέρω και γω τι άλλο.

Αγαπώ να περπατώ. Και επιμένω στη συγκεκριμένη διαδρομή. Και χαμογελώ ακόμη στους ανθρώπους που με κοιτούν σαν περνώ και λέω ακόμα ευχαριστώ στους ανθρώπους όταν κάνουν πίσω για να με αφήσουν να περάσω στο συνωστισμένο πεζοδρόμιο της Τρικούπη των κουρείων.

Οι φίλοι μου επιμένουν να μην περπατώ μόνη τα βράδια. Και όσο πιο πολύ μου το λένε τόσο πιο πολύ περπατώ κι ακόμα τόσο πιο ελεύθερη νιώθω. Ειδικά τα βράδια. Και επιμένω. Και πεισμώνω. Για να σταματήσω μια μέρα επιτέλους να νιώθω πως κερδίζω έναν αγώνα κάθε φορά που  φτάνω βραδιάτικα μέσα στο διαμέρισμα μου και κλειδώνω την πόρτα βιαστικά.

Κι ύστερα σκέφτομαι τη Σάρα να περπατά σε ένα δρόμο στο Λονδίνο. Βουρκώνω. Νιώθω αδικία. Θέλω να φωνάξω. Θέλω να βγω στην Τρικούπη και να περπατήσω και να συνεχίσω να την περπατώ πάνω κάτω μέχρι το πρωί. Διαβάζω για τη Σάρα και σκέφτομαι “Γιατί; Μέχρι πότε;”.

Έχουμε φωνάξει για τόσα δικαιώματα που σαν γυναίκες αργήσαμε να αποκτήσουμε αλλά ακόμη περπατάμε σιωπηλές στο δρόμο του φόβου. Και δεν έχει σημασία τι ώρα είναι, αν βγήκε ήλιος ή αν έχει φεγγάρι. Το να περπατάμε μόνες είναι ένα δικαίωμα που ακόμη δεν έχουμε καταφέρει να ανακτήσουμε γιατί μας το στερούν διαχρονικά οι «καλά» ριζωμένες φυλετικές προκαταλήψεις, οι πατριαρχικοί θεσμοί και ο νόμος που επιτέλους έχουν αρχίσει να βρομάνε ανυπόφορα τον τελευταίο καιρό. Για πόσο;…

Κι έτσι έχουμε μάθει να μην περπατάμε μόνες στο δρόμο. Αλήθεια;

Έχουμε μάθει την ανελευθερία του περπατήματος. Θλιβερό;

Στερούμαστε την ησυχία ενός βραδινού περιπάτου όπου εμείς και οι σκέψεις μας δεν θα διακοπούν από άλλες σκέψεις όπως «Περπάτα πιο γρήγορα», «Αν βρεθεί κάποιος στο δρόμο σου τι θα κάνεις;», «Πόσα μέτρα για να φτάσω σπίτι;», «Γαμ*το θέλω απλά να σταθώ στα τείχη και να απολαύσω τη βραδινή ησυχία της πόλης με φεγγαράδα ακούγοντας Madrugada και Χατζηδάκι. Μόνη.».

Κοιτάζω επίμονα μέσα από τα τζάμια των κουρείων γιατί μου αρέσει να παρατηρώ. Καμιά φορά πιάνω τον εαυτό μου όλους αυτούς τους άνδρες που συνωστίζονται στην Τρικούπη να τους κοιτώ στα μάτια για πάνω από ένα δευτερόλεπτο. Για να τους πω χωρίς να μιλήσω ότι, «μην ανησυχείτε δεν σας φοβάμαι», «είσαστε κι εσείς άνθρωποι», «ξέρω πως δεν είστε επικίνδυνοι για τη σωματική μου ακεραιότητα», «πάρτε το χαμόγελο μου με αγάπη». Το κάνω όλο και πιο συχνά αυτό με τις ματιές άνω του ενός δευτερολέπτου. Κι αν θέλεις, πες ότι ρισκάρω τη ζωή μου σερβίροντας τριών δευτερολέπτων ανθρωπιά. Γιατί θέλω να πιστεύω στο καλό παρά στο κακό. Γιατί θέλω να πιστεύω σε μια κάποια ισότητα. Γιατί θέλω να είμαι ελεύθερη.

Θα τον συνεχίσουμε τον περίπατο μας. Μετά τα μαχαιρώματα στο ΟΧΙ, μετά τη Μαρί Ρόουζ, μετά τη Σάρα. Πρωί, μεσημέρι, απόγευμα και βράδυ. θα περπατάμε την Τρικούπη και την Άννης Κομνηνής και τη Στασίνου. Εγώ και οι σκέψεις μου σε ένα περίπατο, ελεύθερες στην πόλη. Λυπάμαι Σάρα…

Βάλια Ματσεντίδου

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Το θέατρο σκιών σαν εκπαιδευτικό εργαλείο

Γράφει η Ελένη Παπαχριστοφόρου* Το θέατρο σκιών είναι από τα αρχαιότερα είδη θεατρικού θεάματος. ...

Τα Richter στην ποίηση του Α. Γεωργαλλίδη

Γράφει ο Γιάννης Ηλιόπουλος Διαβάζοντας το διήγημα A Sound of Thunder του Ray Bradbury ...

Ο Φέγγαρος -ευτυχώς- επέστρεψε!

Γράφει ο Andy Vedder Μετά την περσινή χρονιά πειραματισμών [lineup χωρίς κράχτη για τους ...

Κυπριακή Βιβλιοθήκη 2012-2014: Ένοχη απραξία, ένοχη σιωπή

Αντώνης Τσακμάκης* Η έκθεση της επιτρόπου Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναφορικά με τη στέγαση ...

Για τους «Αχαρνείς» του ΘΟΚ και του Βαρνάβα Κυριαζή

Γράφει ο Αντώνης Κ. Πετρίδης / Αναπληρωτής Καθηγητής, Πρόγραμμα «Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό», Ανοικτό ...

«Ελιές και Olivewood»

Γράφει ο Πανίκκος Χρυσάνθου Η είδηση λοιπόν λέει: Η κυβέρνηση ζητά επιπρόσθετα φέτος άλλα ...

X