Οι χλωροί

Δεν θυμούμαι αν είχα πάει με την ξαδέλφη μου ή με παιδιά από τη γειτονιά της γιαγιάς μου. Δεν θυμούμαι καν γιατί πήγα. Μπορεί να ’ταν από επιθυμία να βρεθώ απόγευμα σε χώρο χωρίς μεγάλους, να γευτώ αυτό που χαίρονταν τα άλλα παιδιά και το στερήθηκα. Από τη μία γιατί το σπίτι μας ήταν στην άκρη του χωριού όπου τα σπίτια ήταν αραιά κι όλοι οι γείτονές μας ήταν ηλικιωμένα ζευγάρια που ζούσαν πίσω από κτιστές στον δρόμο προσόψεις σπιτιών και κλειδωμένες καγκελόπορτες. Από την άλλη, διότι πήγαινα σχολείο σε άλλο χωριό. Φίλοι ήταν μόνο οι συμμαθητές, οι συμμαθητές ζούσαν αλλού, και τα παιδιά του χωριού μου μου ήταν άγνωστα. Τα απογεύματα ήταν πάντα για φλόκο – σκούπα – χωράφι κι ενδοστρέφεια, χωρίς φίλους, και οι φίλοι ήταν εκεί μακριά: δεν γνώρισα τις γειτονιές τους, δεν τρύπωσα μαζί τους στις απαγορευμένες κρύπτες των σπιτιών τους, δεν ήξερα τα σκαλοπατάκια στον δρόμο τους όπου σκαρφάλωναν όταν παίζανε λύκους και αρνάκια, δεν ήξερα ποιος ήταν ο λύκος τους, δεν μπήκα στις κουζίνες τους να ξέρω τα φαγιά που τρώγανε, δεν άνοιξα τις αρμαρόλες των μανάδων τους, δεν βρήκα θαλπωρή σε καρύδια και παξιμάδια που τους τρύπωναν στις τσέπες οι γιαγιάδες τους, δεν γνώρισα το παιδί με το λοξό στόμα που έβγαζε μόνο ήχους βα, βα κι έκρυβαν για χρόνια οι γείτονές τους πίσω από τον μαντρότοιχο, δεν ήξερα όλους τους στίχους από το «ένα λεπτό κρεμμύδι» που τραγουδούσαν το διάλειμμα στο σχολείο, δεν ήξερα πώς να κρατώ μαζί τους χεράκια και να ακολουθώ σωστά τα βήματα όταν το διάλειμμα χόρευαν «εκεί στους πέρα κάμπους που είναι οι ελιές, είν’ ένα μοναστήρι που πάν’ οι κοπελιές». Και το αντίστροφο. Δεν χτυπούσαν την πόρτα του σπιτιού μας η Σκευούλα ή ο Πετράκης για να παίξουμε, δεν μοιράστηκα με άλλα παιδιά τα μυστικά της αυλής μου, δεν τρυπώσαμε κρυφά στο σαλόνι της μάνας μου να γευτούμε το απαγορευμένο λικέρ που έφερε μια θεία πριν χρόνια από τα αφορολόγητα. Μια φορά περνούσε έξω από το σπίτι μας η Αντρούλλα της Σαούς, κοντοστάθηκε παρόλο που ποτέ δεν είχαμε κόψει μαζί κουβέντες, κοίταζε τα φκιόρα της μάνας μου, ήξερα ότι η αυλή τους ήταν λιτή και άδεια, πατημένο χώμα και πατσαρίτζια, «θέλεις να σου κόψω;» τη ρώτησα, έγνεψε «ναι». Έκοψα και της έδωσα, χαμογέλασε κι έδειξε να χαίρεται, συνέχισα να κόβω και να της δίνω νοτισμένες από τη βραδινή βροχή σιερινιές μέχρι που δεν έμεινε σημάδι από ροζ ή μωβ στα λασάνια της μάνας μου. Έφαγα το ξύλο της ζωής μου όταν γύρισε η μάνα μου απ’ το χωράφι αλλά μου ήταν αδιάφορο, φανταζόμουν την Αντρούλλα να γεμίζει βάζα, ποτήρια, κατσαρολάκια με σιερινιές και να γνέφει «ναι» ακόμη.

Θα πάω! Εν θα πάεις! Θα πάω! Εν σ’ αφήνει ο παπάς σου. Πήγα κρυφά. Πήγα στο κατηχητικό που πήγαιναν όλοι. Δεν ξέρω τι περίμενα, ίσως μια πανδαισία από σιερινιές, αλλά απογοητεύτηκα. Εντάξει, το βρήκα ενδιαφέρον που ο παπάς ήταν ντυμένος χωρίς τα βυζαντινά και φαινόταν ο μισός απ’ ό,τι τον υπολόγιζα, έλεγε μια ιστορία αλλά δεν κατάλαβα ότι ήταν ιστορία γιατί δεν είχε ούτε action ούτε σκηνογραφία ούτε μαγικά φίλτρα ούτε ζώα, νομίζω όλοι οι χαρακτήρες ήταν καλοί και έκαναν καλές πράξεις και όλες οι προτάσεις τους αρχινούσαν με το «Ο καλός θεός» και τέλειωναν με το «Γι’ αυτό καλά μου παιδιά εσείς να…». Μου φάνηκε παράξενο που όλοι τον περιτριγύριζαν ασφυκτικά. Ρωτούσε, «παιδιά, τι δεν πρέπει να κάνουμε;», ζητούσε να πουν με τη σειρά «μια καλή πράξη που έκαναν τη βδομάδα που πέρασε» ή να πουν ονόματα αγίων, και σήκωναν με πάθος το δάχτυλο (τους είπε να σηκώνουν μόνο το δάχτυλο, δεν ήθελε χέρια ή σιερινιές, ούτε να φωνάζουν εγώ! εγώ!). Κάποτε έλεγε, «πες μας εσύ!» κι έδειχνε ένα παιδί που κρατούσε το δαχτυλάκι του ξεχασμένο ψηλά για ώρα, το παιδί έλεγε, «ε.. ε… ξέχασα…» και μετά πάγωνε η φάτσα του από ντροπή και όλοι γύριζαν και το έβλεπαν σαν να ήταν αποκρουστικό αυτό το μετέωρο ε… ε…, ή που τόλμησε και σήκωσε το δάχτυλο θέλοντας να πει χωρίς να είχε κάτι ολοκληρωμένο ή κάτι που θα ήταν καλό για ‘το καλό όλων’ να πει. Στο τέλος είπανε ανέκδοτα, τα μισά μάγκικα, τα άλλα μισά χαζά, θυμούμαι που μας είπε κι εκείνος ένα, αποσπασματικά το θυμάμαι, ήταν κάτι για βαρκούλα φορτωμένη που στο στόμα πάει να μπει, αλλά δεν θυμάμαι αν αυτό ήταν το αίνιγμα ή η απάντηση. Φύγαμε κι έμειναν τα παιδιά που ήθελαν να του πουν ένα κακό μυστικό, εγώ τις σιερινιές τις δώρισα δεν τις μάσησα, δεν είχα λόγο να μείνω, ευτυχώς δεν πήγαινε ούτε η Αντρούλλα κατηχητικό γιατί όλο το χωριό κουτσομπόλευε τη μάνα της ότι είχε φίλους και την έλεγαν πίσω από την πλάτη της η Φιορούλα.

Δεν ξαναπήγα.

Αν το metoo έφτανε στην Κύπρο ως μόδα, θα διατίθετο ως δώρο με τις κυριακάτικες εφημερίδες μέσα σε σακκουλούι πλαστικό μαζί με περιοδικά «με άποψη» για θέματα που αφορούν «τη σύγχρονη γυναίκα» και μπίζνες περιοδικά με εξώφυλλο τον Alpha Male πολιτικό του μήνα. Αν ήταν θέμα έκθεσης ιδεών στο λύκειο θα εζητείτο από τους έφηβους να γράψουν δύο μειονεκτήματα και δύο πλεονεκτήματα. Αν ήταν θέμα βραδινής τηλεοπτικής συζήτησης θα καλούσαν εκπροσώπους από όλες τις «πλευρές» για να ακουστούν «όλες» οι απόψεις. Η Κύπρος σκοτώνει το πολιτικό μέσα από επιφάσεις κοσμιότητας. Η Κύπρος επίσης σκοτώνει το πολιτικό διότι δεν αγάπησε τα παιδιά χωρίς κήπους, διότι φτύνει στον δρόμο όταν περνούν οι μανάδες τους κι ας ξενοκοιμάται τα βράδια μαζί τους, διότι θα τους έδινε ΕΕΕ αλλά ποτέ σιερινιές. Διότι δήμαρχοι αναρτούν αναίσχυντα στο προσωπικό τους facebook φωτογραφίες από αυλάδες ξένων σπιτιών για να καταγγείλουν στο υγειονομείο τα πατσαρίτζια και να επιβάλουν ντροπή σε κάθε καταφύγιο που κρατά ζωντανή τη ζωή στα χαμηλά. Διότι στην εποχή του κατ’ οίκον περιορισμoύ, της τηλεργασίας και του online schooling έχουν ανθήσει η ευταξία και η κηπουρική: όλοι φυτεύουν φκιόρα και ακόμη μια στρώση τσιμεντόπετρες στον μαντρότοιχο που χωρίζει την αυλή τους από το παιδί που αρθρώνει βα, βα.

Για μένα το πολιτικό είναι αγώνας εναντίον του άδικου, εναντίον της καταστολής της ελευθερίας, εναντίον της περιφρόνησης και της καταστροφής της ζωής του ατόμου και των πολλών και, κυρίως, εναντίον του ελέγχου των τρόπων έκφρασης αυτού του «εναντίον». Από αυτήν τη σκοπιά, το πολιτικό έρχεται σε ρήξη με την πολιτική ποιμαντορία. Ο ποιμαντορικός λόγος παραδοσιακά και ιστορικά δεν είναι πολιτικός λόγος αλλά θρησκευτικός. Μιλά ο ποιμένας και το ποίμνιο (υπ)ακούει, βρίσκοντας ανακούφιση στον ορισμό και την περιγραφή των δαιμόνων που του λένε ότι το απειλούν, οριοθέτηση της βοσκής που του λένε ότι είναι δική του, υπόσχεση ασφάλειας αυτών που του λένε ότι οι δαίμονες θα απειλήσουν. Τα μέλη του ποιμνίου δεν μιλάνε μεταξύ τους, δεν υπάρχει «me» (πονώ, έπαθα, υποφέρω), δεν υπάρχει «metoo» (ορμή για στροφή στον/ην άλλο/η: άκουσέ με, σου καταγγέλλω τι μου συνέβη), δεν προϋπάρχει μνημικό χνάρι μιας προηγούμενης συστροφής στον άλλο που να κρατά ανοιχτή την πιθανότητα επανάληψης, δεν υπάρχει «#metoo» (πρόσβαση σε ένα μέσο διάχυσης που θα ενεργοποιούσε επαφή με άλλους/ες εκτός αγέλης).

Αν η νεωτερική πολιτική κοινωνία είναι ακριβώς το αντίθετο της πιο πάνω περιγραφής, αν το κράτος έχει διαχωριστεί από την εκκλησία, πώς γίνεται να υπάρχει πολιτική ποιμαντορία; Η κυβέρνηση, χωρίς πια να είναι ηγεμόνας, διασφαλίζει την επιβίωσή σου (τροφή, εργασία) και την ασφάλειά σου από τους εξωτερικούς εχθρούς, δεσμεύεται από το Σύνταγμα να διαφυλάσσει το κράτος δικαίου και να σέβεται τις ατομικές και πολιτικές σου ελευθερίες, επιτρέπει, διατηρεί και τρέφει τη λειτουργία μιας δημόσιας σφαίρας όπου ασκείται κριτική και διακινούνται ιδέες, ΑΛΛΑ εξακολουθεί να καταστέλλει το πολιτικό μέσω εξευγενισμού του λόγου. Επιβλήθηκαν μέτρα για περιορισμό της μετάδοσης του ιού και καθορίστηκαν ανώτατοι αριθμοί συγκέντρωσης, ήταν απαραίτητο όμως να μας πουν και πώς να περιοριστούμε: σπίτι με τη γυναίκα και τον άντρα μας, με πρώτου βαθμού συγγένεια αγαπημένους μας. Αντί να προειδοποιήσουν ότι αν δεν εφαρμοστούν τα μέτρα θα επεκταθεί το lockdown (μία βδομάδα, δύο βδομάδες και δύο μέρες) μας προειδοποιούσαν ότι δεν θα κάναμε Χριστούγεννα. Αντί να αναφέρουν ξανά το όριο στον αριθμό ατόμων που επιτρέπεται να συγκεντρώνονται ανά οικεία, οι εθνικοί ελεγκτές μεταδοτικότητας του ιού κάνουν παρατηρήσεις επί του ήθους των Λεμεσιανών: έχω να σας πω ένα κακό μυστικό, «μαζεύονται σε σπίτια και διασκεδάζουν», τα άλλα παιδιά σηκώστε το δάχτυλο να πείτε με τη σειρά πόσο κακό κάνει σε όλους εμάς αυτό. Η μόνιμη επίκληση του «κοινού καλού» τροχιοδρομεί τα μέτρα και ταυτόχρονα τα εκτρέπει από έλεγχο της μεταδοτικότητας σε ρύθμιση της συμπεριφοράς και ειδικά εκείνων των χαρακτηριστικών της συμπεριφοράς που αφορούν την ενσώματη πολιτότητα: τα ζευγαρώματά μας, το μοίρασμα του κρεβατιού μας, τις απολαύσεις μας, το πένθος μας.

Ενώ τις μέρες μετά τις 13.02.2021 καταδικάστηκαν η κατασταλτική επέμβαση της Αστυνομίας και η επίθεση του κράτους κατά ατόμων που ασκούσαν το πολιτικό δικαίωμα της δημόσιας διαμαρτυρίας, η εφαρμογή της βίας εξορθολογίστηκε μέσα από μια αλγοριθμική περιγραφή της και η βία κρίθηκε μετρώντας με ποσοτικά κριτήρια τα μέσα ή τα αποτελέσματά της: «υπέρμετρη βία», με πόσα bar κι από τα πόσα μέτρα χτυπά η ριπή για να επιφέρει αποκόλληση στους χιτώνες ενός ματιού που «βρέθηκε στην τροχιά του», πόσα και πώς αγοράστηκε μέσα από πόσες προκηρύξεις προσφορών ο Αίας, και πού εκπαιδεύτηκαν οι χρήστες του (γιατί η Αστυνομία διαθέτει νεροβόλο όπλο δεν ρωτήσαμε). Η βία εξορθολογίζεται ακόμη πιο αποτελεσματικά όταν αναλύεται από τα πίσω προς τα μπροστά: «Για να βρεθεί ένα πρόσωπο στο πάτωμα ή να βλέπουμε το πόδι αστυνομικού στο κεφάλι του είναι κάτι τόσο ακραίο, που θα πρέπει να δούμε τι προκλήθηκε, τι το προκάλεσε, ποια ήταν η αντίδραση» (επίτροπος Διοίκησης).

Αντίθετα με την πρώτη, η δεύτερη πορεία διαμαρτυρίας αξιολογήθηκε με ποιοτικά κριτήρια. Είχε ήδη, προκαταρκτικά και προφυλακτικά, επιβληθεί ένα κατηχητικό φάσμα αξιολόγησης ήθους και χαρακτήρα μέσω μιας συνεκδοχικής ανάλυσης του στυλιζαρίσματος της διαμαρτυρίας στο σώμα της Αναστασίας: χόρευε ή κάβλιαζε; Καλή κοπέλα ή όχι καλή κοπέλα; Κόσμια ή μη κόσμια; Μήπως έκρυβε ένα κακό μυστικό η πανοραμική φωτογραφία που έδειχνε τον Αίαντα να κατατροπώνει την έκταση των άκρων της Αναστασίας σε ένα εκστατικό Χ; Διότι τα πατσαρίτζια κρίνονται πια καθαρά ή ακάθαρτα από τον δήμαρχο, διότι η καθαριότητα εμπίπτει στην ηθική τάξη του πολιτισμού και άρα το δικαίωμα της ιδιωτικότητας της ζωής και της ασφάλειας του οίκου παραβιάζεται από τον αστυνόμο δήμο και δήμιο. Διότι η ανάλυση της συμπεριφοράς καθορίζεται πια ως προϋπόθεση και προδιαγραφή για την έλευση του πολιτικού. Σηκώστε παιδιά το δάχτυλο να πείτε ένα καλό που κάνατε στην πορεία του περασμένου Σαββάτου: «ήταν επιτυχημένη», «εξελίχθηκε ομαλά», δεν χρειάστηκε να σταματήσει να είναι διακριτική η παρουσία της Αστυνομίας. Ήταν μια πολιτισμένη πορεία. «Μπράβο στα παιδιά μας», «τα παιδιά μας μας δίνουν ελπίδα». Η παιδοποίηση του πολιτικού επιβεβαιώνει την πατριαρχική δύναμη του κυρίαρχου με τον ίδιο τρόπο που ο έπαινος του πολιτισμένου τρόπου έκφρασής του προδιαγράφει την έλευση μιας νέας εξουσίας.

Η ευγενοποίηση (gentrification) άρχισε να αρπάζει στο δίχτυ της και το #metoo. Οι κονκάρδες «Μίλα! Σπάσε τη Σιωπή!» εξαφανίστηκαν το ίδιο γρήγορα που φορέθηκαν στο πέτο υποψήφιων βουλευτών. Άρχισε να επικρατεί η λογική της μέτρησης, της μετριοποίησης και της ορθογραφίας. Το «Δαμέ» γράφεται με «αι» υποδείχθηκε στους διοργανωτές της πορείας διαμαρτυρίας. «Όμορφα λογάκια με ρίμα» και «δακρύβρεχτες ιστορίες» που παράγουν ενσυναίσθηση γράφτηκε με ειρωνεία για την κατάθεση της Ανδρούλας Καφά που έσπασε τη σιωπή και μίλησε για σεξουαλική κακοποίηση στον χώρο του θεάτρου. «Κείμενο κακογραμμένο, πλήρως ασυνάρτητο, απλώς και μόνο για να δημιουργήσει εντυπώσεις», ήταν άλλη ενισχυτική διάγνωση που ακολούθησε. «Νά που το κίνημα #metoo κατέφθασε και στα λημέρια μας με την στάνταρντ αργοπορία των 2-3 ετών», έγραψε ο Γιώργος Σαββινίδης («Φιλελεύθερος», 24 Ιανουαρίου 2021). Mα το #metoo δεν ήρθε όπως έρχονται οι αέρηδες, οι ακρίδες και η άμμος στην ατμόσφαιρα. Κατ’ ακρίβειαν, δεν ήρθε· επισυνέβη. Η οικονομία της χλωρίδας («μαζί με τα χλωρά νοτίζονται και τα ξερά») ανάγει το #metoo σε φαινόμενο και του αφαιρεί την πολιτική ορμή με τον ίδιο τρόπο που η τοποθέτησή του σε μια χρονική γραμμή εξέλιξης -η κοινωνία μας είναι πιο ανώριμη και τον χρειαζόμαστε ούτως ή άλλως τον χρόνο μας- εισάγει πάλι το δόγμα του πολιτισμικού εξελικτισμού για να ρυθμίσει την άρθρωση του πολιτικού.

Για μένα το πολιτικό προϋποθέτει αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί τον δημόσιο χώρο άρθρωσής του. Για μένα ο πολιτικός λόγος είναι μια αγωνιστική συνάντηση με τα όρια κοσμιότητας που τέθηκαν για την άρθρωσή του. Θα σταματήσω δαμαί. Θα επανέλθω στην επόμενη στήλη της freya για να αναλύσω τις «ιστοριούλες» του #metoo και το κατηχητικό που εξήγγειλε το θεατρικό κατεστημένο της Κύπρου. Το υγειονομείο μπορεί να διαφυλάσσει τους χλωρούς στον χώρο του πολιτικού, όμως οι σιερινιές θα ανταγωνιστούν το κατηχητικό.

Εικόνα:Βασιλεία Μ. Αναξαγόρα: «I have been thinking it over for a year, or maybe less. We love each other now, but you are still a plague», 150×100 cm, με λάδι σε καμβά, 2021.

You May Also Like

Freya|Το διάγγελμα

Γράφει η Ζέλια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου Το Βικιλεξικό ορίζει το διάγγελμα ως ...

Τα κοπέλια

«Μιαν φορά τζι έναν τζαιρόν ήταν μια γριά. Τυφλή αλλά σοφή». Ή μήπως ήταν ένας σοφός ...

H Κουτάλα η Λουκκοτούα η Υποδόχη του Κόσμου

Ήταν μεσημέρι Δευτέρας, έξω από τη Μελίνη, σε μια πλαγιά κάτω από τον δρόμο. ...

Οι εκκαθαριστές

Την Παρασκευή 16 Απριλίου 2021 ο γενικός εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργος Σαββίδης προέβη ...

Jacaranda

«…ὁ μὲν οὖν μὴ νεοτελὴς ἢ διεφθαρμένος οὐκ ὀξέως ἐνθένδε ἐκεῖσε φέρεται πρὸς αὐτὸ ...

Το Σφαγείο

Γράφει η Ζέλια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου «Είναι δύσκολο να κάνεις κάποιον να ...

X