Σε κρίσιμη κατάσταση

Συγγραφέας: Αντώνης Γεωργίου

Σκηνοθεσία: Αιμίλιος Χαραλαμπίδης

Νέα Σκηνή ΘΟΚ

Στο έργο του «Η νοσταλγία του απόλυτου» ο κριτικός λογοτεχνίας Τζορτζ Στάινερ, σχολιάζοντας την τέχνη της αφήγησης, αναφέρεται σε μια χασιδική παράδοση σύμφωνα με την οποία «ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο για να του διηγείται ιστορίες». Ο άνθρωπος εκ φύσεως έχει ανάγκη τις ιστορίες και τους μύθους, αφού με αυτά βάζει σε τάξη το χάος, ενώ προσπαθεί να εξηγήσει το παράλογο της ύπαρξής του· γι’ αυτό, άλλωστε, και τον ανακουφίζουν. Ο συγγραφέας, ως ένας ευαίσθητος δέκτης του παραλογισμού αυτού, μέσα από τις ιστορίες που αφηγείται καλείται να γίνει ο διαμεσολαβητής ανάμεσα στο χάος και την τάξη και να βοηθήσει τον παραλήπτη (αναγνώστη / κοινό) να εξηγήσει τον κόσμο και την αλλοτριωμένη παρουσία του σε αυτόν. Ένας τέτοιος ευαίσθητος και άοκνος δέκτης είναι χωρίς αμφιβολία ο Αντώνης Γεωργίου, μία από τις σημαντικότερες συγγραφικές φωνές της σύγχρονης κυπριακής λογοτεχνίας. Ένας συγγραφέας εν εξελίξει, ένας παλμογράφος ακριβείας που καταγράφει τις παθογένειες και τις κρίσεις της σύγχρονης κυπριακής κοινωνίας, μιας κοινωνίας που προτιμά να μεταθέτει και όχι να αναλαμβάνει ευθύνες, που αποδεικνύεται τοξική και εν τέλει απούσα για αυτούς που την έχουν περισσότερο ανάγκη.

Το νέο έργο του Αντώνη Γεωργίου «Σε κρίσιμη κατάσταση» έρχεται να συμπληρώσει τα προηγούμενα «La Belote» και «Ο θείος Γιάννης» ως μια χαρτογράφηση του τοπικού παρόντος, αλλά με πιο ώριμη, πιο μεστή και πιο συμπυκνωμένη θεατρική γραφή. Ο αλληγορικός τίτλος του έργου, προφητικά γραμμένου πριν το ξέσπασμα της πανδημίας, έρχεται να εμπερικλείσει οτιδήποτε βρίσκεται σήμερα σε «κρίσιμη κατάσταση» και στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Η ευφυής επιλογή του να θέσει ως βασικό χώρο δράσης (ή μη δράσης) το δωμάτιο αναμονής της Εντατικής Μονάδας ενός νοσοκομείου του δίνει τη δυνατότητα να τοποθετήσει σε αυτόν πρόσωπα οποιασδήποτε ηλικίας, τάξης, μορφωτικού ή κοινωνικού επιπέδου: μια ουδέτερη ζώνη, ένα no man’s land όπου ο καθένας έρχεται να διεκδικήσει το καλύτερο για τον ασθενή του, ενώ στην πραγματικότητα αποζητά απελπισμένα ανακούφιση για το τραυματισμένο του εγώ. Σε αυτόν τον χώρο όπου τα πάντα βρίσκονται σε αναμονή, οι ήρωες του έργου έρχονται να εκθέσουν μέσα από τις προσωπικές τους ιστορίες τα τρωτά της σύγχρονης κυπριακής κοινωνίας: τη γονεϊκή εγκατάλειψη και αδιαφορία, την πατρική απουσία και τις μητρικές αδυναμίες, τις χειριστικές αδελφικές σχέσεις, τις ερωτικές αγκυλώσεις, το βίαιο σεξ ως κατάλοιπο παιδικών στερήσεων ή εμμονών, την εφηβική κρίση, τον σχολικό εκφοβισμό, το δυσλειτουργικό σύστημα υγείας, τη διαφθορά σε ένα διάτρητο δημόσιο και ιδιωτικό σύστημα. Αν και αυτή τη φορά η συγγραφική ωριμότητα του Αντώνη Γεωργίου δείχνει να κτίζει μια πιο στέρεη δομή στο έργο του, με τα θέματα που θίγει να αιτιολογούνται, να μην μένουν μετέωρα και να μην καταλήγουν σε εύκολες λύσεις, η αγωνία του να αρθρώσει έναν πολυεπίπεδο πολιτικό λόγο τον οδηγεί σε μια ευρύτητα θεμάτων και συμπλεγμάτων τα οποία δείχνουν να ασφυκτιούν στην ιστορία των δύο, στην ουσία, οικογενειών. Αν και ο πολιτικός αυτός λόγος είναι υπαρκτός και ξεκάθαρος, ανοίγεται σε τόσα πολλά μέτωπα, που δεν του μένει αρκετός χώρος και χρόνος για να τα αγγίξει πέρα από την επιφάνεια, γεγονός που του στερεί τη δυνατότητα να αρθρώσει έναν εις βάθος και επί της ουσίας κριτικό λόγο.

Αυτό, ωστόσο, δείχνει να ανατρέπεται στον τρόπο που χειρίζεται τους χαρακτήρες του. Σε μια καθαρά ρεαλιστική, αν και σπονδυλωτή και αποσπασματική, δομή 20 μονολογικών και 12 διαλογικών σκηνών, ο Αντώνης Γεωργίου επιχειρεί μια καταβύθιση στους ήρωές του, κατορθώνοντας να δημιουργήσει όχι απλά τύπους αναγνωρίσιμους αλλά ανθρώπους υπαρκτούς, των οποίων ο ψυχισμός κτίζεται λεπτομερώς και χωρίς επιτήδευση, μέσα από τις συγκρούσεις, τις εξομολογήσεις και τις συμπεριφορές τους. Καλοί και κακοί ταυτόχρονα, που τη μια στιγμή τους συμπαθείς και την άλλη τους απορρίπτεις, οι ήρωες αυτοί δείχνουν, ο καθένας για τους δικούς του λόγους, είτε ζουν στις παρυφές της κοινωνίας αγωνιζόμενοι να επιβιώσουν (Χρυστάλλα, Έλενα, Αντρέας, Χρίστος) είτε είναι ενταγμένοι σε αυτήν αδυνατώντας να βρουν προσωπική γαλήνη και ευτυχία (Πάρης), να νοσούν ψυχικά και να βρίσκονται μονίμως σε «κρίσιμη κατάσταση».

Η αληθοφάνεια των χαρακτήρων επισφραγίζεται μέσα από μια σύγχρονη και απαλλαγμένη από ηθογραφισμούς κυπριακή διάλεκτο. Ο συγγραφέας αφουγκράζεται και καταγράφει προσεκτικά τη γλώσσα και τους κώδικες επικοινωνίας της κάθε ηλικίας, δημιουργώντας μια διάλεκτο ζωντανή και οικεία. Οι γρήγοροι και στακάτοι διάλογοι που βοηθούν την εξέλιξη της δράσης και ευνοούν τις συγκρούσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες, ανεβάζοντας τόνους και ρυθμούς, εναλλάσσονται (ίσως υπερβολικά συχνά) με τους εξομολογητικούς μονολόγους που ο κάθε ήρωας ξεχωριστά απευθύνει στον οικείο του ασθενή, σε έναν μη ακροατή, σε έναν άνθρωπο σε κώμα. Οι μονόλογοι δίνουν τη δυνατότητα στον συγγραφέα να αντλήσει από τα πλούσια πεζογραφικά και ποιητικά του εφόδια και να προσδώσει στο έργο μια ποιητικότητα η οποία ρίχνει τους ρυθμούς και τις εντάσεις των βίαιων, λεκτικά, διαλόγων. Η επαναληπτικότητά τους, αν και αναπόφευκτα κουραστική, αντανακλά την αέναη επαναληπτικότητα της ζωής των ηρώων που ζουν, είτε μέσα στον χώρο αναμονής, είτε έξω από αυτόν, σε λιμνάζοντα νερά, ενώ βοηθά τον θεατή να κατανοήσει τον σωματικό θάνατο μέσα στην Εντατική και τον ψυχικό θάνατο έξω από αυτήν.

Έχοντας στα χέρια του ένα σύνθετο και πολυεπίπεδο έργο, ο Αιμίλιος Χαραλαμπίδης ορθά επέλεξε να του δώσει χώρο να αναπνεύσει. Με μια λιτή και καλώς νοούμενη «ουδέτερη» σκηνοθεσία, χωρίς να το φορτώνει με σκηνοθετικά ευρήματα και χωρίς να επιβάλλει συγκεκριμένη ανάγνωση, αφήνει το έργο ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες. Με το αφαιρετικό σκηνικό της Σωσάννας Τουμάζου, το οποίο παραμένει σταθερό καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου, να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράσταση, ο σκηνοθέτης αφήνει τις 32 σκηνές να εκτυλιχθούν με φόντο τη μονίμως κλειστή πόρτα της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας, κάνοντας εύγλωττο τον στόχο του συγγραφέα να προεκτείνει τον αλληγορικό τίτλο του έργου σε πρόσωπα και καταστάσεις εκτός Εντατικής. Σε αυτό συμβάλλουν (παρά την καταχρηστική συσκότιση λόγω των πολλών σκηνών του έργου) οι καίριοι φωτισμοί του Γεώργιου Κουκουμά σε λευκά και παγωμένα χρώματα που αφήνουν να κυριαρχήσει η αίσθηση του νοσοκομείου. Οι βιντεοπροβολές του Χριστόφορου Λάρκου, αν και κερδίζουν αισθητικά τον θεατή καθώς κατακλύζουν σταδιακά τη λευκή σκηνή, δείχνουν μια ασυνέπεια, ως προς τον σκοπό τον οποίο καλούνται να εξυπηρετήσουν. Οι άμορφες και απρόσωπες φιγούρες στη μία περίπτωση αντικαθιστούν το πλήθος που λειτουργεί εκφοβιστικά προς τον Χρίστο (κατορθώνοντας ταυτόχρονα μια κατάδυση στο μυαλό του ήρωα), ενώ στο τέλος λειτουργούν, αποδυναμωμένα κατά την άποψή μου λόγω της πρότερης χρήσης τους, με μια αισθητική εξπρεσιονιστική, αποτυπώνοντας τις ψυχές που φεύγουν προς τα πάνω. Ομοίως, η προβολή με τις ορτανσίες, που λειτουργούν ως σύμβολο της μητέρας που φεύγει, αποδυναμώνεται, πιστεύω, από την έστω και απρόσωπη ρεαλιστική γυναικεία παρουσία στην εικόνα. Αντίθετα, η προβολή με τη Στέλλα Τεμπριώτου στον ρόλο της Μελίνας είναι εξαιρετικά καίρια και λειτουργεί με συγχρονισμό και ακρίβεια, απεικονίζοντας τον σύγχρονο κόσμο των εφήβων. Εύστοχος αποδεικνύεται ο τρόπος που ο σκηνοθέτης διαχειρίζεται τη στατικότητα και την επαναληπτικότητα των πολυπληθών μονολόγων προς τους δύο ασθενείς της Εντατικής, μια μητέρα και έναν γιο, τοποθετώντας τους ηθοποιούς σε υπερυψωμένες πλατφόρμες μετωπικά προς το κοινό. Το εύρημα αυτό δίνει στους μονολόγους την αίσθηση μιας ψυχαναλυτικής εξομολόγησης, ενώ ταυτόχρονα τοποθετεί τον θεατή στη θέση όχι μόνο του ακροατή, αλλά και του ασθενούς σε «κρίσιμη κατάσταση».

Η σκηνοθετική λιτότητα ακολουθείται και στην καθοδήγηση των ηθοποιών οι οποίοι με την ερμηνεία τους δίνουν, όλοι ανεξαιρέτως, μια φυσική και «τρισδιάστατη» υπόσταση στους χαρακτήρες του Αντώνη Γεωργίου. Η Νάτια Χαραλάμπους στον ρόλο της νοσοκόμας δημιουργεί με φυσικότητα μια φιγούρα εξαιρετικά οικεία σε όλους μας. Ο Μιχάλης Καζάκας αποτυπώνει με την ερμηνεία του τις συμπεριφορές και τα συναισθήματα του εφήβου που λόγω διαφορετικότητας από το κοινωνικά αποδεκτό επωμίζεται τον ρόλο του εξιλαστήριου θύματος. Αντίστοιχα, ο Ανδρέας Κούτσουμπας δίνει, πότε με ακρίβεια και μέτρο και πότε με οριακή υπερβολή, τη συσσωρευμένη οργή του παραγκωνισμένου εφήβου η οποία εκδηλώνεται μέσα από την αντιδραστικότητα και την τάση για παραβατικότητα, ενώ αφήνει ταυτόχρονα να διαφανεί και η αδημονία του ήρωα για σημασία και αγάπη. Η Αντωνία Χαραλάμπους με τη χαρακτηριστική και αδιαμφισβήτητη υποκριτική της δεινότητα, η οποία ενίοτε κινδυνεύει να γίνει επαναληπτική και αδιαφοροποίητη, δημιουργεί εύστοχα τη νέα η οποία ισορροπεί ανάμεσα στον αγώνα για επιβίωση και την απόλυτη παραίτηση, κάτι που αποτυπώνεται εύγλωττα στα όνειρα που περιγράφει η ηρωίδα. Οι λύσεις ανάγκης, ωστόσο, στις οποίες διαρκώς καταφεύγει, διαγράφουν ένα μάλλον δυσοίωνο μέλλον, όπως δυσοίωνο διαγράφεται και το μέλλον των υπόλοιπων ηρώων του έργου. Η ερμηνεία του Χάρη Χαραλάμπους στον ρόλο του Πάρη, με μικρή εξαίρεση την υπερβάλλουσα ευαισθησία στους τελευταίους μονολόγους προς τη μητέρα, δείχνει να κατανοεί βαθιά τον ήρωα, αναδεικνύοντας με ακρίβεια τις αντιφάσεις, την κυκλοθυμικότητα και τα διαφορετικά πρόσωπα του πιο περίπλοκου, πιστεύω, χαρακτήρα του έργου. Χαμηλών τόνων και υπερευαίσθητος από τη μια, αλλά με μια βίαιη σεξουαλικότητα από την άλλη, ο καταπιεσμένος από το σύστημα και προσκολλημένος στη μητρική φιγούρα δημόσιος υπάλληλος είναι ο μόνος χαρακτήρας που αφήνει, ίσως, μια ελπίδα για ένα πιο θετικό μέλλον, μέσα από την παραδοχή της δυστυχίας του και την επιθυμία να κάνει συνειδητά μια νέα αρχή. Η Ζωή Κυπριανού ήταν η καταλληλότερη επιλογή που θα μπορούσε να κάνει ο Αιμίλιος Χαραλαμπίδης για τον ρόλο της μητέρας. Λιτή και ανεπιτήδευτη, με απλότητα και φυσικότητα, ανταποκρίνεται μοναδικά στον ρόλο της μητέρας που αγωνίζεται να μεγαλώσει μόνη τρία παιδιά. Θεωρώντας ότι έκανε πάντα το καλύτερο που μπορούσε, η τραγική αυτή φιγούρα καταλήγει να μετρά τα λάθη της εν αναμονή του θανάτου του γιου της.

Το «Σε κρίσιμη κατάσταση» είναι ένα βαθιά κοινωνικό έργο σε μια αντανακλαστική, για την κοινωνία, παράσταση, η οποία μπορεί να μην αφήνει πολλές χαραμάδες ελπίδας στον θεατή, ωστόσο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου και του ζητά να πάρει θέση. Ή έστω, να αναγνωρίσει, όπως ο Πάρης, την κρισιμότητα της κατάστασης και να εξέλθει από την «αίθουσα αναμονής».

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

ΕΞΩΣΤΗΣ | Αριζόνα

Συγγραφέας: Χουάν Κάρλος Ρούμπιο Μετάφραση: Μαρία Χατζηεμμανουήλ Σκηνοθεσία: Θεατρική Ομάδα Παράσιτα Παίζουν: Ελισάβετ Κωνσταντινίδη, ...

«Κραυγή» από το Θέατρο Αντίλογος

Συγγραφέας: Tennessee Williams Μετάφραση: Έλλη Παπακωνσταντίνου, Αθηνά Μαξίμου Σκηνοθεσία: Εβίτα Ιωάννου Σκηνικά-κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου ...

Η Φαλακρή Τραγουδίστρια

Τι έχει να πει σήμερα ο Ιονέσκο σε ένα κοινό εξοικειωμένο με ποικίλους, συχνά ...

A Room to Grow / Amen II

Ο χορευτής και χορογράφος Φώτης Νικολάου δίνει το δικό του ιδιαίτερο –και όχι μόνο ...

Δεσποινίς Τζούλη

Οι ερμηνείες των τριών ηθοποιών κινήθηκαν σε ένα μονοδιάστατο επίπεδο, αυτό της ρεαλιστικής απόδοσης ...

Το παιχνίδι της σφαγής

Στη φιλόξενη σκηνή της ΕΘΑΛ βρήκε πρόσφορο έδαφος το σκηνικό όραμα της Μαρίνας Βρόντη, ...

X