«Το θαμμένο παιδί»: το αρχέτυπο ως αρένα

Γράφει ο Βαγγέλης Γέττος

Αιμομιξία. Παιδοκτονία. Μητρικός ευνουχισμός. Ανείπωτα και ταυτόχρονα ανέκαθεν περιρρέοντα μυστικά που διαβρώνουν την κοινωνικότητα όσο και την ίδια την φυσιολογία της ζωής: αρχέτυπα που έχουν σφραγίσει με την αιώνια παρουσία τους το γενετικό υλικό του ανθρώπου, πολύ προτού εξελιχθεί στο ανώτερο είδος του homo sapiens. Για την ακρίβεια, καθώς εγκαταλείπουμε την κατεστραμμένη θεατρική μάσκα του “έμφρονος ανθρώπου” και επιστρέφουμε ολοταχώς προς τον box office ρόλο που γνωρίζουμε καλά, αυτόν του homo necans -τον άνθρωπο των φονικών ενστίκτων- η τέχνη επείγει να επανεπεξεργαστεί τα αρχέτυπα που μέχρι τώρα αντιμετωπίζαμε ως δεδομένα μεν, εξωτικά, δε: «αυτά δεν μπορούν να συμβούν σ’ εμάς».

Η επεξεργασία των αρχετύπων δεν σηκώνει φτηνές μαγκιές και τεχνάσματα. Είναι από μόνα τους άρτιοι μηχανισμοί μιας απίστευτα σαφούς εσωτερικής πλοκής. Ο Οιδίποδας, όσο μοντερνιστικά κι αν τον σκηνοθετήσεις, θα είναι πάντα το ίδιο σημείο αναφοράς: συνευρέθηκε ερωτικά με τη μητέρα του και σκότωσε τον πατέρα του. Το ίδιο και ο Ορέστης: σκότωσε τη μάνα του. Τελεία. Ό,τι νοερό ή πραγματικό κοστούμι και να του φορέσεις, τις Ερινύες μέσα στο κεφάλι του, εμείς, μόνο να τις φανταστούμε μπορούμε.

Η Αθηνά Κάσιου, με το «Θαμμένο Παιδί» του Σαμ Σέπαρντ, αναλαμβάνει την ευθύνη να επεξεργαστεί ένα αρχετυπικό κείμενο (γραμμένο το 1979). Και επιδεικνύει το απαιτούμενο ιερόσυλο θάρρος. Το “θέατρο δωματίου” είναι ένας ανεπαρκής ορισμός για το αποτέλεσμα. Το απότοκο των όσων διαδραματίζονται μέσα σε ένα σπιρτόκουτο μερικών τετραγωνικών, πρόσωπο με πρόσωπο με τους θεατές, προσομοιάζει περισσότερο στο “θέατρο αρένα” που συνέλαβε ο Γιέρζι Γκροτόφκσι όταν έβαλε τους θεατές να παρακολουθήσουν παράσταση πίσω από ένα υπερυψωμένο τοιχίο. Στο σκηνοθετικό εύρημα του Γκροτόφκσι, οι ηθοποιοί-άγρια θηρία δρούσαν φαινομενικά σε απόσταση ασφαλείας από τους θεατές. Όμως, επειδή στη θέα του “αίματος, του σπέρματος και του στέμματος” οι θεατές σπάνια αρκούνται στο να παραμείνουν εποπτεύοντα υποκείμενα, ελλοχεύει ο κίνδυνος να εκτραπούν και οι ίδιοι σε θηρία. Να σηκώσουν τον αντίχειρα ή να τον στρέψουν προς τα κάτω για να υποδείξουν ποιός ζει και ποιός πεθαίνει. Η Κάσιου δεν μας επέτρεψε να ψηφίσουμε. Αυτό δεν θα ήταν Δημοκρατία. Αυτό θα ήταν λαϊκισμός, οχλοκρατία. Η σκηνοθετική της ματιά φωνάζει “όλα ή τίποτα”. Ή όλοι μαζί στην Κόλαση, ή όλοι μαζί στο ξέφωτο. Ήρωες και θεατές. Αντί τοιχίου, η Κάσιου βάζει το κοινό μέσα στο σαλόνι του οικογενειακού ερέβους. Η σκηνοθέτις καταστρώνει σκακιστικά ένα αντίστροφο reality show με τους θεατές να έχουν την ευκαιρία να δουν τί συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες. Οι θεατές καλούνται να επιλέξουν αν θα κουτσομπολέψουν, αν θα επιδείξουν ενσυναίσθηση, αν θα καταδικάσουν ή αν θα κατανοήσουν κάποιους χαρακτήρες. Το καταιγιστικό μπες βγες των ηθοποιών μοιάζει να δίνει τη δυνατότητα στους θεατές να επιλέξουν ποιόν θεωρούν άξιο προς αποχώρηση ή παραμονή. Φαινομενικά μόνο, γιατί εδώ δεν είναι reality. Εδώ είναι θέατρο, δηλαδή η απόλυτη, η πιο ακατέργαστη, η πιο οπτικοποιημένη πραγματικότητα, η πιο τραχιά αλήθεια. Με τα λόγια του Γκροτόφσκι: «το βασικό είναι πως ο ηθοποιός πρέπει να μην παίζει για το κοινό, πρέπει να παίζει αντιμέτωπος με το κοινό, “παρουσία του” (Lettres Françaises, 1966)».

Παράλληλα με την ιδιαίτερη ικανότητά της να βαδίσει τη διακεκαυμένη ζώνη των αρχετύπων, η Κάσιου επιδεικνύει ισχυρή ψυχογραφική δεξιότητα. Το «αδύνατο πένθος» (Μάτσα, 2012), φορείς του οποίου είναι όλοι ανεξαιρέτως οι ρόλοι, δημιουργεί κρύπτες σε κάθε γωνιά του ‘’μονοπλάνου’’: στο μπουκάλι με το ουίσκυ που αλλάζει ακατάπαυστα χέρια, στους κάλυκες των ανθέων που κανείς δεν ξέρει πού να αποθέσει, στις εκκωφαντικές σιωπές, κάτω από τη λιγδιασμένη κουβέρτα-ασπίδα που διεκδικούν τα ναυάγια του δωματίου, στα καλαμπόκια και στα καρότα που ο Τίλντεν φέρνει από το πουθενά. Παράλληλα, αναλύει το τρομερό οικογενειακό μυστικό σε πολλά άλλα μικρότερα που αναθερμαίνουν το διαγενεακό acting out (Tisseron, 2011) υπογραμμίζοντας αυτόν τον ψυχολογικό μηχανισμό με εμβρίθεια. Χαρακτηριστική η σκηνοθετική μεταμόρφωση του Βινς (Γ. Καραούλης) από ένα ήρεμο νοσταλγό σε ένα αιμοβόρο πιθηκάνθρωπο.

Ο Σπύρος Σταυρινίδης (Ντοτζ) παίζει έναν ρόλο γραμμένο πάνω στον ανθρωπότυπό του. Σαν πυρηνική βόμβα σε ύπνωση, χτίζει με την εμπειρία του την Αποκάλυψη. Συγκλονιστικός όταν εγκαταλείπει τη μανιέρα του και απευθύνεται στους διάφορους κατ’ οίκον συγκρατουμένους του με φωνή ήρεμη, χωρίς οργίλο γρέζο.

Ο Αλέξανδρος Παρίσης (Τίλντεν) σε έναν ρόλο σταθμό για τη διαδρομή του, κωπηλατεί μέσα στα φαιά νερά της τρέλας που τον απέκοψε από τα εγκόσμια και τον έστειλε ως μόνιμο διαμένοντα στο δαντικό Καθαρτήριο. Εμφάνιση σφραγίδα που τραβά μαζί της τον θίασο σαν την ανθρώπινη αλυσίδα που σέρνει πίσω της ο Χάρος στην «Έβδομη Σφραγίδα» του Μπέργκμαν.

Ο Γιάννης Καραούλης (Βινς) καταθέτει καλλιτεχνικά εχέγγυα. Εξελίσσεται σαν τοπίο που το διασχίζει το αμερικανικό τρένο: από τη νευρωτική Νέα Υόρκη, στις παραιτημένες μεσοδυτικές Πολιτείες και από εκεί στο όνειρο καλοκαιρινής νυκτός του L.A. Δεν στεριώνει πουθενά, ούτε σε πατρίδα, ούτε σε οικογένεια, ούτε σε γυναίκα. Και, μέχρι το τέλος, μας το κρύβει τόσο καλά, όσο προσπαθεί και ο Βινς να το κρύψει από τον εαυτό του.

Ο Βαλεντίνος Κόκκινος (Μπράντλεϊ) είναι σπαρακτικός. Χωρίς υπερβολές, χωρίς υπερβάλλοντα ζήλο και με μια ολιστική συσσωμάτωση όλων των κακών της μοίρας του να αποτυπώνονται από την κορυφή του ως τα νύχια του ψεύτικου ποδιού του, στηρίζει την δράση καθοριστικά.

Ο Θανάσης Γεωργίου ως ιερέας (Ντιούι), παίρνει έναν εκ πρώτης όψεως παραπανήσιο ρόλο και τον ξαναγράφει ώστε να πυρακτώσει έτι περαιτέρω την ένταση. Δύναμη που θες να δεις να διοχετεύεται σε πιο κεντρικούς ρόλους.

Η Λένια Σορόκου (Χέιλι) προσφέρει μια προσεκτική απόδοση της παρούσας-απούσας μητέρας. Θα περίμενε κανείς να συμμετάσχει πιο δυναμικά στην συλλογική τύφλωση υπογραμμίζοντας περισσότερο το απύθμενο σκοτάδι του ψυχισμού της παρά τη μυστικοπαθή σχολαστικότητά της. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν αυτό οφείλεται στην ίδια ή στην σκηνοθέτιδα.

Η Αντωνία Χαραλάμπους (Σέλι) έχει αναλάβει έναν δύσκολο ρόλο, αυτόν του εξωτερικού παρατηρητή που προσπαθεί να αντιληφθεί τί συμβαίνει εν μέσω ενός μακελειού. Σε όλη την παράσταση, κρατά μια σταθμισμένη αλλά ισοτονική ερμηνευτική γραμμή που θα μπορούσε να εμπλουτιστεί από τα κυμαινόμενα συναισθήματα που η ίδια δηλώνει ότι την διακατέχουν.

Συνοψίζοντας, το «Θαμμένο Παιδί» είναι μια παράσταση του σήμερα και του «εδώ και τώρα». Μην πάτε αν θέλετε απλώς να δείτε τους αγαπημένους σας ηθοποιούς. Να πάτε αν θέλετε να δείτε αν αντέχετε την περιπλάνηση στα πιο άγονα χωράφια της ανθρώπινης ύπαρξης που μάταια οργώνουν με τις ωμές ερμηνείες τους μερικοί από τους καλύτερους ηθοποιούς του νησιού.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Tο δικαίωμα στην ομορφιά

Στο μέσο μιας κρίσης, που μας αφήνει όλους μετέωρους, εγκαινιάζουμε μια σειρά από άρθρα ...

Μήνυμα από μια παράσταση με καλό σκοπό

Γράφει η Βαλεντίνα Φαίδωνος* Αργά το απόγευμα. Το τηλέφωνο κτυπάει. Διστακτική φωνή μετά τα ...

Το hashtag ως εχέγγυο έγκυρης απεύθυνσης

Του Βαγγέλη Γέττου Πριν μερικές μέρες, σε κάποιο roundabout της Λευκωσίας, παρατήρησα την γιγαντοαφίσα ...

Παρέμβαση: «Να παραιτηθεί ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΘΟΚ»

Γράφει ο Ανδρέας Πάντζης Στη μνήμη του Χρίστου Σιοπαχά Ανακοινώθηκε πριν λίγες μέρες ότι ...

Για τον Αντρέα Χριστοφίδη

Του Ντίνου Θεοδότου Λίγοι άνθρωποι επέδρασαν τόσο στη σκέψη και τα ενδιαφέροντά μου όσο ...

Ο Χώρος και το Εικαστικό Έργο στη Δράση του PASHIAS ως Συμπαραγόμενες Σχεσιακές Έννοιες

Η παραγωγή νοήματος στην πρακτική της περφόρμανς είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τον τόπο, κοινωνικό ...

X