Αγαπημένε μου φίλε

Ζει μέσα μου ένας άυλος ψυχορυθμιστής, κάτι σαν δεύτερος ή τρίτος εαυτός, ο οποίος εργάζεται νυχτερινές βάρδιες, προσπαθώντας να κατευνάσει τις ανησυχίες από τα άλλοτε απλά κι άλλοτε σύνθετα προβλήματα της προηγούμενης, τουλάχιστον, ημέρας. Ένας κατά κάποιον τρόπο ειδικός στην εξισορρόπηση των σχέσεων μεταξύ συνειδητού, υποσυνείδητου και κοινωνικού περίγυρου.

Αν και συνυπάρχουμε χρόνια, δεν έχω δει το πρόσωπό του, δεν ξέρω αν μου μοιάζει ή αν η ηλικία του συμβαδίζει με τη δική μου. Υποθέτω ότι έχουμε τις ίδιες γνώσεις, ότι μιλάει όσες γλώσσες μιλάω κι εγώ, αν και φοβάμαι πως το λεξιλόγιό του είναι αρκετά πιο πλούσιο απ’ το δικό μου λόγω μνήμης. Άλλωστε, όποιος εργάζεται στο σκοτάδι αναπτύσσει υποχρεωτικά ισχυρότερη μνήμη από εκείνους που ζουν στο φως. Τον φαντάζομαι να επιδιορθώνει τραγουδώντας, έπειτα από μια δύσκολη μέρα, τις χαλαρές επαφές των κυτταρικών συνδέσμων του εγκεφάλου μου και το ηχόχρωμα της φωνής του λειτουργεί στην ψυχή μου σαν βάλσαμο. Κυριολεκτικά. Στην αρχή, όταν τον πρωτάκουσα, πίστεψα ότι τραγουδάει επειδή του αρέσει και μόνο, όπως ένας μερακλής μάστορας επικαλείται την ανακουφιστική μαγεία των στίχων σε ώρα εργασίας, αργότερα κατάλαβα ότι χρησιμοποιεί το άσμα ως ίαμα· ένα βότανο ικανό να επουλώσει αποτελεσματικά ψυχικές γρατσουνιές από βρόμικα νύχια.

Περιγράφω με μια κάποια επιφύλαξη την αίσθηση που αποκομίζω από τη σχέση μου με τον συγκεκριμένο εαυτό μου, γνωρίζοντας ότι δεν είμαι ειδικός ούτε στην ψυχανάλυση ούτε στα σκοτάδια του νου, χωρίς βέβαια αυτό να μου αφαιρεί το δικαίωμα να τα ψαχουλεύω. Δικά μου είναι άλλωστε. Ανεξάρτητα λοιπόν από αναλυτικές προσεγγίσεις, πολλά πρωινά, πριν ακόμα ανοίξω τα μάτια μου, ακούω τη νυχτερινή του επιλογή στο ηχείο του κρανίου μου και επιμένω να τραγουδάω όλη μέρα τον σκοπό της.

Χθες, για παράδειγμα, ξύπνησα έχοντας στ’ αφτιά μου ένα τραγούδι της δεκαετίας του ’70. Κάθε φορά που άλλαζα πλευρό τον άκουγα να το σιγομουρμουρίζει, στα ιταλικά. Ήταν το L’anno che verrá του Lucio Dalla. Μισοκοιμισμένος αναρωτιόμουν γιατί διάλεξε αυτό το τραγούδι, μα όταν ξύπνησα συνειδητοποίησα ότι οι στίχοι ταίριαζαν γάντι στη σημερινή πραγματικότητα και θαύμασα τόσο την πρόβλεψη του συνθέτη όσο και την ευαισθησία του ψυχορυθμιστή.

Αγαπημένε μου (στην Κύπρο*) φίλε, σου γράφω κι έτσι

ξεχνιέμαι λιγάκι.

Και μιας και είσαι πολύ μακριά, θα σου τα πω όλα πιο δυνατά.

Από τότε που έφυγες, έχουμε ένα μεγάλο νέο,

Ο παλιός χρόνος έφυγε πια, αλλά κάτι δεν πάει καλά.

Βγαίνουμε λίγο τα βράδια, ακόμα κι αν είναι γιορτή

ορισμένοι μάλιστα αμπάρωσαν τα παράθυρά τους με σακιά άμμο.

Μένουμε δίχως να μιλάμε ολόκληρες εβδομάδες

κι έτσι σ’ αυτούς που δεν έχουν τίποτα να πούνε

ο χρόνος περισσεύει.

Αλλά η τηλεόραση μάς είπε ότι ο καινούργιος χρόνος

θα μας φέρει μια μεγάλη αλλαγή που όλοι την περιμένουμε:

Θα έχουμε τρεις φορές Χριστούγεννα, και κάθε μέρα θα είναι γιορτή.

Κάθε Χριστός θα κατέβει από τον Σταυρό του και τα πουλιά θα επιστρέψουν πάλι, θα υπάρχει άφθονο φαγητό και φως όλο τον χρόνο

οι μουγκοί θα μπορούν να μιλάνε, μιας οι κουφοί το κάνουν ήδη.

Ο καθένας θα κάνει έρωτα όπως του αρέσει

κι ακόμα και οι παπάδες θα μπορούν να παντρευτούν – αλλά σε ορισμένη ηλικία.

Και χωρίς μεγάλες φασαρίες κάποιοι θα εξαφανιστούν:

ίσως οι πολύ πονηροί ή οι μαλάκες κάθε ηλικίας.

Βλέπεις αγαπημένε μου φίλε τι γράφω και τι σου λέω

και πόσο χαρούμενος είμαι που βρίσκομαι εδώ

αυτή τη μεγάλη στιγμή;

Βλέπεις;

Βλέπεις τι πρέπει να σκαρφιστώ για να μπορώ να γελάω

για να μπορώ να ελπίζω.

Κι αν αυτή η χρονιά περνούσε σε μια στιγμή

βλέπεις αγαπημένε μου φίλε πόσο σημαντικό γίνεται

το ότι μέσα σε αυτή τη στιγμή υπάρχω κι εγώ…

Η χρονιά που έρχεται θα περάσει σε έναν χρόνο

κι εγώ προετοιμάζομαι: αυτή είναι η είδηση.*

Στο ποίημα του Lucio Dalla συντίθενται τρεις βασικές εικόνες: η πρώτη περιγράφει την πραγματικότητα μιας πόλης ή μιας κοινωνίας αποκλεισμένης, η δεύτερη το μεγάλο ψέμα που απορρέει από την τηλεόραση, η τρίτη την απελπισία του ποιητή καθώς συνειδητοποιεί πως βρίσκεται άοπλος ανάμεσα στη σκληρή αλήθεια και το φριχτό ψέμα.

Το τραγούδι γράφτηκε τη δεκαετία του ’70, όταν η επιρροή του τηλεοπτικού ψέματος εδραιωνόταν για τα καλά στην Ευρώπη και τον κόσμο όλο. Αν και οι διανοούμενοι προειδοποιούσαν από καιρό για την αποχαύνωση που δημιουργεί το «χαζοκούτι», η τηλεόραση επιβλήθηκε όχι μόνο ως αναπόσπαστο μέλος κάθε οικογένειας, αλλά και ως «φορέας αλήθειας». Κάποτε η φράση «το είπε η τηλεόραση» προκαλούσε θυμηδία σε πολλούς, σήμερα φοβάμαι ότι αγγίζει ελάχιστους. Και το κακό κατέκτησε τις συνειδήσεις ολοκληρωτικά με την είσοδο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στην καθημερινότητά μας μας· ένα παιχνίδι που ξεκίνησε δημοκρατικά για να μετατραπεί σε εξάρτηση. Σε έλεγχο. Σε λογοκρισία. Κατά το δοκούν της κάθε Αρχής.

Αγαπημένε μου φίλε στην Κύπρο. Εμείς εδώ συμπληρώσαμε ήδη δεκατέσσερις μήνες ημιαπαγορεύσεων και αστάθειας. Δεν βάλαμε ακόμα σακιά με άμμο στις πόρτες και τα παράθυρα, όμως μένουμε κλεισμένοι περιμένοντας τις εβδομαδιαίες ανακοινώσεις.

Αν και οι νεκροί ξεπέρασαν τις οκτώ χιλιάδες, αρκετοί ανάμεσά μας επιμένουν πεισματικά ότι δεν υπάρχει πανδημία.

Και όπως σε κάθε κρίση, οι καιροσκόποι πλουτίζουν από αυτήν.

Αλλά η τηλεόραση μάς είπε ότι ο Απρίλιος

θα μας φέρει μια μεγάλη αλλαγή που όλοι την περιμένουμε:

Θα μπορούμε να πηγαίνουμε στη θάλασσα με το αυτοκίνητο

όλοι μαζί, σαν να είναι γιορτή.

Θα κάνουμε τρεις φορές Πάσχα, με τρεις Επιτάφιους, τρεις Αναστάσεις και τρία δώρα.

Οι μισθοί και οι συντάξεις θα τριπλασιαστούν, οι εγκάθετοι θα πάνε σπίτι τους και οι δραπέτες στη φυλακή.

Η Εκκλησία θα προσφέρει την περιουσία της στον λαό

και οι απατεώνες κάθε αξιώματος θα επιστρέψουν τα κλοπιμαία.

Και χωρίς πολλές φασαρίες, οι αστυφύλακες θα αφοσιωθούν στους ψαλμούς και το πλέξιμο.

Βλέπεις αγαπημένε μου φίλε πόσο σημαντικό είναι το ότι

μέσα σε αυτή τη στιγμή υπάρχουμε κι εμείς;

*Η προσθήκη δική μου

**Lucio Dalla. L’anno che verrá. Γράφτηκε και τραγουδήθηκε για πρώτη φορά το 1978. Η μετάφραση δική μου.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Δημήτρης Αληθεινός. Θεολογίες. ΕΜΣΤ 2002

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Στη ράχη μιας λεοπάρδαλης [Μέρος Β’]

Στη ράχη μιας λεοπάρδαλης [Μέρος Α’] Ο Γρηγόρης παντρεύτηκε στο βουνό. Λένε πως μόλις ...

Ο ιεροφάντης και η σκυτάλη: έκθεση στο Μουσείο Ακρόπολης

Αναθηματικό ανάγλυφο. Σύμφωνα με την επιγραφή, το αφιέρωσε ο ιεροφάντης Αγνούσιος στη Θεσμοφόρο Δήμητρα ...

«Κρίνει φίλους ο καιρός, ως χρυσόν το πυρ»

Κατά κανόνα, σε χώρες όπως η Κύπρος και η Ελλάδα, οι ποιητές του πολιτισμού ...

Συνομιλία με την άνοιξη

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Πώς κυλάνε οι σκέψεις… Πηδάνε από το ένα θέμα στο ...

Συνάντηση με τον Μανόλη Κορρέ |Μέρος A’

Μια συζήτηση με τον αρχιτέκτονα, καθηγητή Μανόλη Κορρέ είναι αναπόφευκτο είναι αναπόφευκτο να περιστραφεί ...

Περί γλώσσας

Γράφει ο Δημήτρης Αλειθινός Στον ακονιστή Σάββα Παύλου Αν δεν ήμουνα ζωγράφος, θα ήμουν ...

X