Οι εκκαθαριστές (ΙΙ) της Φανερωμένης

Σημειώστε την ημερομηνία. 17 Μαΐου. Θα είναι η ημέρα που πολλοί/ές θα αναρτήσουν την ασπρόμαυρη φωτογραφία της εξάχρονης Ruby Bridges να εισέρχεται στο σχολείο της. Είναι το κοριτσάκι με τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω, μάλλον σε κεντητό βρουλί, φοράει στο κεφάλι άσπρο φιόγκο, άσπρα καλτσάκια και μαύρα μοκασίνια και κρατά στο δεξί χέρι τη σχολική βαλιτσούλα της. Τυπική εικόνα μαθητριούλας, τρυφερή σκηνή θα μπορούσατε να σκεφτείτε, αλλά γιατί να ξέρω ποια είναι η Ruby Bridges; Ξέρεις, γιατί η Ruby Bridges είναι μαύρη. Και η 17η Μαΐου είναι η μόνη ημέρα του χρόνου που θα αναρτήσεις φωτογραφία μαύρου παιδιού χωρίς να το χρησιμοποιείς ως τρόπαιο της αγάπης σου για τα μαύρα παιδιά και χωρίς να το χρησιμοποιείς ως trigger για τους ρατσιστές (θα χύσουν μίσος και χολή, σκέφτεσαι, αλλά θα σκάσουν και δεν θα μπορούν να πουν τίποτα, όπως όταν ανάρτησες φωτογραφία εκείνης της μαύρης μαθήτριας που ήταν άριστη και σημαιοφόρος στη μαθητική παρέλαση της εθνικής επετείου). Η φωτογραφία της Ruby Bridges είναι αναγνωρίσιμη διότι είναι iconic. Η μέρα είναι Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 1960, και η μικρή Ruby υπό τη συνοδεία Ομοσπονδιακών Οργάνων Επιβολής της τάξης (US Marshals) εισέρχεται σε σχολείο λευκών στη Νέα Ορλεάνη σύμφωνα με την εντολή του δικαστή J. Skelly Wright για να εγκαινιάσει την εφαρμογή της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών για κατάργηση του μέχρι τότε de jure φυλετικού διαχωρισμού στα σχολεία. Η μέρα της απόφασης «γιορτάζεται» ως μια νομική δίκη κατά του ρατσισμού και του σχολικού απαρτχάιντ. Όσο όμως κι αν η φωτογραφία γίνεται έμβλημα για το Κίνημα των Πολιτικών Δικαιωμάτων στις Ην. Πολιτείες και η Ruby δεν είναι τρόπαιο υποψήφιου πολιτικού που άρπαξε ένα μαύρο παιδί για να φωτογραφηθεί μαζί του και να προβάλει την προοδευτικότητα και το πολυπολιτισμικό του πνεύμα, ο εορτασμός και η μνημειοποίηση της απόφασης Brown v. Board of Education of Topeka (17 Μαΐου 1954) ενέχουν σε κάποιον βαθμό τροπαιοθηρία, πολιτική και ιστορική τροπαιοθηρία. Διότι στον τόπο μας δεν είχαμε ούτε θα έχουμε τέτοιες αποφάσεις. Δεν είχαμε αποφάσεις δικαστηρίων ή εκτελεστικής εξουσίας που να συγκρουστούν με την κυρίαρχη πλειοψηφία για να επιβάλουν προστασία για τα πολιτικά και ανθρώπινα δικαιώματα μειονοτήτων. Με απλά λόγια, συμπεριφερόμαστε ως κληρονόμοι μιας τέτοιας συλλογικής μνήμης νίκης χωρίς να έχουμε ποτέ δώσει μάχη ως κοινωνία με το απαρτχάιντ και το πιο απάνθρωπο εργαλείο του ρατσισμού και του αποικισμού, εκείνο του φυλετικού διαχωρισμού.

Λιγότερο γνωστή από τη συγκεκριμένη φωτογραφία της Ruby Bridges -δεν είναι iconic- είναι η φωτογραφία της Elizabeth Eckford. Είναι η στιγμή που η Elizabeth, 16 χρονών, φτάνει στο «μόνο για λευκούς» σχολείο Little Rock Central High School την πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς, 4 Σεπτεμβρίου 1957. Την Elizabeth περιτριγυρίζει ένας όχλος τετρακοσίων περίπου λευκών υποστηρικτών του φυλετικού διαχωρισμού, και απέναντί της, για να εμποδίσει την είσοδό της στο σχολείο, στήνεται η Εθνοφρουρά του Arkansas κατ’ εντολή του κυβερνήτη Orval Faubus. O όχλος άρχισε να γίνεται πιο επιθετικός και ο κλοιός γύρω από την Elizabeth να σφίγγει. «Τραβάτε της δαμαί σε τούντο δεντρό», φώναξε κάποια στιγμή κάποιος. Και εγκάλεσε τον όχλο: «Let’s take care of that nigger!» H απειλή λιντσαρίσματος είχε αρχίσει να βγάζει δόντια και η Elizabeth έτρεξε για να διαφύγει στη στάση του λεωφορείου που ήταν και το σημείο αποβίβασής της καθώς είχε έρθει με λεωφορείο (για την άρση του φυλετικού διαχωρισμού των σχολείων είχε επιστρατευθεί η πολιτική busing, μεταφορά δηλαδή μαθητών σε σχολεία λευκών έξω από τη γειτονιά τους καθώς τα σχολεία της περιφέρειάς τους παρέμεναν, λόγω αστικού διαχωρισμού, de facto διαχωρισμένα σχολεία μαύρων). Ο όχλος την κυνήγησε μέχρι τη στάση και η Elizabeth δεν είχε θα γλυτώσει αν κάποιο άτομο δεν τη φυγάδευε και δεν την έβαζε σε λεωφορείο για το σπίτι της. Η Elizabeth ήταν ένα από τα εννιά παιδιά που είχαν προγραμματιστεί, από τους οργανωτές του Κινήματος, να φοιτήσουν στο Central High, σε μια προσπάθεια να επιβληθεί κινηματικά αυτό που η «φυσική» αδράνεια του συστήματος διαχωρισμού δεν θα άλλαζε από μόνο του παρά το ότι είχαν ήδη περάσει τρία χρόνια από τη δικαστική απόφαση Board of Education. Ήταν η μόνη από τους εννιά που πήγε σχολείο εκείνη την ημέρα και μάλιστα ασυνόδευτη καθώς η σκέψη να συναντιόντουσαν κάπου πριν και να πήγαιναν όλα μαζί τα παιδιά στο σχολείο με συνοδεία γονιών για σκοπούς ασφάλειας ναυάγησε λόγω ασυνεννοησίας. Πήγε ξανά σχολείο με τα άλλα οκτώ παιδιά βδομάδες αργότερα, όταν η έκρυθμη κατάσταση έκανε τον Πρόεδρo Dwight D. Eisenhower να υπερβεί τους αρχικούς του ενδοιασμούς και να θέσει υπό τον έλεγχό του την εθνοφρουρά του Arkansas και να στείλει ιππικό για επιβολή της απόφασης Brown v. Board of Education. H Elizabeth και τα άλλα οκτώ παιδιά πέρασαν μια χρονιά υπό απειλές, βρισιές, επιθέσεις. Δεν φοίτησαν εκεί την επόμενη χρονιά καθώς ο κυβερνήτης διέταξε να κλείσει το Central High για να μην μπορεί να εφαρμοστεί η πολιτική του ξηλώματος του διαχωρισμού. Η Elizabeth υπέφερε από μετατραυματικό στρες σε όλη τη ζωή της και είχε κάνει δύο απόπειρες αυτοκτονίας. Ένα από τα δύο παιδιά της, o Erin Eckford, πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από την Αστυνομία σε ηλικία 26 ετών, σε μια ακόμη περίπτωση «suicide by police».

Με το ξεκάμωμα του σχολικού φυλετικού διαχωρισμού μέσω δράσεων όπως η συγκεκριμένη στο Central High διαφώνησε η φιλόσοφος Hannah Arendt, η οποία ανέπτυξε τα επιχειρήματα για τη θέση αυτή στο δοκίμιό της με τίτλο «Reflections on Little Rock». Το δοκίμιο της Arendt δεν έγινε δεκτό όταν πρωτοϋποβλήθηκε προς δημοσίευση, θεωρήθηκε, χοντρά μιλώντας, ρατσιστικό το κείμενο μιας αππωμένης διανοούμενης του αμερικανικού Βορρά που δεν είχε ιδέα για τον αποκλεισμό που βίωναν οι μαύροι στον Νότο και για τη διεκδίκηση του Κινήματος να μην επιτρέψει στη βραδύτητα της ιστορίας να συνεχίζει τον ρατσισμό χωρίς παρεμβάσεις για επιβολή του δίκαιου που η κοινωνία δεν ήταν ακόμη έτοιμη να δεχτεί. Στο κείμενό της, το οποίο τελικά δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Dissent» τους πρώτους μήνες του 1959, η Arendt αναπτύσσει τη θέση της για το συμβάν του Central High στη βάση της θεωρίας που παρουσιάζεται στο βιβλίο της «Η Ανθρώπινη Κατάσταση», και ειδικότερα τον διαχωρισμό που κάνει ανάμεσα στο ιδιωτικό, το κοινωνικό και το πολιτικό. Το πολιτικό αφορά την ισότητα, το κοινωνικό τον διαχωρισμό και το ιδιωτικό την ζωή των παιδιών και την αξία της παιδικότητας. Διατυπώνει τέσσερα επιχειρήματα στο δοκίμιο αυτό αλλά ο περιορισμένος χώρος δεν μου επιτρέπει να τα αναπτύξω και θα σταθώ μόνο στο τέταρτο. Υποστηρίζει ότι δεν ήταν σοφή η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (και της κυβέρνησης) να ξεκινήσει την ενσωμάτωση από τα σχολεία. Ενώ η εργασία, η κατοικία, η περιουσία, η πρόσβαση σε κοινωνικά αγαθά, ακόμη και ο γάμος παραμένουν de jure στην επικράτεια του διαχωρισμού, η πολιτεία επιλέγει να προχωρήσει με δραστικά μέτρα για κατάργηση του διαχωρισμού μέσω των σχολείων και των παιδιών. Δεν χρειάζεται πολλή φαντασία, γράφει η Arendt, για να δει κανείς ότι αυτό που έγινε επέφερε βάρος και πόνο στα παιδιά, και στα μαύρα και στα λευκά, για να λυθεί ένα πρόβλημα το οποίο οι μεγάλοι δημιούργησαν. Η παιδικότητα ως ιδιωτικότητα, ως χαρά και ως απόλαυση της ζωής έπρεπε να προστατευτεί, υποστηρίζει η Arendt, και όχι να ξηλωθεί για να ξηλωθεί συμβολικά ο διαχωρισμός. Όπως φάνηκε αργότερα, οι υποστηρικτές της κατάχρησης του διαχωρισμού δεν ήθελαν ουσιαστικές αλλαγές στο φυλετικό καθεστώς και στην ανισότητα αλλά τους αρκούσε μια επίφαση ενσωμάτωσης με τη συμπερίληψη κάποιων μαύρων παιδιών ως tokens σε σχολεία λευκών.

Είναι πολλά που μπορούμε να πούμε γι’ αυτό που έγινε με το Σχολείο Φανερωμένης. Σχολείο Φανερωμένης να το λέμε και όχι Κτήριο Φανερωμένης, διότι μπορεί να τους αρπάξαμε το σχολείο αλλά τουλάχιστον δεν δικαιούμαστε να σβήσουμε το χνάρι αυτής της αρπαγής και το όνομά του. Ήταν σχολείο. Σήμερα «έπεσαν οι υπoγραφές» και πια δεν είναι σχολείο. Ήταν όμως, και το όνομα μόνο ο αποικισμός το σβήνει. Είναι πολλά που μπορούμε να πούμε γι’ αυτό που έγινε κι ένα από αυτά είναι ότι ήδη έγινε. Παρουσιάστηκε από την αρχή ως αναπόφευκτο και τετελεσμένο. Η Φανερωμένη εγκαινίασε επίσημα την οικονομικοποίηση της αξίας του σχολείου καθιστώντας το σχολείο θυσιάσιμο (ανταλλάξιμο είναι ο ευφημισμός) για οικονομική ανάπτυξη και καθάρισμα της παλιάς πόλης από τους μετανάστες. Η Φανερωμένη εγκαινίασε επίσης μια νέα τροπικότητα νεοφιλελεύθερης διακυβερνησιμότητας. Όλα χωράνε, όλα κολλάνε, όταν μιλάμε για επιχειρηματικότητα: οι υποστηρικτές του κοσμικού κράτους τα βρήκαν με τον Αρχιεπίσκοπο, ο οποίος θα αδειάσει τα κτήριά τους από μετανάστες ή άλλους για να στεγάσει φοιτητές. Με το ενοίκιο που θα πληρώνει η κυβέρνηση στην Αρχιεπισκοπή, η Αρχιεπισκοπή θα φτιάχνει εστίες και έτσι δεν θα κινδυνεύσουν ξανά τα «χαλαμάντουρα» από δαγκάνες αδέξιων εκσκαφέων. «Γοράζω τζαι πουλώ», λέει η κυπριακή παροιμία. Αλλά τα παιδιά; Για τα παιδιά υπάρχει άλλη παροιμία. «Με τη μίλλα τους τηανίζεις το βλατζίν τους». Και ερχόμαστε στο δήθεν ξεκάμωμα του διαχωρισμού και τη δήθεν ενσωμάτωση.

Αν θέλαμε ενσωμάτωση των παιδιών των μεταναστών θα τους δίναμε άδεια μόνιμης παραμονής και πολιτικά δικαιώματα. Πολιτότητα. Δικαίωμα να ονειρεύονται, μέλλον, νόημα στις προσπάθειές τους να μάθουν και να είναι καλοί μαθητές. Δικαίωμα να εργαστούν σε όποιον τομέα θέλουν όταν έχουν τα προσόντα. Δικαίωμα να μην φοβούνται. Δικαίωμα να μην ζουν τη ζωή τους σαν να είναι ληγμένη επειδή η ανανέωση της άδειας για παραμονή όταν βγει θα κοντεύει ήδη να λήξει.

Η ψευδοδιαμάχη πολυπολιτισμική παλιά πόλη ή ένταξη των μεταναστών στα σχολεία της νέας πόλης βασίστηκε σε έναν εσφαλμένο υπολογισμό. Και από τις δύο πλευρές. Ότι είναι δουλειά των σχολείων και των παιδιών να κάνουν την πολιτική που η πολιτεία σε πολιτικό επίπεδο αρνείται να κάνει. Ισότητα. Τα παιδιά των μεταναστών δεν είναι ούτε τρόπαια για υποστηρικτές της πολυπολιτισμικότητας ούτε τρόφιμοι για τους εκπολιτιστές και τους ανάδοχους της στήριξης της κοινότητας. Τα παιδιά των μεταναστών έχουν κοινότητα και είναι δικαιούχοι παιδικότητας. Δεν έχουν να αποδείξουν τίποτε και δεν πρέπει να έχουν να πολεμήσουν πολιτικά γι’ αυτά που είναι κατοχυρωμένα. Τους αρπάξαμε την ασφάλεια, την οικείωση, την αίσθηση συνέχειας και του ανήκειν, τη δεδομενότητα, το τζιαμαί, που δίνει ένα σχολείο. Όταν με εκείνο το χάδι δεδομενότητας, λίκνο ιδιωτικότητας, λέγεται «το σχολείο μου».

You May Also Like

Δωρεάν παραχώρηση χώρων για πολιτιστικές δράσεις από Δήμο Λευκωσίας για 2η χρονιά

Δωρεάν παραχώρηση των πολιτιστικών του χώρων σε καλλιτέχνες, για προβολή και παραγωγή πολιτιστικών δράσεων, ...

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΑΥΤΟΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥ|Μέρα 20η

Γράφει η Φατέμα Ίσλαμ/ Κοινωνική λειτουργός Μου είχε δοθεί η δυνατότητα να φύγω με ...

Nostalgia 80s Party

Αυτό το Σάββατο, 11 Μαΐου, στην Πλατεία «Σκαλί Αγλαντζιάς», τα αγαπημένα «Nostalgia Parties» επιστρέφουν με το ...

Δικοινοτικός Περίπατος Women’s Walk 2018

Το Κέντρο Εικαστικών Τεχνών και Έρευνας διοργανώνει το 2ο Διακοινοτικό περίπατο Women’s Walk 2018,  το Σάββατο, 27 ...

Εβδομάδες Γερμανικής Γλώσσας 2018: σηκώνουν αυαλαία με υπαίθρια γιορτή

Οι Πρεσβείες της Αυστρίας, Γερμανίας και Ελβετίας και το Ινστιτούτο Γκαίτε Κύπρου θα ανοίξουν ...

Σχέδια στήριξης του Μουσείου Γκίμπλι από την Ιαπωνία

Η ιαπωνική πόλη Μιτάκα ανακοίνωσε σχέδια στήριξης του Μουσείου Ghibli (Γκίμπλι), το οποίο είναι ...

X