Ιστορικά στοιχεία για τα Καμπιά Ορεινής

Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας η περιοχή η οποία περιλαμβάνει τα χωριά γύρω από την πρωτεύουσα, μεταξύ αυτών και το χωριό Καμπιά, δεν ονομαζόταν κοντράδα (contrada), δηλαδή διαμέρισμα Λευκωσίας, αλλά βισκοντάτο. Η ονομασία αυτή οφειλόταν στον τίτλο του βισκούντη (υποκόμη), δηλαδή διοικητή της Λευκωσίας και της γύρω περιοχής, ο οποίος είχε δικαστικές εξουσίες και η έδρα του ήταν η πρωτεύουσα. Έτσι και το χωριό Καμπιά ανήκε στο βισκοντάτο, δηλαδή στο διαμέρισμα Λευκωσίας. Επιπρόσθετα, μια μεγάλη ομάδα χωριών προς τα νοτιοδυτικά της Λευκωσίας αποτελούσε μια υποδιαίρεση του βισκοντάτου με την ονομασία Ορεινή, η οποία και επικράτησε τόσο κατά τα μεσαιωνικά χρόνια όσο και κατά την Tουρκοκρατία και την Aγγλοκρατία αλλά και έως τις μέρες μας. Τα όρια της Ορεινής δεν είναι εύκολο να καθοριστούν αλλά γνωρίζουμε τουλάχιστον κατά παράδοση περίπου ποια χωριά περιλάμβανε.

Οι αναφορές της περιοχής της Ορεινής είναι πάμπολλες στις πηγές της Φραγκοκρατίας. Φαίνεται μάλιστα η ονομασία αυτή να ανάγεται στα βυζαντινά χρόνια εφόσον αυτό το ίδιο το τοπωνύμιο είναι ελληνικότατο, δηλώνει δηλαδή την ορεινή περιοχή ή αυτήν που γειτνιάζει με οροσειρά. Δεν αποκλείεται μάλιστα το τοπωνύμιο Ορεινή να αντικαταστάθηκε κατά τα χρόνια της Βενετοκρατίας με την ονομασία Ταμασία εις ανάμνησιν της αρχαίας πόλης Ταμασού. Το γεγονός αυτό φαίνεται να μην είναι άσχετο και με την ονομασία που φέρει σήμερα η ανασυσταθείσα επισκοπή ως Ταμασού και Ορεινής. Ωστόσο, όπως έχουμε τεκμηριώσει σε σχετική μελέτη μας, η ονομασία Ταμασού και Ορεινής της Επισκοπής δεν ανταποκρίνεται στις διασωθείσες πηγές σχετικά με την εν λόγω επισκοπή, γιατί έπρεπε ορθά να καλείται Επισκοπή Ταμασίας και Ορεινής και όχι Ταμασού και Ορεινής. Άλλωστε το τοπωνύμιο Ταμασός αναφέρεται και δηλώνει την πόλη, αλλά το τοπωνύμιο Ταμασία αναφέρεται στη γύρω περιοχή από την πόλη της Ταμασού. Το τοπωνύμιο Ταμασία χρησιμοποιείτο και κατά τη Βενετοκρατία και η περιοχή αυτή περιελάμβανε μια ομάδα χωριών γύρω από τη θέση της αρχαίας πόλης Ταμασού. Για τη διοίκηση του διαμερίσματος Ταμασίας διοριζόταν κατά τον 16ο αι. και ένας διοικητής με τον τίτλο του τσιβιτάνου. Το χωριό Καμπιά τον 16ο αι. επί Βενετοκρατίας ανήκε αδιαμφισβήτητα στο διαμέρισμα της Ταμασίας και διοικείτο από βισκούντη έως το τέλος της βενετικής κυριαρχίας.

Τα Καμπιά και οι φεουδάρχες τους

Τα Καμπιά αναφέρονται σε όλους τους βενετικούς καταλόγους με τα χωριά της Κύπρου και η γραφή του τοπωνυμίου απαντά ως Cambia, Kampia και Canbia. Στη βενετική απογραφή που είχαν διενεργήσει οι Βενετοί το 1565, πέντε χρόνια πριν η Κύπρος καταληφθεί από τους Οθωμανούς, τα Καμπιά είχαν πενήντα τρεις κατοίκους, αρσενικού γένους ελεύθερους καλλιεργητές, τους αποκαλούμενους φραγκομάτους. Ας σημειωθεί ότι οι Βενετοί στις απογραφές του πληθυσμού δεν καταμετρούσαν τους παροίκους που ήταν εξολοκλήρου υποκείμενοι σ’ αυτούς ούτε τα γυναικόπαιδα, για ευνόητους λόγους, αλλά μόνο τους φραγκομάτους που φορολογούνταν και ήταν αναγκασμένοι να εκτελούν αγγαρείες.

Τα Καμπιά όπως και η πλειονότητα των χωριών μας είναι προφραγκικοί οικισμοί, δηλαδή βυζαντινοί ίσως και αρχαίοι, ωστόσο όμως τις περισσότερες φορές δεν έχουμε πηγές για να υποστηρίξουμε κάτι τέτοιο μετά βεβαιότητας. Οι φραγκικές πηγές διασώζουν στοιχεία για έναν φεουδάρχη των Καμπιών, τον Παύλο Κώστα (Paul Coste), στον οποίο ο τελευταίος Φράγκος βασιλιάς Ιάκωβος Β’ Lusignan του είχε παραχωρήσει το 1464 το χωριό. Η οικογένεια Coste αναφέρεται στις πηγές της κυπριακής ιστορίας ήδη από τα πρώτα χρόνια της φραγκικής κυριαρχίας στην Κύπρο, δηλαδή από τα τέλη του 12ου αι. με αρχές του 13ου αι. και συνεχίζει να απαντά έως τον 15ο αι. Η οικογένεια αυτή διαδραμάτισε έναν σημαντικό ρόλο στο λατινικό βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Ο φεουδάρχης Paul Coste προσέφερε υπηρεσίες στον Ιάκωβο Β’ Lusignan για να σφετεριστεί το στέμμα από την ετεροθαλή αδελφή του και νόμιμη βασίλισσα Καρλόττα Lusignan.

O βασιλιάς εκτός από τα Καμπιά παραχώρησε στον Paul Coste και το χωριό του διαμερίσματος Μαζωτού Παρσάτα ή Παρσάδα, χωριό που έχει ήδη σήμερα ερημωθεί και οι κάτοικοί του εγκαταστάθηκαν στο γειτονικό χωριό Ορά. Ο φεουδάρχης Paul Coste λίγα χρόνια μετά έφυγε από τη ζωή αφού το 1468 η σύζυγός του Κατερίνα Miral αναφέρεται ως χήρα, όπως μαρτυρείται σε έγγραφο του ιδίου έτους. Η Κατερίνα Miral είχε κληρονομήσει από τον σύζυγό της την Παρσάδα και ασφαλώς και τα Καμπιά που του ανήκαν ως φέουδα.

Όπως αναφέρεται σε έγγραφο του 1468 επί Φραγκοκρατίας η φεουδάρχης της Παρσάδας και των Καμπιών, χωριά που είχαν παραχωρηθεί στον σύζυγό της από τον βασιλιά, πώλησε με τον γιο της έναν γνωστό σε εκείνη την εποχή αμπελώνα με το όνομα Μαχέτα (Maheta). Μαζί με τον αμπελώνα Μαχέτα που έφερε το όνομα του τοπωνυμίου στο οποίο βρισκόταν, είχε πωλήσει τα υποστατικά που βρίσκονταν εκεί με τον ληνό, το κελάρι και τα πιθάρια που χρησιμοποιούσαν για την αποθήκευση του κρασιού. Ο αμπελώνας αυτός, όπως έχει υποστηριχθεί, ήταν στην περιοχή της υποκομητείας, δηλαδή στο βισκοντάτο και γειτνίαζε με κάποιο χωριό. Εύκολα θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για αμπελώνα κοντά στην περιοχή των Καμπιών αφού το χωριό αυτό αποτελούσε ιδιοκτησία ως φέουδο του συζύγου της Κατερίνας Miral, το οποίο κληρονόμησε μετά τον θάνατό του.

Μέσα από τις πηγές κυρίως της Φραγκοκρατίας μαρτυρείται ότι στα Καμπιά, όπως και στα άλλα χωριά της Ορεινής, υπήρχαν εκτεταμένοι αμπελώνες και παραγόταν κρασί και ειδικά κουμανταρία. Άλλωστε μέχρι σήμερα στα χωριά αυτά υπάρχουν αμπέλια και καλλιεργούνται οινοποιήσιμες ποικιλίες. Υπάρχουν για παράδειγμα στοιχεία σε φραγκικά και βενετικά έγγραφα κυρίως του 15ου αι. για αμπελώνες και παραγωγή κρασιού σε χωριά γειτονικά με τα Καμπιά όπως είναι η Κλήρου, τα Πέρα, η Ανάγυια, στο Επισκοπειό κ.ά. Επίσης, αναφορά για αμπελώνες που ανήκαν σε γνωστούς φεουδάρχες αναφέρονται κατά την ίδια εποχή στη Λακατάμεια και στον Άγιο Δομέτιο.

Σε ένα ανέκδοτο κατάστιχο του 1557 με ονόματα φεουδαρχών και χωριά τα οποία τους ανήκαν ως φέουδα, μας αποκαλύπτεται ότι την ίδια εποχή ένα μέλος μιας πολύ σημαντικής τότε κυπριακής οικογένειας των Flatro κατείχε ως φέουδο τα Καμπιά. Πρόκειται για τον Γεώργιο Flatro. Η οικογένεια Flatro της Κύπρου ήταν ελληνορθόδοξη, κάποια ωστόσο μέλη της κατά τα χρόνια της Λατινοκρατίας ασπάσθηκαν το λατινικό δόγμα. Μέλη της ίδιας οικογένειας υπήρξαν κτίτορες ή ευεργέτησαν ορθόδοξους ναούς και μονές. Για παράδειγμα, ο Zodin (Giotin) Flatro ήταν ο κτίτορας της ανδρώας μονής του Σωτήρος στη Λευκωσία ενώ ο Balian Flatro παραχώρησε ένα μεγάλο ποσό για ενίσχυση της γυναικείας μονής της Λευκωσίας αφιερωμένης στην Παναγία, την οποία έχουμε ταυτίσει με τον ναό της Παναγίας της Χρυσαλινιώτισσας. Επίσης, σύμφωνα με όσα αναφέρει ο Στέφανος Lusignan η Μονή του Αντιφωνητή είχε ιδρυθεί από τη γιαγιά του που ήταν το γένος Flatro.

Τέλος, το όνομα της οικογένειας αυτής μνημονεύεται από το 1567 έως σήμερα και θα μνημονεύεται όσο υφίσταται η Λευκωσία, αφού ένας προμαχώνας των οχυρώσεων της πρωτεύουσάς μας οικοδομήθηκε από τον Ούγο Flatro και έτσι φέρει το επίθετό του.

Ποια στοιχεία όμως γνωρίζουμε για τον φεουδάρχη των Καμπιών κατά τα χρόνια της βενετικής κυριαρχίας; O Γεώργιος Flatro, όπως μαρτυρείται σε μια πηγή, ήταν εξάδελφος του φεουδάρχη και εμπόρου Έκτορα Flatro. Ο Γεώργιος Flatro το 1545 είχε εκπροσωπήσει την κοινότητα της Λευκωσίας και είχε μεταβεί στη Βενετία για να υποβάλει αιτήματα των κατοίκων της πρωτεύουσας στις βενετικές αρχές. Ως φεουδάρχης όφειλε υπηρεσία στο φεουδαρχικό ιππικό και έπρεπε στις γενικές παρατάξεις να παρουσιάζεται όπως και όλοι οι φεουδάρχες. Σε περίπτωση απουσίας των φεουδαρχών από τις γενικές παρατάξεις, τους επιβαλλόταν ένα χρηματικό πρόστιμο, αλλά μπορούσε ακόμη να χάσουν και τα φέουδά τους. Το 1542 σημειώνεται ότι ο Γεώργιος Flatro δεν παρουσιάστηκε στη γενική επιθεώρηση του φεουδαρχικού ιππικού γι’ αυτό του επιβλήθηκε χρηματικό πρόστιμο που ανερχόταν σε πέντε δουκάτα. Επίσης, στη γενική επιθεώρηση του 1557 σημειώνεται και πάλι απών και χαρακτηρίζεται ως Γεώργιος Flatro από το Τραχώνι, γεγονός που μαρτυρεί ότι θα εκμίσθωνε το χωριό Τραχώνι.

Αρχειακό υλικό και δημοσιευμένες πηγές μας έδωσαν σπάνια και άγνωστα ή ελάχιστα γνωστά στοιχεία για τα Καμπιά και για την περιοχή της Ορεινής και Ταμασίας όπως επίσης για τον πληθυσμό, την αμπελοκαλλιέργεια και τους φεουδάρχες του χωριού. Με αυτόν τον τρόπο σιγά-σιγά συμπληρώνεται το μωσαϊκό των γνώσεών μας για το εν πολλοίς άγνωστό μας παρελθόν…

You May Also Like

Η τύχη των τελευταίων καπιτάνων Πάφου

Γράφει η Νάσα Παταπίου Από τη θέση και προϋπηρεσία τους ο καθένας, ο Τιέπολο ...

Νέα στοιχεία για το χωριό Τάλα

Γράφει η Νάσα Παταπίου Η Τάλα απαντά στους βενετικούς καταλόγους που έχουν διασωθεί με ...

Νέα στοιχεία για την Ελεονόρα Δενόρες

Αναφορά σε μία από τις θυγατέρες του Alvise Δενόρες, κόμη της Τρίπολης, ως συμβολή ...

Υποχρεωτική εισφορά (rata) και φόροι για τα μικρά ζώα (16ος αι.)

Οι Βενετοί, ως γνωστόν, είχαν διατηρήσει το υπάρχον φεουδαρχικό σύστημα που ίσχυε  επί Φραγκοκρατίας. ...

Στα ίχνη των θησαυρών της μονής του Αγίου Δομινίκου

Γράφει η Νάσα Παταπίου Η κατεδάφιση της μονής του Αγίου Δομινίκου το 1567 για ...

H μοίρα ενός Καρμελίτη μοναχού και ενός ελαφρού ιππέα μετά τον πόλεμο (1570-1571)

Γράφει η Νάσα Παταπίου Μετά τον πόλεμο της Κύπρου πολλοί κάτοικοί της που έτυχε ...

X