Jacaranda

«…ὁ μὲν οὖν μὴ νεοτελὴς ἢ διεφθαρμένος οὐκ ὀξέως ἐνθένδε ἐκεῖσε φέρεται πρὸς αὐτὸ τὸ κάλλος, θεώμενος αὐτοῦ τὴν τῇδε ἐπωνυμίαν, ὥστ᾽ οὐ σέβεται προσορῶν, ἀλλ᾽ ἡδονῇ παραδοὺς τετράποδος νόμον βαίνειν ἐπιχειρεῖ καὶ παιδοσπορεῖν»

Όποιος, λοιπόν, δεν είναι πρόσφατα μυημένος ή έχει διαφθαρεί, δεν υψώνεται αμέσως από τούτον εδώ προς τον πέρα κόσμο, προς την ίδια την ομορφιά, όταν θεάται αυτό που εδώ παίρνει το όνομά της -και έτσι δεν το σέβεται όταν το συλλαμβάνει με το βλέμμα του, αλλά παραδίνεται στην ηδονή και, όπως, κάνουν τα τετράποδα, επιχειρεί να επιβαίνει και να εκχέει τεκνογόνο σπέρμα-.Πλάτωνας, Φαίδρος 251 (μτφρ. Παναγιώτης Δόικος, Εκδόσεις Ζήτρος)

Ηκάθε οικογένεια πατά σε οικογενειακούς μύθους. Ότι η μάνα και ο πατέρας ήταν ερωτευμένοι και κλέφτηκαν. Ότι η προγιαγιά ήταν η πιο όμορφη του χωρκού. Ότι ο προπαππούς είχε το πιο όμορφο άλογο. Ότι στο σπίτι στην Κερύνεια άφησαν ένα πιάνο που έπαιζε η γιαγιά που ήταν το πρώτο πιάνο που ήρθε στην Κύπρο. Ότι το αυτοκίνητο με το οποίο περιηγήθηκε στην Κύπρο ο βασιλιάς Γουσταύος Αδόλφος και με το οποίο έκανε τις μεταφορές της η σουηδική αποστολή λεγόταν Jacob και ήταν το πρώτο Volvo που ήρθε στην Κύπρο. Ότι τα γράμματα ήρθαν στην Κύπρο όταν ήρθε η πρώτη πρέσα. Η δική μου οικογένεια πατά σε δύο μύθους. Ο ένας είναι μύθος γέννησης, ο άλλος είναι μύθος απώλειας. Ο πρώτος μύθος είναι ο μύθος της προ-προγιαγιάς της Γιαπωνέζας. Ο δεύτερος είναι ο μύθος της Τζακαράντας που δεν γνώρισα.

Η προ-προγιαγιά η Γιαπωνέζα γεννήθηκε όταν πήγε η κόρη μου πρώτη τάξη του δημοτικού. Δεν είχε φίλους την πρώτη μέρα διότι δεν ήξερε τα άλλα παιδιά, διότι δεν φοίτησε στην ίδια με αυτά προδημοτική. Δεν ήξερε πού είναι οι σχολικές τουαλέτες κι αυτό της δημιουργούσε άγχος τα διαλείμματα διότι κανείς στο σχολείο δεν νοιάστηκε να κάνει μια ξενάγηση και γνωριμία στον χώρο για τα καινούργια παιδιά διότι θεωρήθηκε ότι τα καινούργια ήταν ήδη παλιά και το άγνωστο ήταν ήδη γνώριμο. Και την κορόιδευαν για τα μάτια της. Τα μάτια της ήταν σαν τα δικά μου. «Είσαι Κινεζάκι; Τρως πολύ ρυζάκι;» της έλεγαν όλο χαρά κοροϊδευτικά και τραβούσαν με τα δάχτυλα το δέρμα στις άκριες των δικών τους ματιών να κάνουν τη φατσούλα τους αστεία, καθρέφτη για να δει η κόρη μου ό,τι έβλεπαν αυτοί σε αυτήν. Αγάπη μου, της είπα, είναι μια ιστορία που την κρατάμε μυστικό μα ήρθε η ώρα να την ακούσεις και μετά να την κάνεις μέσα σου κι εσύ μυστικό. Η προπροπρογιαγιά σου ήταν Γιαπωνέζα. Και πώς βρέθηκε στην Κύπρο; Tην έφερε ο προπροπροπαππούς σου, ήταν ναυτικός και πέρασε το καράβι από το Σαν Φρανσίσκο. Ερωτεύτηκαν και την έφερε μαζί του στην Κύπρο. Κι η προπροπρογιαγιά μου πού βρέθηκε στο Σαν Φρανσίσκο; Ήταν πόρνη κι εργαζόταν εκεί.

Δεν ξέρω γιατί της είπα ότι ήταν πόρνη. Ίσως ήθελα να προσφέρω άσυλο σε μια άλλη γυναίκα που η τύχη της με απασχολούσε. Εκείνη την περίοδο μελετούσα φακέλους της Αρχιγραμματείας στο Κρατικό Αρχείο ψάχνοντας υλικό σχετικά με την εκστρατεία κοινωνικής υγιεινής των Εγγλέζων η οποία ξεκίνησε με το κλείσιμο των οίκων ανοχής. Είχα πέσει σε μια αναφορά για μια Τσέχα πόρνη η οποία απελάθηκε πίσω στην Τσεχοσλοβακία. Δεν ήξερα το όνομα ή την ηλικία της, πώς βρέθηκε στην Κύπρο, αν είχε μακριά ή κοντά μαλλιά, αν είχε σχιστά ή αμυγδαλωτά, γαλανά ή μαύρα μάτια. Ήξερα ότι απελάθηκε. Με στοίχειωναν η άγνωστη εικόνα της και η άγνωστη ιστορία της. Τη συνέλαβαν; Tην πακέταραν, τη συνόδευσαν και την ανέβασαν σε ένα καράβι; Mε ποιους παππούδες σημαντικών εξεχόντων γόνων είχε κοιμηθεί; Μπορεί και να μην είχε κοιμηθεί με παππούδες σημερινών εξεχόντων γόνων, μπορεί να ’χε κοιμηθεί με μεροκαματιάρηδες που δούλευαν στο λιμάνι του Βαρωσιού, λογικά οι άγγονές τους δεν θα είναι σημαντικοί εξέχοντες διότι οι εξέχοντες αναπαράγονται μεταξύ τους. Οι εξέχοντες τότε παππούδες των τώρα γόνων δεν κοιμόντουσαν με πόρνες διότι πίστευαν στην καθαριότητα και στην υγιεινή. Κοιμόντουσαν με κοριτσάκια δεκατριών και δεκατεσσάρων χρονών που έρχονταν από τα χωριά για να δουλέψουν σπίτι τους ως δούλες παρακόρες. Μάλιστα, ένα από τα κύρια επιχειρήματα των εξεχόντων παππούδων των σημερινών γόνων στο Νομοθετικό Σώμα, όταν συζητείτο ο νόμος που θα ρύθμιζε το καθεστώς εργασίας των οικιακών εργατριών (κοριτσιών), ήταν ότι δεν έπρεπε να ρυθμιστεί αυστηρά το ηλικιακό όριο των κοριτσιών δούλων διότι τα αγόρια των εξεχουσών οικογενειών δεν θα είχαν ποιες να γαμούνε. Διότι, υποστήριζαν, ήταν «κοινή άποψη» στην Κύπρο ότι τα αγόρια όταν μεγαλώνουν πρέπει να γαμούνε αλλιώς παθαίνουν στείρωση. Κι ήταν «θεσμός» (που έπρεπε να σεβαστούν οι Εγγλέζοι αφού κυβερνούσαν με πολιτισμικό σεβασμό για τα ντόπια ήθη και όχι μέσω πολιτισμικής επιβολής) ότι τα αγόρια γόνοι μαθαίνουν να γαμάνε γαμώντας δούλες γιατί αν γαμούσανε πόρνες στα πορνεία θα κολλούσαν σύφιλη και άλλες ασθένειες αφροδίσιες.

Στα πράματά μου ανάμεσα είχε βρει ένα παλιό κιμονό και μια χειροποίητη ομπρέλα από ψάθα και δέρμα βαμμένο πράσινο με ζωγραφισμένα πάνω ροζ βατράχια. Μάμα, ήταν της γιαγιάς της Γιαπωνέζας; Nαι. (Τα είχα αγοράσει και τα δύο σε ένα κατάστημα μεταχειρισμένων στην παλιά λαχαναγορά του Τορόντο όπου έμεινα όταν είχα πάει για συνέδριο). Δεν θα άφηνα το παιδί μου να βιώσει τον ρατσισμό. Και όπως την προστάτευα, την έμαθα χωρίς να το επιδιώξω να προστατεύει η ίδια τους άλλους από το να βιώνουν ρατσισμό. Όσο ανακουφιστικός της ήταν ο μύθος της γιαγιάς (η προπροπρογιαγιά με τα χρόνια έγινε γιαγιά) Γιαπωνέζας άλλο τόσο βασανιστικό της έγινε το άγχος και το, βιωμένο ως προσωπικό, βάρος να προστατεύει παιδιά γύρω της από τον ρατσισμό. Ο λόγος που το βάρος να πολεμούμε τον ρατσισμό γίνεται δυσβάστακτο είναι διότι μια ρατσιστική κυβερνητική μηχανή μας έχει φάει τα σωθικά και μας έκλεισε τους πόρους της ψυχής. Έχουμε γίνει τρομαγμένα μοχθηρά ανθρωπάκια. Όπου γυρίσουμε βλέπουμε κίνδυνο. Θα μας φάνε τα φαγιά μας, τις δουλειές μας, τη ήθη μας, τις μέρες και τα βράδια μας. Η μύησή μας στο προεκλογικό πνεύμα έγινε μέσω μιας διαφήμισης του μεγαλύτερου κόμματος, ενός κόμματος που πατά ως οικογένεια στον μύθο του φιλελευθερισμού, όπου μια Κύπρια ομολογούσε ότι φοβάται να περπατά διότι «το μεταναστευτικό» της έκλεψε την αίσθηση ασφάλειας. Σφραγίδα στους πόρους του φόβου η υπόσχεση: Στα δύσκολα μετρούν αυτοί που φέρνουν τη λύση. Πόσο δύσκολα είναι λοιπόν τα δύσκολα; Όσο δύσκολο είναι να πειστούμε ότι κινδυνεύουμε από παντού. Ο χρόνος του τετελεσμένου παρόντος έχει επιβληθεί και έχει επιστρατευθεί για να παρουσιαστεί η κάθε λύση που προτείνεται ως αποκάλυψη. Η κάθε αφίσα μιλά για μέλλον. Τρομοκρατικά. Διότι ενώ το μέλλον είναι υπόσχεση για το νέο, σε αυτές τις εκλογές το μέλλον παρουσιάζεται εκβιαστικά αναπόφευκτο. Πρέπει να δείτε ως μέλλον τη μετατροπή μας σε ένα τρομοκράτος, την κατάργηση της δημοκρατίας, τη μετατροπή του θεσμού του πανεπιστημίου σε home delivery ταχυφαγείο, την αναπλαισίωση της ανάγκης προστασίας της γης, του νερού, των άλλων μη ανθρώπινων πλασμάτων ως την τροπαιοφόρα έλευση της χρυσής πράσινης οικονομίας. Πρέπει να δείτε ως μέλλον την κατάργηση των εργασιακών δικαιωμάτων, τη μετατροπή των εργαζομένων σε πωλητές υπηρεσιών, την αντικατάσταση του οράματος κοινωνικών αλλαγών από τάγματα φιλανθρωπικών οργανισμών, τον μετασχηματισμό της σχέσης πολιτών – βουλευτών σε σχέση επενδυτών – διευκολυντών, την αντικατάσταση του πολέμου κατά της πατριαρχίας και των θεσμών της από πολιτικές τηλενουβέλες που σε κάνουν να δακρύζεις και γυναίκες πολιτικούς influencers που αφυπνίζουν συνειδήσεις: «Mama-mamacita, tell me what to do Lo-la-lo-la-loca, I’m breaking the rules». Κανείς δεν μιλά για το τι χάσαμε, τι χάνουμε, τι πρέπει να σταματήσουμε να σκοτώνουμε. Κανείς δεν μιλά για επιβράδυνση, για φροντίδα. Κανείς δεν μιλά για αλλαγή, μόνο για παραγωγή. Κανείς δεν τολμά να ανοίξει τους πόρους, να πάρει ένα ρίσκο, να πει τα πράματα αλλιώς, να συγκινήσει αλλιώς. Αυτή η προεκλογική κλείνει τους πόρους στους ώμους όπου μπορεί να φυτρώνανε φτερά· εκχέει τεκνογόνο σπέρμα.

Τολμάς να δεις την ομορφιά; Tολμάς να κάμεις τόπο για την ομορφιά; Τολμάς να παρεκκλίνεις από το χυτό μπετόν και την ασφάλεια που υπόσχονται οι χύτες; Η οικογένειά μας πατά και σε έναν δεύτερο μύθο. Πριν γεννηθώ, όταν κτίστηκε το σπίτι μας το 1967, είχαν φυτέψει ένα δεντρό. Η μάμα μου μου έλεγε ότι όταν άνθιζε ήταν το πιο όμορφο δεντρό. Τσακώθηκαν όμως με τον παπά μου όταν θα κτίζανε γκαράζ για το αυτοκίνητο. Ο παπάς μου έλεγε να το κτίζανε πάρα πέρα, να γλυτώσει το δεντρό, η μάμα μου έλεγε να το κολλήσουν το γκαράζ στο σπίτι να γλυτώσουν τόπο, μπορεί να κτιζόταν κάτι άλλο, ένας γουμάς ίσως, ή να φυτεύκει πατάτες, ή έστω να μείνει ο τόπος «πιο καθαρός’» Ο παπάς μου δεν άντεξε να τσακώνονται, έπιασε την τσάπα τζ’ έφκαλεν το δεντρό. Το γκαράζ κτίστηκε να ακουμπά στο σπίτι. Δίπλα δοκιμάσαμε κατά καιρούς να φυτέψουμε πράματα. Μια εποχή βάλαμε τριανταφυλλιές. Εν εκάμαν, ‘που κάτω ήταν πέτρα. Μια φορά είχα πάρει έναν σκύλο που φιλοξενούσα για κάποιο καταφύγιο. Πού εννά τον βάλεις; εφώναζε η μάνα μου, εννά ξημαρίσει τους τόπους. Δαμαί της είπα, δαμαί που ήταν τζιείνο το δεντρό που εκόψετε. Τζ’αι τζιείνον αν εμιαλύνισκε πάλε ήταν να ξημαρίζει, είπε η μάμα μου.

Κάθε οικογένεια πατά σε παραπάνω από έναν μύθους. Έμαθα ότι τα φκιόρα του δεντρού ήταν μεγάλα, μοβ, όταν άνθιζε άνθιζε γυρόν του ο τόπος. Υποθέτω ήταν μια τζακαράντα. Κάθε οικογένεια πατά σε παραπάνω από έναν μύθους. Φτιάξε τον άλλο μύθο, ‘που κάτω να θυμάσαι έσιει πέτρα τζ’αι δεν βλαστά ό,τι σου τάσσουν οι χύτες, εκτός εάν θα τρέφεται με κορμιά άλλων.

You May Also Like

Ο Χασάνης

Μετά το Μπαϊράμι επήεν τζι ο Χασάνης». Η φράση χρησιμοποιείται για την περίπτωση που ...

You have a new match

Στο «bio» έγραφε στα αγγλικά «Είμαι ευχάριστος. Ευγενικός. Έχω καλό χιούμορ. Είμαι ανεξάρτητος. Μπορείτε ...

«H Εγγλέζα ένει, ένει μια που μας»

6 Ιανουαρίου 2020, Φώτα, θα έφταναν στο αεροδρόμιο Λάρνακας οι Ισραηλινές. Στις 7 Ιανουαρίου ...

Το Σφαγείο

Γράφει η Ζέλια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου «Είναι δύσκολο να κάνεις κάποιον να ...

Τα κοπέλια

«Μιαν φορά τζι έναν τζαιρόν ήταν μια γριά. Τυφλή αλλά σοφή». Ή μήπως ήταν ένας σοφός ...

Freya|Το διάγγελμα

Γράφει η Ζέλια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου Το Βικιλεξικό ορίζει το διάγγελμα ως ...

X