Μνήμη Μιχάλη Πασιαρδή

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Μιχάλη Πασιαρδή*

«Τα Τετράστιχα»
«Το δειν σου έφτανε μακρά τζι’ εσούνι πάλε εθώρες
Έρεσσεν τζει που τα βουνά τζι’ έστεκεν με τες ώρες
τζι’ εμάσιετουν σαν να ‘θελε να ‘βρει κάτι χαμένον
σαν κάτι πον ετέλειωσεν μέσα στο τελειωμένον»

Αγαπητοί φίλοι και φίλες. Αγαπητέ Βάσο εκ της κωμοπόλεως Αιγιαλούσης, της βυζαντινής Ακρωτίκης και κυπριζούσης Κύπρου, ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση, η οποία όντως μου περιποιεί μεγάλη τιμή. Απόψε μου δίνεται η ευκαιρία να πω ελάχιστα λόγια, απλώς δηλαδή να σχολιάσω κάποια τετράστιχα του ποιητή για αυτήν την ποίηση, το ατρύγητο αυτό πέλαγος των εικόνων, της αγάπης, του έρωτα και κυρίως της πατρίδας, γιατί η ποίηση του έξοχου αυτού ποιητή, και δη τα τετράστιχά του, κάπου εκατόν εβδομήντα εννέα, εάν μέτρησα καλά, και είναι αλήθεια πως όχι μόνο μαγεύτηκα διαβάζοντάς τα, αλλά με τύλιξε και μια μέθη και μια γλυκόπικρη νοσταλγία, μια ηδονή και ταυτοχρόνως οδύνη, που με εξακόντισε στον γενέθλιο τόπο μου, στην ακριτική κωμόπολη Ριζοκαρπάσου σε ώρες και μέρες του άλλοτε, στα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια που αποτελούν, άλλωστε, εννοείται τα παιδικά μας χρόνια, αποτελούν ολοκληρωτικά την έννοια πατρίδα, γιατί πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια.

Η ποίηση του Μιχάλη Πασιαρδή, για τον οποίο δεν οφείλει μόνο η γενέτειρά του να σεμνύνεται, δηλαδή το Τσέρι Ορεινής, του πάλαι ποτέ βισκοντάτου της Φραγκοκρατίας και Βενετοκρατίας και νυν διαμερίσματος Λευκωσίας, δίπλα στον μεσαιωνικό οικισμό το Τρυπί, το φέουδο του Λατίνου πατριάρχη της Ιερουσαλήμ και των αρχόντων Λασσέ, για το οποίο παρεμπιπτόντως ο ποιητής διέσωσε θρύλους και μου τους διηγήθηκε, αλλά οφείλει να σεμνύνεται για τον ποιητή και όλη η Κύπρος και ο ελληνισμός, γιατί η ποίησή του είναι ένα ατόφιο κομμάτι του πολιτισμού μας. Και η ποίησή του, επαναλαμβάνω, δεν είναι τίποτα άλλο παρά αγάπη, έρωτας και φιλότητα στις ρίζες, αγάπη και πάθος στην «τάλαινα και κεκαυμένη Κύπρο», στην ιστορία, στους μύθους και στους θρύλους μας, στα όσα δημιούργησε αυτός ο βασανισμένος λαός, σ’ αυτήν την πέτρα μες στη θάλασσα, κατά το Χρονικό του Λεόντιου Μαχαιρά. Ναι, «μία πέτρα μες στη θάλασσα» που ωστόσο «Από τις Κλείδες Νήσους έως τον Ακάμα», σ’ αυτή την πέτρα μες στη θάλασσα, «ανθίζει η ροδοδάφνη / από τις Κλείδες Νήσους έως τον Ακάμα ευδοκιμεί το αίμα». Ο ίδιος άλλωστε ο ποιητής μνημονεύει:

«Η γη είναι το κράτημα στην γην να κρατηθούμε

Τζι ότι τζ’ αν λάχει να μας πουν, εμείς τούτον να πούμεν

Πως σιίλια χρόνια να θκιαβούν όσοι τζιαιροί τζ’ αν πάσι

η Κύπρος εν γιαλλόου μας π’ Ακάμαν ως Καρπάσι…».

Όλη η ποίηση, λοιπόν, του Μιχάλη Πασιαρδή, του λυρικότερου και πιο ερωτικού εν ζωή Έλληνα ποιητή, δεν είναι τίποτε άλλο παρά σπουδή στη γλώσσα, στα ήθη, στα έθιμα, στον τρόπο ζωής, στο ύφος και φως του κυπριακού ελληνισμού, γι’ αυτό και δεν είναι τίποτα άλλο, επαναλαμβάνω μετ’ επιτάσεως, παρά μια γνήσια και υπερήφανη, ως όντως της αξίζει, πατριδογνωσία. Ναι, γιατί η ιστορία μας έχει μεγαλείο, η γλώσσα μας και κυρίως το ιδίωμα της κυπριακής έχουν μακραίωνη ιστορία και ο λαϊκός πολιτισμός μας έχει αμύθητα και ανεκτίμητα πλούτη. Και βέβαια όποιος ακουμπά και εμπνέεται στην ιστορία του τόπου του, στις ρίζες του δηλαδή, όπως ώρα καλή ο ποιητής που τιμούμε απόψε, έχει ορίζοντα με αχανή έκταση και εάν ακόμα δεν το επιθυμεί ο ίδιος, βρίσκεται στο άνω διάζωμα, στο χωρίς οίηση υπερώο, ενώ όποιος γυρνά την πλάτη στη γλώσσα και στον πολιτισμό του, εν γένει στην ιστορία του, δηλαδή ξεχνά από πού ξεκίνησε, είναι βέβαιο πως στερείται ενός αχανούς ορίζοντα και ασφαλώς ο ίδιος δεν πάει πουθενά. Ο ποιητής που τιμούμε σήμερα δεν είναι ένας απλός ποιητής, όπως τόσοι άλλοι, αλλά είναι «ηγήτορας και γητευτής», «αλχημιστής του λόγου, και ρωμαλέος αθλητής του πάθους», ενός πάθους αφιερωμένου εξολοκλήρου στην περίκλειστη μεγαλόνησο και στον κόσμο της.

Αγαπητοί φίλοι, επειδή λατρεύω τον λαϊκό μας πολιτισμό και τις παραδόσεις μας, τους μύθους μας και όλη την πληθώρα των δοξασιών και θρύλων, συχνά αναφέρω ή μάλλον κάνω ένα λογοπαίγνιο, τονίζοντας: «Κρατώ τις παραδόσεις σημαίνει δεν παραδίδομαι», και το έργο στην προκειμένη περίπτωση του ποιητή Μιχάλη Πασιαρδή είναι η ζώσα παράδοση, είναι αντίσταση στο «κεραμεούν και φαύλο», κατά τον μεγάλο Αλεξανδρινό, είναι ουράνια κλίμακα για όσους εξακολουθούν να ονειρεύονται και ν’ αγαπούν με πάθος αυτόν τον ευλογημένο τόπο με όσα βίωσε ανά τους αιώνες, όσοι εκστασιάζονται με τον πλούτο των λέξεων του κυπριακού ιδιώματος, που διασώζει ομηρικές και από τη βυζαντινή κληρονομιά λέξεις, το οφτόν, για παράδειγμα, και «ώπτησεν Αχιλλεύς» γράφει ο Όμηρος, ο «άππαρος», επίσης, δεν είναι παρά το βυζαντινό ιππάριο. Και γράφει ο ποιητής: «T’ αππάριν του άι Γιωρκού εν άσπρον τζιαι βορβόριν / τζ΄ούλα που ρέσσει θάλασσες σαν να πετά πού όρη». Ή σε άλλο τετράστιχο: «Ερέξασιν του ποταμού τ’ άστρα τζιαι το φεγγάρι / έρεξεν τζι η αγάπη μου καβάλλα πας στ’ αππάριν». Αλλά και το πεύτζιν είναι το βυζαντινό επεύχιο, και ας θυμηθούμε εδώ τα επεύχια της βυζαντινής Δανιηλίδος. Το κυπριακό ιδίωμα διέσωσε τη λέξη θουπί, το αρχαίο ελληνικό θωψ / θωπός ή το βυζαντινό το θουπίον.

Στις ρίμες αγάπης του 16ου αιώνα ή κυπριακά ερωτικά ή πετραρχικά, όπως είναι επίσης γνωστά, απαντούν οι στίχοι:

«Ας είναι το θαφκιόν και ψαλμουδιά μου

Το κλάμαν κανενού θουπιού που κλαίει»

Και το θουπί το συναντούμε και σε ένα τετράστιχο του τιμώμενου σήμερα ποιητή μας:

«Ενύχτωσεν τζιαι φάνηκεν έναν θαμπόν φεγγάρι

Τζιαι έναν αστρούιν δίπλα του τέλεια λεψατζιηνέτι

Τζι’ ακούστηκε τζιαι το θουπίν πο’φερεν το χαπάρι

Πόψε ννα φύει που καλά τζι’ αν ιμπορέσεις δέτη»

Ο Μιχάλης Πασιαρδής δεν είναι μόνο κληρονόμος των ερωτικών πετραρχικών ποιημάτων του 16ου αιώνα, των ερωτικών διστίχων της δημώδους ποίησής μας, των δημοτικών ασμάτων μας και των ποιητάρηδών μας, δεν είναι μόνο κληρονόμος τους, αλλά άξιος δαφνοστεφής συνεχιστής τους. Kαι είναι η ποίηση του Πασιαρδή «πανοπλία αλεξίσφαιρη» στην αθανασία και στη μνημείωση των όσων πολιτιστικών αγαθών δημιούργησε ο κόσμος της Κύπρου, στη μακραίωνη πορεία του. Η Κύπρος και ο κόσμος της κυριαρχούν και δεσπόζουν, πρυτανεύουν στην ποίησή του, αλλά θαρρώ πως συνοψίζεται ο μεγάλος έρωτάς του για τον γενέθλιο τόπο του ακαριαία στο εξής τετράστιχο:

«Άλλοι λαλούσιν το κλειδίν εμείς το αννοικτάρι

Ο κόσμος τούτος τούν’ της γης παίρνει π’ αλλού την χάρη

Κρατεί που ρίζαν πόν παλλιά – αιώνες των αιώνων

Τζιαι το ψουμίν του για θεόν το δίτζιον έσιει μόνο».

Κάθε τετράστιχο του Μιχάλη Πασιαρδή, πέρα από την εικόνα που μας δημιουργεί, χωρίς υπερβολή έχει και μια γεύση, ένα άρωμα, θα έλεγα, που μας οδηγεί στην παιδική κι εφηβική μας ηλικία, σε εικόνες της καθημερινής ζωής των προγόνων μας, ενός κόσμου και ενός πολιτισμού που ενώ χάνεται, ο ποιητής τον μνημειώνει με την εμπνευσμένη ποίησή του. Αυτόματα διαβάζοντας τα τετράστιχά του έρχονται στη μνήμη μας τετράστιχα δημώδη, ασφαλώς στο κυπριακό ιδίωμα, με παραπλήσιο περιεχόμενο με τα δικά του. Γράφει ο ποιητής:

«Εν’ να μετρήσω τα πουλλιά τζ’εθ τα βρω μονάτζι

Σαν κάθουνται τζιαι πίννουσι νερόν μεσα στ’ αυλάτζιν

Τα άστρα συχνά τα μέτρησα μα πάντα αρτύραν ένα

Εν τζιείνον που μου φώναζεν τζι ελάλεν μου για σένα».

Και ιδού και το δημώδες, όπως έτυχε να το ακούω συχνά από τη λατρευτή μου μάνα:

«Όσα άστρα έσιει ο ουρανός πόψε να τα μετρήσω

να πέσω στον λοαρκασμόν πέρκι σ’ αλησμονήσω».

Ο ουρανός για τον ποιητή φαντάζει ως γονική κληρονομιά του και επικοινωνεί και διαλέγεται με τα δένδρα, τα άνθη, το φως και τα βουνά και πρωτίστως με τα πουλιά. Είναι και αυτός, o ίδιος ο ποιητής μας ένα πουλί, ένα αεροπόρο πτηνό που οι φτερούγες των άλλων πουλιών λες και τον προστατεύουν ή του χαρίζουν ένα χάδι και τρυφερότητα, που του έλειψαν στην απέραντη μοναξιά του κόσμου. Γιατί ο ποιητής έτσι κι αλλιώς είναι μόνος, μονώτατος στον κόσμο, αλλά εν τέλει ο ποιητής για να δημιουργήσει πρέπει να δραπετεύσει από αυτόν τον κόσμο, η απομόνωση, η μοναξιά, η εσωστρέφεια είναι οι σύντροφοι, άλλωστε, της πραγματικής δημιουργίας.

Ας θυμηθούμε εδώ τους Στυλίτες, τους Αναχωρητές, τους Γνωστικούς και τους Ένθεους. Ας αναλογιστούμε την επίπονη τεχνική της πλίνθου των γνωστικών, των οποίων η παρατεταμένη προσευχή κάτω από τις υψηλές θερμοκρασίες προκαλούσε τον ιδρώτα που έσταζε και έλιωνε σιγά-σιγά η πλίνθος, πάνω στην οποία στέκονταν και προσεύχονταν ατέρμονα και βασανιστικά, ώσπου να φανεί το φως, το ίδιο αυτό φως στεφανώνει την ποίηση του Πασιαρδή, γιατί αενάως ο ίδιος και επίπονα αναζητεί το φως αυτό δουλεύοντας ανελέητα τις λέξεις. Είναι γι’ αυτό το φως που όταν ήμουν μικρή στο Ριζοκάρπασο είχα ακούσει από το στόμα κάποιας γιαγιάς και εντυπώθηκε από τότε στη μνήμη μου, καθώς η ίδια είπε: «Χαρά σ’ αυτόν που θα κληρονομήσει το φως». Και ο ποιητής μας με το τάλαντό του είναι κληρονόμος αυτού του φωτός. Και για να επιστρέψουμε στους γνωστικούς, έτσι λοιπόν με την τεχνική της πλίνθου μπορούσαν με αυτόν τον επίπονο τρόπο να έχουν οράματα, όπως ακριβώς και ο ποιητής γιατί και ο ποιητής οραματιστής είναι. Και ο ποιητής Μιχάλης Πασιαρδής ατενίζει στον ουρανό και έχει την αίσθηση ότι είναι αεροπόρο πτηνό γι’ αυτό υμνεί τις φτερούγες, τις γαλάτες ή αλάτες, λέξη κατάλοιπο των Δυτικών που μας κατέκτησαν, στην κυπριακή, leone alato / είναι ο φτερωτός λέοντας της Γαληνοτάτης που για έναν αιώνα κυριάρχησε στη μεγαλόνησο. Υμνεί λοιπόν όχι μόνο τα αεροπόρα πτηνά, αλλά και τα ίδια τα φτερά τους, αυτά τον εμπνέουν, αυτά ενδυναμώνουν εύστοχα την ποιητική γραφίδα του.

«Πάντα λαλώ για τα φτερά – πως εν τω φως που γίνει

Μια-θκιο φορές σκλερόττερον για να σταθεί να μείνει

Πας τες γαλάτες των πουλλιών. Τζιαι τζιειν’ άμαν πετούσιν

Σαν να ’ν το φως π’ ευκαριστούν τζιαι που δοξολογούσιν».

Και αλλού:

«Εφόρεν έναν βυσινίν φουστάνιν, τζ’ ούλλη στράτα

Εφαίνετουν γοιον να πετά, τζ’ όϊ πως επαρπάταν

Τζιαμαί που στάθην, ύστερις, ήρταν πουλιά τζ’ εκάτσαν

Τζι εσκέφτουνταν αν νεν πουλίν, τζ’ ιντα πουλιού εν’ ράτσα».

Θα μπορούσα να είχα συντάξει ένα ογκώδες δοκίμιο για την ποίηση, τη μεγάλη ποίηση του Μιχάλη Πασιαρδή, με την τόση ευαισθησία, τις λαμπρές εικόνες, τα ατέλειωτα ταξίδια με τα πουλιά στον ουρανό, που ωστόσο όμως σχολιάζοντάς τη δεν θα μπορούσα να προσθέσω τίποτα στο μεγαλείο της παρά μόνο αχρείαστα ψιμύθια, τα οποία δεν χρειάζεται η ποίησή του, γιατί η ποίηση του Πασιαρδή είναι ρωμαλέα, γιατί οι ίδιες οι ρίζες της είναι ο πολιτισμός και η ιστορία του κυπριακού ελληνισμού και της πολύπαθης και ελληνόεσσας Κύπρου. Οφείλουμε χάριτες στον ποιητή και ευγνωμοσύνη. Κλείνω την ομιλία μου απλώς με μια φράση. Στα τετράστιχα του ποιητή Μιχάλη Πασιαρδή όχι μόνο πολλαπλασιάζεται το κάλλος και η ομορφιά αλλά επιπρόσθετα, κυρίως, περισσεύει…

*Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Μιχάλη Πασιαρδή, Τα Τετράστιχα (Αιγαίο, 27 Δεκεμβρίου 2017)

You May Also Like

Η Αμμοχωστιανή Νικολέττα Χριστοφόρου

Γράφει η Νάσα Παταπίου Παράλληλα με την ιστορία της οικογένειας της Νικολέττας Χριστοφόρου εξελίχθηκε ...

Απονεμήθηκαν τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία στην Αθήνα

Τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία 2015 και 2016 (που καλύπτουν την εκδοτική παραγωγή του 2014 ...

Ο ζωγράφος Τισιάνο και ο επίσκοπος Πάφου

Η οικογένεια Πεζάρο από τη Βενετία, με απώτερη καταγωγή από την πόλη Πεζάρο, σχετίστηκε ...

Παζαράκι Βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Κυριάκου

Το Βιβλιοπωλείο Κυριάκου σας προσκαλεί και φέτος στο μεγάλο ετήσιο παζαράκι Βιβλιου, που θα ...

Τα κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας

Η διαμόρφωση του Νεοελληνικού Κράτους 18ος-21ος αιώνας [Νέα συμπληρωμένη έκδοση 2018] Κώστας Κωστής Εκδόσεις ...

«Χίλια Πλοία» για τη γυναικεία γενναιότητα

Καθώς η θεατρική σεζόν 2019-2020 βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, μια άλλη σεζόν κερδίζει εκ ...

X