Ξύπνησα γεμάτος αδημονία. Κατά την πάγια συνήθειά μου, αφουγκράστηκα τους εξωτερικούς ήχους προσπαθώντας να φτιάξω εικόνες, όμως το βουητό του ωκεανού δεν μου άφηνε πολλά περιθώρια.

Σηκώθηκα και τράβηξα τις κουρτίνες της μπαλκονόπορτας σαν αυλαία μικρού θεάτρου. Πίσω από το σκούρο ριντό ο ήλιος δεν είχε προλάβει να ξεμυτίσει, το πρώιμο φως έσταζε αγιάζι ολόδροσο, θολώνοντας ελαφρά το τοπίο. Στη μέση της σκηνής ένα άλογο έβοσκε ράθυμα, μασουλώντας τούφες χορτάρι πασπαλισμένο πάχνη. Στο βάθος, το ουράνιο μπλε του ωκεανού χτυπιόταν με δύναμη στη μαύρη λάβα, δημιουργώντας ίριδες, χρωματισμούς διάφανους στα ξέφτια του αφρού. Βουβό μυστήριο συμπλήρωνε τα κενά του χώρου με μορφές άμορφες, θραύσματα ηφαιστείων προαιώνια, βγαλμένα από τα έγκατα της γης. Ας παραμείνει αχρείαστη η επέμβαση των «πολιτισμένων εισβολέων» σε τούτον τον τόπο, ευχήθηκα, κι ας καθοριστεί το μέλλον του με μέτρο την ανθρώπινη κλίμακα και την ευταξία.

Περπάτησα πάνω στα βράχια μέχρι την ακτή. Γύρω μου, από τις σκοτεινές σχισμές του πετρώματος, εκτοξεύονταν πανύψηλοι πίδακες νερού όμοιοι με εκρήξεις ηφαιστείων. Το ρούφηγμα στο επικείμενο τράβηγμα του ωκεανού ήταν φοβιστικό, πίστεψα πως θα κατάπινε την πλάση ολόκληρη, μαζί κι εμένα.

Χωρίς να το καλοσκεφτώ, βούτηξα σε μια φυσική στέρνα μεταξύ ωκεανού και στεριάς. Το νερό με πάγωσε, τα κύματα διασκεδάζοντας με την απειρία μου έσκαγαν αλύπητα στο φυσικό φράγμα, σηκώνονταν ψηλά για να πέσουν στο κεφάλι μου σαν καταρράκτης, σαν καταιγίδα αλμυρής βροχής. Με την πλάτη ακουμπισμένη στη λάβα, κραύγαζα φοβίζοντας τον φόβο… αν και δεν ήταν απλός φόβος ό,τι ένιωθα… με δέος έμοιαζε περισσότερο.

Αργότερα, λίγο πριν το μεσημέρι, καταπιάστηκα να οργανώσω την παραμονή μου στο Νησί του Πάσχα (Rapa Nui στη γλώσσα των ντόπιων, που θα πει Μεγάλο Νησί). Νοίκιασα ένα σαραβαλάκι Suzuki Samurai κι άρχισα να ενσωματώνομαι στους χωμάτινους δρόμους και στις συνήθειες των κατοίκων. Άφησα τη Hanga Roa και οδηγώντας προς Ta Hai, A Kivi, Akahanga, αντίκρισα από κοντά τους moai. Ενεός, έκθαμβος, απολιθωμένος μπροστά στην ανεπανάληπτη επανάληψη των γιγάντιων μορφών, αισθάνθηκα τα λοξά μάτια να χαμογελούν, καταργώντας την ακινησία της όψης.

Μετά την Akahanga, το σοφό σαραβαλάκι έστριψε οδηγώντας με στο Orongo, τον τόπο λατρείας του Make Make, του θεού πουλί. Λίγα μέτρα πριν την είσοδο φρενάρισε, πάρκαρε και μου πρότεινε να συνεχίσω με τα πόδια. Αέρας, ωκεανός κι εγώ, όλοι μας ένα βουητό, περιπατητές σ’ ένα ταξίδι με προδιαγραμμένο το τέλος, ο καθένας μια χούφτα κινούμενη χόβολη έτοιμη να σκορπιστεί στο τίποτα δίχως ελπίδα επιστροφής, προχωρήσαμε με βήματα σεβαστικά σε μια στενή γλώσσα στεριάς διάσπαρτη με πετροκαλύβες. Οι χαμηλές πόρτες τους κοιτούσαν όλες τον κάθετο γκρεμό, ενώ οι πλάτες τους ακουμπούσαν τον βαθύ κρατήρα. Τετρακόσια μέτρα ύψος από τη θάλασσα ο γκρεμός, διακόσια πενήντα μέτρα βάθος ο κρατήρας. Καταμεσής του ωκεανού, χίλια πεντακόσια μέτρα από την ακτή, αναδύονταν οι φωλιές καταφύγια του πουλιού Sterna Fouscata, οι βραχονησίδες Motu Kao Kao, Motu Iti και Motu Nui.

Ο Make Make πριν τον δολοφονήσουν οι ιεραπόστολοι υπήρξε ο κυρίαρχος θεός της Rapa Nui και λατρευόταν ως ο δημιουργός του σύμπαντος κόσμου. Δίκαιος κριτής του καλού και τιμωρός του κακού, έδειχνε τον θυμό του με κεραυνό, όπως ο Ζευς. Σε κρίσιμες για το νησί περιόδους απαιτούσε από τους ανθρώπους θυσίες τις οποίες πρόσφεραν οι ιερείς πάνω στον βωμό που πήγαινα να προσκυνήσω, ισορροπώντας τα βήματά μου στην κόψη ενός φρυδιού γης, ανάμεσα στον ωκεανό και το ηφαίστειο.

Πλήθος ανάγλυφες μορφές σκαλισμένες με ρίσκο στη σκληρή λάβα περιέκλειαν τον βωμό. Κρανία, πουλιά, φίδια κι ανάμεσά τους επαναλαμβανόμενη η μορφή του Make Make.

Το μεγαλείο του τοπίου θα ήταν ελλιπές χωρίς αυτά τα ανάγλυφα, σκέφτηκα. Ο άνθρωπος δικαιώνει την ύπαρξή του μόνο όταν συμπληρώνει με Τέχνη τα έργα της Φύσης, όπου αυτή αδυνατεί να το κάνει μόνη της. Και αποτυπώνοντας τις κρυφές αγωνίες της ψυχής του εξιλεώνεται, κάτι το οποίο η Φύση είναι ανίκανη να αισθανθεί ή αδιαφορεί παντελώς να πράξει.

Προσκύνησα, ύμνησα και τελετούργησα στον βωμό ζητώντας την άδεια να κρύψω στη ρίζα του τη συμπυκνωμένη μνήμη των προγόνων μου. Ένα προσωπικό έργο, προσφορά στον Make Make από όλους εμάς.

Δούλεψα αρκετή ώρα, κι όταν τελείωσα, ξάπλωσα εξουθενωμένος στα ανάγλυφα του βωμού κι αποκοιμήθηκα. Η ζεστή λάβα μου έκαιγε την πλάτη. Ο ύπνος, αν και γεμάτος σκέψεις, ήταν ανάλαφρος.

«Τώρα πρέπει να περπατήσεις την περιφέρεια του ηφαίστειου, να προσφέρεις στον κρατήρα τα έργα που έφερες γι’ αυτόν, να φτιάξεις μια μεγάλη Κατάκρυψη», άκουσα μια φωνή και ήξερα πως ήταν του Make Make.

Ανοίγοντας τα μάτια μου είδα τον ήλιο να βρίσκεται στο κέντρο ενός τεράστιου πολύχρωμου κύκλου, με χρώματα δέκα φορές πιο λαμπερά από εκείνα του ουράνιου τόξου. Δεν είχα ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Το θεώρησα οιωνό και υπάκουσα στην επιθυμία της θεότητας.

Το απόγευμα, καθισμένος στην εξέδρα ενός καφενείου πλάι στη θάλασσα, ανέτρεχα στις εντυπώσεις της ημέρας χωρίς να ενδιαφέρομαι για το τοπίο γύρω μου, ώς τη στιγμή που ο ήλιος άγγιξε την επιφάνεια του ωκεανού κι η πλάση πύρωσε. Φλογισμένα κίτρινα, κόκκινα, μοβ ανακατεύτηκαν με σκοτεινά πράσινα, μπλε και ώχρες. Όσο ο ουρανός έσβηνε στα ψηλά, τόσο στα χαμηλά, στις άκρες των κυμάτων, άναβαν ανάγλυφες φρυκτωρίες. Άστατη η πλάση, πρόδιδε το φως, ερωτευμένη με το επικείμενο σκοτάδι. Αισθάνθηκα έντονη την επιθυμία να ζωγραφίσω το θαύμα πριν χαθεί, όμως, μια στιγμή πριν αγγίξω τα σύνεργα, εγκατέλειψα την ιδέα συνειδητοποιώντας την ασημαντότητα, τη μηδαμινότητα, τη ματαιοδοξία του εγχειρήματος. Η Φύση, για να φτιάξει την εικόνα που είχα μπροστά μου, χρησιμοποιούσε έναν φλεγόμενο πλανήτη, έναν μεγάλο ωκεανό, άπειρο χώρο και δυνάμεις άγνωστες. Τουλάχιστον. Κι εγώ δεν ήμουν ο William Turner, ο μόνος ίσως που κατάφερε να αναμετρηθεί μαζί της στον συγκεκριμένο αγώνα, κάνοντας τις λιγότερες συμβάσεις στο αποτέλεσμα.

Όχι, δεν ήμουν ούτε θα γινόμουν William Turner.

Μάζεψα τα σύνεργα, κι από τότε στα ταξίδια παίρνω μαζί μου μόνο μολύβια.

Υ.Γ : Όσο αντέγραφα το διήγημα απ’ το ημερολόγιο εκείνης της εποχής, έμαθα για τον θάνατο του ποιητή. Αισθάνθηκα, για τους δικούς μου λόγους, να προσπαθώ σαν τον Κυναίγειρο να κρατήσω την Κύπρο κοντά μου κι αυτή να φεύγει. Καλό ταξίδι κύριε Μιχάλη Πασιαρδή.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ:Τα πετρογλυφικά στον βωμό του Make Make

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Έκθεση Τέχνης της Στέλλας Τραχανά

Η Στέλλα Τραχανά σας προσκαλεί στα εγκαίνια της πρώτης ατομικής της έκθεσης, «Ανατροπές». Την ...

“The World Around 2021” – Διαδικτυακή Συνάντηση Δημιουργών

Είκοσι αρχιτέκτονες, σχεδιαστές και κινηματογραφιστές από 14 πόλεις όλου του κόσμου συμμετείχαν στη συνάντηση ...

Διαδραστικό εργαστήρι Τέχνης και Θεάτρου

Εικαστικό και θεατρικό διαδραστικό εργαστήρι τέχνης και θεατρικού παιγνιδιού με θέμα τις κουκουβάγιες πραγματοποιείται ...

“Χώρα των Θαυμάτων”στην Γκαλερί Opus 39

Η Γκαλερί Opus 39 παρουσιάζει την εικαστική πρόταση “Χώρα των Θαυμάτων” της Pepi Martin. ...

Οι πυρκαγιές της Καλιφόρνιας αποτεφρώνουν μια παγκοσμίου φήμης συλλογή βιβλίων φωτογραφίας

Σύμφωνα με την ολλανδική εφημερίδα NRC Handelsblad, τα 36.000 βιβλία στην συλλογή του Manfred ...

Παιδικές ζωγραφιές του 1960 που στάλθηκαν στην Αμερική, επαναπατρίστηκαν έξι δεκαετίες μετά

Ογδόντα τρία έργα που ζωγράφισαν παιδιά σε δημοτικά σχολεία της Κύπρου κατά το 1950-1960 ...

X