«Αντι-αρχεία» της μοντέρνας αρχιτεκτονικής

Η Ομάδα Πρωτοβουλίας για Δημόσια Συζήτηση της Πολιτιστικής Διαχείρισης έχει αποστείλει πρόσκληση σε άτομα και οργανωμένους φορείς με σκοπό την πραγματοποίηση ενός ευρέος και δημόσιου διαλόγου για τον επαναπροσδιορισμό της θέσης του πολιτισμού στην Κύπρο

Γράφει ο Πέτρος Φωκαΐδης, Διδάσκων επισκέπτης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Μιλώντας για πολιτιστικά τεκμήρια αλλά και για το ίδιο το δομημένο περιβάλλον ως εν δυνάμει «αρχείο» υλικών αλλά και άυλων αξιών, το σύντομο αυτό κείμενο επιχειρεί να αναδείξει αντιφάσεις στις πρόσφατες πολιτικές της πολιτιστικής κληρονομιάς στην Κύπρο αναζητώντας και εναλλακτικές προοπτικές για το παρελθόν και το μέλλον.

Φτιάχνοντας προσβάσιμα αρχεία

Τα αποτελέσματα της διεύρυνσης και του εμπλουτισμού ψηφιακών συλλογών είναι εμφανή τόσο στην ακαδημαϊκή έρευνα και στον διάλογο όσο και στη σύγχρονη πολιτιστική παραγωγή (εκδόσεις, εκθέσεις κ.λπ.) όπου προβάλλονται σύγχρονες κατανοήσεις του πρόσφατου και σύνθετου μετα-αποικιακού παρελθόντος. Ενώ οι διαδικτυακές ψηφιακές συλλογές υπόσχονται ευρύτερη πρόσβαση και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς, η φυσική παρουσία αλλά και οι όροι χρήσης του υλικού παραμένουν κρίσιμες παράμετροι που ρυθμίζουν, ακόμα και άρρητα πολλές φορές, προνόμια στην πρόσβαση σε αρχεία αλλά και στη γνώση ευρύτερα. Ο περαιτέρω εκδημοκρατισμός της πολιτιστικής κληρονομιάς παραμένει σημαντικός στόχος ειδικότερα σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιπτώσεις της διαχείρισης της πανδημίας έχουν εντείνει πολλαπλούς χωροκοινωνικούς αποκλεισμούς.

Οι «άτυπες» διαδικασίες διαμοιρασμού υλικού που εκδηλώνονται στα λεγόμενα κοινωνικά δίκτυα και είναι ανοιχτές σε πολλαπλές συμβολές, όχι μόνο από ειδικούς, μοιάζει να προσφέρουν εναλλακτικές δυνατότητες. Ξεπερνούν σε κάποιον βαθμό τους διανοητικούς και φυσικούς περιορισμούς που προκύπτουν από τον πολύχρονο διαχωρισμό ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους ο οποίος επηρεάζει όχι μόνο τη συγκρότηση επιλεκτικών εκδοχών της ιστορίας και της μνήμης[1] αλλά έχει και επιπτώσεις στη διαχείριση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς[2]. Επιπλέον, η ανάρτηση και ο σχολιασμός οπτικοακουστικού υλικού που συχνά προέρχεται από αδημοσίευτα προσωπικά / οικογενειακά αρχεία επιτρέπουν να φωτιστούν και εναλλακτικές αφηγήσεις. Με άλλα λόγια, οι πρακτικές του πληθοπορισμού στις οποίες στρέφονται τα τελευταία χρόνια επαγγελματίες ερευνητές αλλά και βιβλιοθήκες και αρχειακοί οργανισμοί διεθνώς δεν προσφέρουν μόνο τη δυναμική να συμπληρωθούν ελλιπή τεκμήρια³[3]. Μας ωθούν να εστιάσουμε σε οπτικές της ιστορίας «από τα κάτω», σε προφορικές και βιογραφικές αφηγήσεις και σε αποσιωπημένους δρώντες και διαδικασίες παραγωγής της πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Οι δυνατότητες αυτές συμβαδίζουν με σύγχρονες ερευνητικές πρακτικές οι οποίες προβάλλουν την αξία όχι μόνο πιο «δημοκρατικών» αρχείων αλλά και την ανάγκη δημιουργίας «αντι-αρχείων»[4] ως στρατηγικών αμφισβήτησης κυρίαρχων μορφών δημόσιας ιστορίας, μνήμης και πολιτικών της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Η μοντέρνα κληρονομιά υπό απειλή

Ο πολλαπλασιασμός των ψηφιακών αρχείων και η μεγαλύτερη εμπλοκή ευρύτερων ακροατηρίων συμβάλλουν στην ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς χωρίς όμως να αντισταθμίζουν άλλες πολιτικές που τη θέτουν υπό σοβαρή απειλή. Οι κεντρικές πολιτικές ανάπτυξης πολυώροφων κτηρίων και εμπορευματοποίησης του δημόσιου χώρου έχουν διαμορφώσει μια ευρύτερη κουλτούρα που προβάλλει το οικονομικό όφελος ως καθολική προτεραιότητα προκαλώντας θεσμικές ασυνέχειες στην ανάπτυξη του χώρου και ευρύτερες κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που προκύπτουν από την κατεδάφιση αντί της πιο «βιώσιμης» επιλογής της επανάχρησης των κτηρίων. Αν η κατασκευή του 34ώροφου «360° Nicosia» στη λεωφόρο Μακαρίου στη Λευκωσία οδήγησε στην κατεδάφιση του «Μεγάρου Καραντώκη» των Αφ/ών Μιχαηλίδη, τι μέλλον μπορεί να έχει λίγο βορειότερα το «Διδασκαλικό Ταμιευτήριο Λευκωσίας» που σχεδιάστηκε από τον Πεύκιο Γεωργιάδη στα μέσα τη δεκαετίας του 1960; Με την ιδιωτικοποίηση του πρώην «Συνεργατισμού» το κτήριο ανήκει σήμερα στο σημαντικό απόθεμα μοντέρνων κτηρίων, η τύχη του οποίου καθορίζεται από την κυριαρχία της κτηματαγοράς που επιβάλλει τις προτεραιότητές της όχι μόνο σε μεμονωμένα κτήρια αλλά και στην ευρύτερη πόλη. Η ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς μέσα από τα ψηφιακά αρχεία και τη διάνοιξη εναλλακτικών οπτικών για το παρελθόν πρέπει να τροφοδοτήσει μια στροφή σε ένα θεσμικό πλαίσιο ουσιαστικής προστασίας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Η παραδειγματική περίπτωση του Βαρωσιού μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο πεδίο προβληματισμού γύρω από αυτά τα ζητήματα.

Το Βαρώσι ως «αντι-αρχείο»

Ο πολυετής αποκλεισμός της περιοχής διατήρησε ένα ολόκληρο τμήμα μοντέρνας πόλης μοναδικό όχι μόνο για την Κύπρο αλλά και διεθνώς. Το πρόσφατο, μονομερές, και παράνομο άνοιγμα της περιοχής και οι παρεμβάσεις που γίνονται άλλοτε για τα φώτα της δημοσιότητας και άλλοτε στο παρασκήνιο αποτελούν σημαντική, αλλά όχι τη μοναδική, απειλή της σημαντικής υλικής και άυλης μοντέρνας κληρονομιάς παγκόσμιας εμβέλειας όπως τονίζει το Docomomo Κύπρου[5]. Ποιες προτεραιότητες θα καθορίσουν την ανασυγκρότηση αυτής της περιοχής; Ποιο ρόλο θα παίξει η κυρίαρχη κτηματαγορά και ποιο οι πολιτικές προστασίας εμβληματικών μοντέρνων κτηρίων, μοναδικού παραλιακού τοπίου αλλά γειτονιών; Ποιο ρόλο μπορεί να παίξει το παρελθόν στη διαμόρφωση του μέλλοντος; Ως ένας τόπος που είναι συγχρόνως φαντασιακός αλλά και καθ’ όλα υλικός το Βαρώσι παραμένει γεμάτο αντιφάσεις και δυνατότητες. Ενσωματώνει τις προσδοκίες μιας μετααποικιακής νεωτερικότητας και τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις της έντονης τουριστικής ανάπτυξης. Φέρει τα απελπιστικά σημάδια των στρατιωτικών συγκρούσεων, της πολύχρονης εγκατάλειψης και διαχωρισμού, την οδυνηρή εμπειρία της εγκατάλειψης κατοίκων και ιδιοκτητών, μπορεί όμως να αποτελέσει κλειδί σε δικοινοτικές συμμετοχικές διαδικασίες για τη διαμόρφωση πιο ελπιδοφόρων οραμάτων για μια ενιαία Κύπρο. Ως παραδειγματικό «αντι-αρχείο» που αντιστέκεται στις οικειοποιήσεις του, το Βαρώσι θέτει πολλαπλές προκλήσεις οι οποίες μπορούν να παράγουν πολιτικές προστασίας της μοντέρνας αρχιτεκτονικής διεθνούς εμβέλειας όπως και η ιστορική, πολιτιστική αρχιτεκτονική και πολιτική σημασία της περιοχής.

1. Φωκαΐδης, Π. και Χρονάκη Α., 2016. Θέσεις της Μνήμης. Αθήνα: νήσος.

2. Στρατής, Σ. 2019. FOMA 25: Unseeing in the Cypriot Contested Cities. Προσβάσιμο εδώ: https://blog.architectuul.com/post/182444278052/foma-21-processes-of-unseeing-modernist

3. Ο πληθοπορισμός είναι μια πρακτική που αναθέτει σε εθελοντές να συμβάλουν στη συμπλήρωση ψηφιακών τεκμηρίων.

4. Δες Βαν Μπούσχοτεν, Ρ. Δαλκαβούκης, Β. και Καλλιμοπούλου Ε. (επιμ.). 2021. Προφορική Ιστορία και Αντι-Αρχεία: Φωνές, Εικόνες και Τόποι. Βόλος: Ένωση Προφορικής Ιστορίας.

5. Δες τη διεθνή πρόσκληση για υπογραφές της ομάδας Docomomo Cyprus. 2021. Protect Modern Varosha: Heritage in Danger, http://chng.it/nBTrLGwYq2.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Η λίμνη των χορευτών

Γράφει η Ελεάνα Αλεξάνδρου, χορογράφος Είμαστε στον Γενάρη του 2021. Γράφω για πολλοστή φορά ...

O πολιτισμός δεν είναι τα άτομα

Γράφει ο Βασίλης Βασιλειάδης, Καλλιτέχνης Ο Giulio Carlo Argan είχε πει κάποτε πως δεν ...

Ο Σύγχρονος Κυπριακός Πολιτισμός και ο νέος ρεαλισμός μιας διασχιστικής κουλτούρας

Η ομάδα Πρωτοβουλίας για Δημόσια Συζήτηση της Πολιτιστικής Διαχείρισης έχει αποστείλει πρόσκληση σε άτομα ...

Σημεία για την πολιτιστική διαχείριση

Η Στέλλα Βοσκαρίδου ποιήτρια, μουσικός, εκπαιδευτικός, ιδρυτικό μέλος και μέρος ΔΣ Μουσείο “Πλουμιστό Ψωμί” ...

Γραφιστική και εικονογράφηση στην Κύπρο

Γράφει η Ερμίνα Εμμανουήλ* Η γραφιστική και η εικονογράφηση είναι δύο επαγγέλματα που εμπίπτουν ...

Ανάγκη για επανεκκίνηση στις Τέχνες

Γράφουν Κύπριοι Χαράκτες Η πανδημία του νέου κορωνοϊού μετέτρεψε σε ασθενείς τους υγιείς ανθρώπους, ...

X