Η ποίηση ως μακέλεμα της σοβαροφάνειας: Δώρος Γεωργίου – OYMAMI

Του Βαγγέλη Γέττου

«Οι ποιητές της εποχής μας το αρνούνται ή το απωθούν. Όμως όλα τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία που έχουμε στην διάθεσή μας, ομοφωνούν: η τέχνη τους ξέπεσε διεθνώς εντυπωσιακά. Από κορυφαίο λογοτεχνικό είδος, η ποίηση έγινε σήμερα ενασχόληση του περιθωρίου. Αφού πρώτα έχασε όλο σχεδόν το ακροατήριό της, βλέπει και το κληρονομημένο κύρος της να κατολισθαίνει.». Αυτός ο αφορισμός περιλαμβάνεται στο οπισθόφυλλο της πολύ καλά τεκμηριωμένης μελέτης ‘’Η Τέχνη που Αυτοκτονεί: για το αδιέξοδο της ποίησης του καιρούς μας’’ του Κώστα Κουτσουρέλλη (Εκδ. Μικρή Άρκτος). Στο βιβλίο αυτό, ο μελετητής καταγγέλλει την αυτάρεσκη ενασχόληση άμουσων αυτόκλητων νεαρών ποιητών με το παλίμψηστο της ποίησης. Καταφέρεται εναντίον τους με γενικευτικούς και δογματικούς όρους χρεώνοντάς τους έλλειψη παιδείας σχετικά με την ρυθμική της ποίησης, την άγνοια των ιστορικών ρευμάτων, την φτωχή διακειμενικότητα κ.ά. Σε κανένα, ωστόσο, σημείο του βιβλίου ο μελετητής δεν αναρωτιέται γιατί αντί η νεολαία να πληρώνει την έκδοση των πολυάριθμων ποιητικών της συλλογών, δεν σπαταλά τα χιλιάρικά της π.χ. στον τζόγο, σε διακοπές ή σε ρούχα.

Γιατί λοιπόν να βγάλει κάποιος άλλη μια ποιητική συλλογή; Η μόνη λογική απάντηση σε αυτούς τους ανορθολογικούς καιρούς είναι μία και μοναδική: και γιατί να μην βγάλει; Ποιος είναι ο κήνσορας που θα θέσει και θα επιβάλλει ένα πλαίσιο ενοχών και αυτομαστιγώματος σε ανθρώπους που πιστεύουν ότι κάτι έχουν να πουν; Και τελικά, γιατί πρέπει ένα 30άρης του 2021 να έχει την γνώση και την κατάρτιση ενός 60άρη που στο κάτω κάτω είχε την ιστορική ευκαιρία να ζει σε ένα περιβάλλον όπου οι ποίηση – χάρη και στην μελοποίησή της από τα ιερά μουσικά τέρατα της εποχής – ήταν must για τουλάχιστον το μισό της τότε νεολαίας; Αυτά τα ερωτήματα μου προκάλεσε η ποιητική συλλογή ΟΥΜΑΜΙ του Δώρου Γεωργίου που οι Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον είχαν την ευγένεια να μου αποστείλουν από την Λεμεσό όπου εδρεύουν.

Σε μια ιστορική περίοδο όπου το googling έχει καταστεί ενστικτώδης πράξη αναζήτησης πληροφορίας, ο παιχνιδιάρικα σχεδιασμένος τίτλος με αυτή την περίεργη λέξη με αιχμαλώτισε. Θεώρησα αυθαίρετα ότι είναι κάποιο λίμερικ, ένας νεολογισμός, κάποιο άνευ νοήματος φώνημα του οποίου την γενεσιουργό αιτία ίσως ανακαλύψω στην πορεία. Πολύ σύντομα, διαπίστωσα ότι ακόμα και αν δεν μάθαινα ότι το ουμάμι είναι η 5η γεύση της ιαπωνικής κουζίνας (λέξη που κατέληξε να σημαίνει τον ενθουσιασμό που προκαλεί ένας συνδυασμός συστατικών που συγκολλούνται από το γλουταμινικό οξύ), η ποιητική απόπειρα του Γεωργίου αφήνει στον ιδεώδη ουρανίσκο μία ολόδική της, αυθεντική επίγευση.

Η επίγευση έχει ως βασικό χημικό της στοιχείο την ανάμνηση των ψυχολογικά χαλεπών και καταναλωτικά ανέμελων εποχών των 90s. Μέσα σε αυτό τον αστερισμό μιας δήθεν ανεμελιάς, ο Γεωργίου αντιπροτάσσει μια γνήσια ανεμελιά, ένα ορμέμφυτο που καταπισέτηκε όπως τα ρούχα σε μια γεμάτη βαλίτσα. Πίσω από την ομαλότητα και την κανονικότητα εκείνων των εποχών, ελλοχεύουν φάουσες θείες, θανατερές οικογενειακές επισκέψεις, εμπειρίες που προκαλούν τραύματα που οι μεγάλοι θεωρούσαν μέρος μιας κανονικής ζωής:

Δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο
απ’ το να γκρεμίζεται κάτι
χωρίς ρυθμό,
το ξέρω, έχω δει τις θειες μου
να χορεύουν σε γάμους

Πολύ γρήγορα, ο Δώρος Γεωργίου καθιστά σαφές ότι τα δικά του ποιήματα είναι πανκ: δεν ξέρουν πάντα τί θέλουν αλλά το θέλουν τώρα. Οι τροπές που θα μπορούσε να έχει πάρει το παρελθόν μας είναι άγνωστες ωστόσο θέλουμε μεταφυσικά να μην τις αποχωριστούμε. Αυτή η αντι-ποίηση ή ποίηση εκ του αντιθέτου έχει στον πυρήνα της την άποψη ότι η ποίηση δεν είναι ένα περικαλλές άνθος αλλά ένα ακόμα λάστιχο τρακτέρ στον πάτο της θάλασσας:
Πράγματα που καταφέρνουν περισσότερα
όταν αποτυγχάνουν

Στο ποίημα ΗΝΧΕΤ, ο Γεωργίου αφορίζει σατιρικά:

[…] Δεν ξέρω τι ηχεί πιο παράξενα,
Το «l’ art pour l’art»
ή ο «Παρνασσισμός»

Το πρώτο ακούγεται σαν πορδή πτηνού
το δεύτερο η διαμαρτυρία ενός δειλού.
Το πρώτο ρίχνεται πάνω στο δεύτερο κι
έτσι γεννιέται η τέχνη

[…] Θα γίνω τέχνη που είναι
άχρηστη,
παραβρασμένη,
σπυριάρικη
και άνοστη.

Να μην μπορώ
να γράψω λέξη

Η δεκαετία του ’90 υπήρξε η περίοδος του βίαιου «εκσυγχρονισμού» του ευρωπαϊκού νότου. Ο απόηχος της παράδοσης, το φολκλόρ δηλαδή, συνυπάρχει με την σοβαροφάνεια του πλαστικού χρήματος και του ανεπίστρεπτου δανείου, το ορθόδοξο πολιτισμικό πρόσημο με το παράδοξο ευρωλαγνικό μιμητικό σχήμα και τα μνημόσυνα με μια νέα αυτοσυγκράτηση:

Παραδόξως,
πάντοτε τα μνημόσυνα
είναι τα πιο σπαρταριστά.
Δεν είναι ξεκαρδιστικό το
πόσο άνετα μας καταβάλλει το άδικο εκεί;
Λες κι οι τιμές θα έπρεπε, ορθότερα,
να προορίζονταν για κάποιον άλλον
-η απόλυτη φαντασίωση
ο κόσμος χωρίς πληγές.
εκτός από μία,
τη δική μας-

Αν σπάσει
– που θα σπάσει –
με σοβαροφάνεια μην το σώσεις,
πες απλά πως ακυρώνεται η ομιλία,
πάμε για τσίπουρα στου κυρ Ηλία.

Από τα παραπάνω – μαζί με τις αιωνόβιες θειες – φαίνεται ότι, στο ΟΥΜΑΜΙ, ο κόσμος δεν «τελειώνει ούτε με έναν πάταγο, ούτε με έναν λυγμό». Ο κόσμος, αν τελειώσει, θα τελειώσει με μια ακολουθία γδούπων, με τρικλοποδιές που βάζει στους Γελοίους ένας νεκροζώντανος θεός που παίζει τσακισμένες μαριονέτες, με τις κλωστές τους έτοιμες να κοπούν. Αν ο Γεωργίου διαβάζει Κορτάσαρ και Δανιήλ Χαρμς, δείχνει να έχει χωνέψει καλά τις προφητείες τους. Αν όχι, τότε οι «Κρονόπιο» του πρώτου και οι πέφτουσες γριές του δεύτερου θα είχαν πολλά ή και τίποτα να πουν με τις κλαίουσες θειάδες του ποιήματος “Συγκίνηση”. Και μιλώντας για πιθανές αναφορές του Γεωργίου, δεν μπορεί κανείς να δει την αναβάπτιση της καρυωτακικής ειρωνείας σε μια μεταμοντέρνα κολυμπήθρα – μια έκρηξη του “Εμβατήριο Πένθιμο και Κατακόρυφο” του τραγικού αυτόχειρα στα τσιμεντένια κακόγουστα νεκροταφεία της Κύπρου, στο νησί όπου οι νεκροί κυκλοφορούν χωρίς υγειονομικούς περιορισμούς:

Το πολύ βαρύ ταβάνι γίνεται
χωρίς παραθυράκι αέρα, αποπνιχτικό.
Μαλακία μπορείς να τραβήξεις
μόνο αν την έχεις μικρή.

Γιατί νομίζεις οι ζωντανοί
ποτίζουν τους νεκρούς με τόση μαεστρία;
Γιατί φυτεύουν λουλούδια
πιέζοντάς τα με άπειρη μανία;
Για να μη φανεί η καύλα κανενός.

Η προϊούσα αποσύνθεση κάνει ντου από παντού. Κατακλύζει την αμηχανία των αλησμόνητων “επισκέψεων”- μια κόλαση επί γης για τον Γεωργίου και για εμάς! – με αποφορά, σαν αυτή με την οποία ο λίβας που διασχίζει τα χοιροστάσια κατακλύζει τις κυπριακές πόλεις τα καλοκαίρια:

Μια μεγάλη σάλα από κόσμο
να χασκογελάει και να περνάει καλά,
μου είναι το ίδιο άγνωστη με το αν υπάρχει
ζωή στο τρίτο μεγαλύτερο φεγγάρι του Δία.

Το ενδιαφέρον με την “αναμνησιοκεντρική” γραφή του Δώρου Γεωργίου είναι ότι δεν βουλιάζει σε ένα κεκαλυμμένο ή απροκάλυπτο εστέτ όπως αυτό του ελληνικού και κυπριακού “weird” κινηματογραφικού κύματος ή της επικαιρικής και επί σκοπώ μεταμοντερνιάς τύπου Κορτώ – ένα στυλ που όσο και αν το παίζει άρνηση, συνιστά κατάφαση στις φαρμακερές αντιθέσεις των ’90s:

[…] Κοφτερή ανάμνηση της γλυκύτερης
Κατάντιας, καθώς πλάνταζα στο κλάμα
Μέχρι να δοκιμάσω ξανά.

Αν μπορεί να διατυπωθεί κάποια ένσταση απέναντι στο ήδη αναμμένο φυτίλι του Δώρου Γεωργίου, αυτό είναι κάποιες κάπως επιτηδευμένες και αχρείαστες διακειμενικές αναφορές (Γαλάτεια Καζαντζάκη, Μαρία Πολυδούρη, Baudelaire, Lacan): αχρείαστες με την έννοια ότι η υπογράμμισή τους αντιτίθεται στην συθέμελη έκρηξη που φέρνει μαζί της το αυθεντικότατο στυλ του νεαρού ποιητή. Επίσης, η έμφαση σε λογοπαίγνια κυρίως σε τίτλους που θα μπορούσε – και πολλές φορές συμβαίνει- να διυλιστεί πιο δημιουργικά στην ροή των στίχων, “κλωτσάει” σε στιγμές που ο Γεωργίου έχει ήδη γοητεύσει τον αναγνώστη του.

Όμως, αυτά παρέλκουν μέσα σε ένα ρεόν πανκ περιβάλλον όπου όλα είναι συμβατά με το μη συμβατικό: όπου κάθε στίχος παλεύει να βγει στην επιφάνεια και ν’ αναπνεύσει ελευθερία. Και η συλλογή του Γεωργίου, το αλλόκοτο και γοητευτικό ΟΥΜΑΜΙ, δεν θα μπορούσε να κλείσει με την κατάφαση της πλήρους άγνοιας που γίνεται αργά αλλά σταθερά γνώση των όσων πια μας είναι άχρηστα:

Μας φτάνει που ξέρουμε
πως πάμε κατά διαόλου.
Κάτι διαφορετικό απ’ αυτό
και θα μας έπιανε ο πανικός.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Ένα βιβλίο φωτογραφιών αποτυπώνει την αισθητική του Wes Anderson

Το βιβλίο ονομάζεται “Accidentally Wes Anderson” και τη διαλογή των φωτογραφιών έχει κάνει ο ...

Εκδήλωση με θέμα Λογοτεχνία και Μετάφραση

Ο Σύλλογος Διγλωσσίας Κύπρου και το Σπίτι της Συνεργασίας, με την υποστήριξη του Προγράμματος ...

H Κύπρια συγγραφέας Κωνσταντία Σωτηρίου νικήτρια του Βραβείου Διηγήματος της Κοινοπολιτείας 2019

Η συγγραφέας Κωνσταντία Σωτηρίου αναδείχθηκε η μεγάλη νικήτρια του μεγαλύτερου διεθνούς λογοτεχνικού διαγωνισμού στον ...

Φωτογραφία Γάμου – H εικονική απόδειξη της ευτυχίας

Γράφει η Mαρία Aποστολίδου Το βιβλίο του Φώτη Kαγγελάρη “Φωτογραφία Γάμου” επιδιώκει μέσα σε ...

“Knowing One’s Place” του Νικόλα Καρύδη

Το βιβλίο του Νικόλα Καρύδη, Knowing One’s Place, είναι η οικογενειακή και προσωπική διαδρομή ...

Ο Κ. Κρομμύδας μιλά για το νέο του βιβλίο “Μυρωδιά από σανίδι”

Λίγο προτού φτάσει στη χώρα μας για να παρουσιάσει το βιβλίο του σε Λευκωσία, ...

X