«Κρίνει φίλους ο καιρός, ως χρυσόν το πυρ»

Κατά κανόνα, σε χώρες όπως η Κύπρος και η Ελλάδα, οι ποιητές του πολιτισμού για να «υπάρξουν δημόσια» πρέπει να συγχρωτιστούν με την πολιτική, την οικονομική και την πολιτιστική εξουσία. Ποιητής ο οποίος δεν διαθέτει την ικανότητα συναναστροφής – συναλλαγής με τους εκπρόσωπους αυτών των εξουσιών έχει λίγες πιθανότητες προβολής του έργου του, ιδιαίτερα μετά θάνατον.

Στον αντίποδα αυτής της, τρόπον τινά, «τεχνητής λήθης» βρίσκονται οι φίλοι του ποιητή, που με την αγάπη και το ενδιαφέρον τους για το έργο του το επαναφέρουν στο προσκήνιο και το παρουσιάζουν στο κοινό ζωντανεύοντάς το εκ νέου. Απόδειξη, η ατομική έκθεση του Δανιήλ, ενός από τους πιο σημαντικούς ζωγράφους της γενιάς του ’60 που οργανώθηκε στην γκαλερί Ρόμα. (1)

Ο Δανιήλ γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας το 1924 και απεβίωσε στην ίδια πόλη το 2008. Φοίτησε αρχικά στην Ιατρική Σχολή της Αθήνας, την οποία παράτησε σύντομα για να γραφτεί στη Σχολή Καλών Τεχνών ως μαθητής του Παρθένη. Μετά το τέλος των σπουδών του έφυγε με υποτροφία του ΙΚΥ για το Παρίσι όπου παρέμεινε πάνω από πενήντα χρόνια δουλεύοντας αδιάκοπα. Στις αρχές του 2000 μετακόμισε μόνιμα στην Αθήνα.

«Υπήρξε φίλος και συνεργάτης του ριζοσπάστη θεωρητικού και κριτικού τέχνης Pierre Restany, εισηγητή του Nouveau Réalisme, δηλαδή της ευρωπαϊκής, στοχαστικής απάντησης στην ιλαρή ελαφρότητα της αμερικανικής pop art. Είναι πάντως απολύτως ενδεικτικό ότι ο Δανιήλ, όπως εξάλλου κι ο επιστήθιος συνοδοιπόρος του Βλάσης Κανιάρης, έζησε και δημιούργησε παράλληλα με τα σύγχρονά του κινήματα, δηλαδή το Informel, την Art Mécano, την Arte Povera, την ομάδα Support – Surface, τον Minimalisme, χωρίς ποτέ να προσχωρήσει απολύτως σε αυτά αλλά επιμένοντας σταθερά στην καλλιτεχνική του ανεξαρτησία. [….] Αντίθετα προς οποιονδήποτε άλλο, ο Δανιήλ από τα πρώτα ώς τα έσχατα έργα του, από τις σπουδαστικές του τέμπερες ώς τις υποβλητικές αφηρημένες συνθέσεις του ’80 δεν διαπραγματεύεται το φως εικαστικά αλλά οντολογικά. Το δημιουργεί ex nihilo ως υλική αλλά και συγχρόνως απόλυτα πνευματική κατάκτηση. Ο Δανιήλ προϋποθέτει το φως ως χωρική αξία, το κατασκευάζει σαν μηχανικός φωτός, το ανασκάπτει σαν αρχαιολόγος του, το γεννά μέσα από τις σκιές σε τρόπον ώστε ο υλικός τοίχος από τον οποίο εξαρτώνται τα έργα του, να μην είναι ένα όριο, το πέρας του κόσμου αλλά να είναι η αρχή ενός άλλου. Από εκεί εκκινεί ο προβληματισμός του, αυτό είναι το θέμα του έργου του, ο τοίχος που κρατάει τον πίνακα και ο πίνακας που τρυπάει με αισθητική βιαιότητα τον τοίχο. Εκπροσωπώντας ο ένας μία φυσική τάξη ενώ ο άλλος μία αισθητική εξουσία». (2)

Βραδέως μεν φίλος γίγνου, γενόμενος δε, πειρώ διαμένειν. (3)

Η γνωριμία μας μετατράπηκε σε φιλία το 1973, όταν μετακόμισα από τη Ρώμη στο Παρίσι. Εκείνη την περίοδο άρχισε να τον απασχολεί η «επιστροφή της ζωγραφικής στον τοίχο» και να φτιάχνει τα πρώτα έργα με τις λινάτσες, τα οποία συνέχισε να ερευνά ώς το τέλος.

«Σε μια εντατικά δημιουργική περίοδο της αισθητικής του περιπλάνησης κι αναζήτησης, ο Δανιήλ δεν αρκείται πια στο να ερευνά και να δείχνει τους κινδύνους και τα τερατώδη θαύματα (τα τέρατα και τα σημεία) της τεχνοκρατικής εξάπλωσης ή να «πληγώνει» τα πεταμένα, τυποποιημένα αντικείμενα (χαρτονένια κουτιά, κ.λπ.), τα απορρίμματα της καταναλωτικής κοινωνίας και να σημειώνει πάνω στα υπολείμματα τα απωθημένα, κρυμμένα τραύματα του «μοναχικού πλήθους» της συλλογικότητας.

Επιχειρεί, εκείνη την εποχή, μια όλο και πιο καταλυτική ιδιότυπη αφαίρεση που αγγίζει όχι μόνο τους κυρίαρχους αναπαραστατικούς κώδικες ή τα συνθετικά, δομικά ή χρωματικά στοιχεία, αλλά και τις ίδιες τις υλικές προϋποθέσεις της ζωγραφικής. Τον απασχολεί, ακόμη, το θεμελιακό για τις εικαστικές τέχνες πρόβλημα της εξέλιξης και των μεταμορφώσεων του «φορητού πίνακα» που συσχετίζεται με τη σημερινή αγοραστική «υπεραξία» της ζωγραφικής, μια κοινωνική προσέγγιση και ανάλυση της καλλιτεχνικής παραγωγής και του εμπορίου της τέχνης, ο τοίχος με τις πολλαπλές του σημασίες κ.λπ.

Με την εργασία του «ενδυναμώνει» την υλική «βάση» της ζωγραφικής του -τη λινάτσα (το καναβάτσο)- και την κάνει ικανή να αντιστέκεται όπως η ίδια η ύλη στη βίαια επίθεση του φωτός που εκφράζει την ενέργεια ». (4)

Ου μάντιδα δάφνην, ουδέ παγάν λαλέουσαν

… έγραψε στον τελευταίο του πίνακα και «επίσημα» σταμάτησε να ζωγραφίζει. Παρ’ όλα ταύτα, δεν έπαψε στιγμή να μουσκεύει τα πινέλα του σε ζουμερά χρώματα και την πένα του σε «καυτό» μελάνι. Ζωγράφιζε «για να ξεκουραστεί», ακόμα κι όταν τον απασχολούσε το αφαιρετικό κενό της λινάτσας. Αντέγραφε στα ημερολόγιά του πίνακες του Γκρέκο, του Γκόγια, του Σεζάν, του Ματίς και μελετούσε το φως σε τοπία και πορτρέτα, χρησιμοποιώντας μάλιστα αρκετές φορές τον εαυτό του για μοντέλο, ιδιαίτερα κατά τη νεανική περίοδο της δουλειάς του. Διαβάζοντας τα ημερολόγιά του, ανακαλύπτω ότι περιγράφοντας ζωγραφίζει, συνθέτει ακούσια μια ακόμα αυτοπροσωπογραφία αντικαθιστώντας το χρώμα με το συναίσθημα, τη φόρμα με τις λέξεις, την εκφραστικότητα του προσώπου και την ανησυχία του χαρακτήρα του, με μικρές εξομολογήσεις.

1168. Μερικά βράδια είμαι μόνος στο σπίτι. Σκέπτομαι ότι ένα μεγάλο μέρος της ζωής το πέρασα μέσα σε τέσσερους τοίχους. Την ημέρα όμως, που δουλεύω στο ατελιέ, οι τοίχοι εξαφανίζονται. Μπροστά στο έργο νοιώθω να μεταφέρομαι σε χώρους χωρίς όρια, όπου ο χρόνος δεν ρέει και το κορμί είναι ένα χέρι και δυο μάτια.

1190. Η λινάτσα με τα πολλά άσπρα ανοίγματα που ήταν μέρες στάσιμη, σήμερα η ανθισμένη κερασιά μου έδωσε την όρεξη να τη φέρω σε καλό σημείο. Μετά από προηγούμενες λινάτσες με σκούρες αποχρώσεις, ένιωσα την ανάγκη να βγω στο ξέφωτο.

1135. Στα καφετιά, κόκκινα, πράσινα, μπλε χρώματος ερείπια, χτίστηκε η πρασινοκαφετιά κόκκινη λινάτσα. Επιτέλους. Κλάδεψα τα καρποφόρα δέντρα του κήπου ανεβαίνοντας στα κλαδιά σαν κατσίκι. Όσο θα μπορώ να ανεβαίνω στα δέντρα, δεν θα γεράσω. (5)

Γνώρισα στη ζωή μου ανθρώπους άξιους, γυναίκες και άντρες. Μάστορες της ύλης, τεχνίτες του πνεύματος, γητευτές της γλώσσας. Υπάρξεις που έβαλαν την Τέχνη πάνω από την εφήμερη επιτυχία και τον Μαμωνά, αφιερώνοντας τη ζωή τους στην αξιοσύνη. Δίχως ανταλλάγματα. Ένας από αυτούς είναι ο Δανιήλ.

Όποτε τους θυμάμαι, σκέφτομαι πως τα λουλούδια της κερασιάς με το λεπτό άρωμά τους έχουν τη δύναμη να δαμάσουν την αγριάδα των ανέμων.

1. Δανιήλ. Πρώτη έκθεση: «Τα νεανικά έργα»: 22.04-14.06. Δεύτερη έκθεση: «Η ωρίμανση» 17.06-06.09. Γκαλερί Ρόμα, οδός Ρόμα 12, Αθήνα.

2. Μάνος Στεφανίδης. «Danil, Φως, η φυσική και η μεταφυσική του». Απόσπασμα από το κείμενο του κατάλογου που εξέδωσε η γκαλερί Ρόμα στο πλαίσιο των δύο ατομικών εκθέσεων.

3. Μη βιάζεσαι να γίνεις φίλος, άλλα όταν γίνεις, προσπάθησε να παραμείνεις. Ισοκράτης.

4. Αντρέας Παγουλάτος. Απόσπασμα από τη μελέτη, «Άπειρος ορίζοντας και αφαιρετική ιδιοτυπία στο έργο του Δανιήλ». 1983

5. Επιλογή από ανέκδοτα ημερολόγια του Δανιήλ.

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Καλοκαιρινή αργία στο σπίτι

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Βράδυ και στο Τρίτο Πρόγραμμα παίζει το Summertime, από το ...

Νάγκι Γκούμπα* Μέρος Β’

Πρωί-πρωί φόρτωσα το έργο στο τζιπ και ξεκίνησα για το Νάγκι Γκούμπα με την ...

Ελεγεία για μια χαμένη πρωτεύουσα

Σε διάλεξή του στη σχολή αρχιτεκτονικής της Ρώμης το 1969, ο Bruno Zevi* κριτικάροντας ...

Συνάντηση με τον Μανόλη Κορρέ |Μέρος A’

Μια συζήτηση με τον αρχιτέκτονα, καθηγητή Μανόλη Κορρέ είναι αναπόφευκτο είναι αναπόφευκτο να περιστραφεί ...

Στη ράχη μιας λεοπάρδαλης [Μέρος Β’]

Στη ράχη μιας λεοπάρδαλης [Μέρος Α’] Ο Γρηγόρης παντρεύτηκε στο βουνό. Λένε πως μόλις ...

Η Πιετά κι εγώ

Το πιο κάτω περιστατικό περιγράφεται σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου «Αν δεις τον ...

X