Περιμένοντας τον Γκοντό

Συγγραφέας: Σάμιουελ Μπέκετ

Σκηνοθεσία: Κώστας Σιλβέστρος

Θέατρο Αντίλογος

«Εστραγκόν: Δεν γίνεται τίποτα.

Βλαντιμίρ: Αυτό αρχίζω να πιστεύω κι εγώ».

Η αρχή του έργου που αναδιαμόρφωσε το θέατρο του 20ού αιώνα συμπυκνώνει ολόκληρη την ουσία του, παρά τη δίωρη σχεδόν διάρκειά του. Δύο εξοστρακισμένοι και κοινωνικά αόρατοι «αλήτες», χωρίς να κουβαλούν οποιαδήποτε βιογραφία ή ιστορία, βρίσκονται σε έναν «εξοχικό δρόμο με δέντρο, σούρουπο». Τοποθετημένοι σε ένα άχρονο περιβάλλον, σε έναν τόπο που δεν φέρει κανένα γεωγραφικό, εθνικό ή άλλο χαρακτηριστικό, περιμένουν τον Γκοντό. Δεν είναι σίγουροι ποιος είναι και τι περιμένουν από αυτόν, ξέρουν όμως ότι πρέπει να τον περιμένουν και αυτό είναι αρκετό. Είναι απόλυτα εξαρτημένοι ο ένας από τον άλλον γιατί έτσι γίνεται πιο υποφερτή η αναμονή και λιγότερο βασανιστική η πάροδος του χρόνου, ακριβώς όπως η συντροφικότητα στη ζωή κάνει πιο υποφερτή τη ματαιότητα τη ανθρώπινης ύπαρξης και την αναμονή του θανάτου. Με τη σωματική σημειολογία και τη θλίψη των κλόουν, υποδύονται ρόλους και παίζουν παιχνίδια: προσποιούνται ότι φεύγουν, ότι χωρίζουν, ότι τσακώνονται, ότι συμφιλιώνονται, ότι αγαπιούνται, ότι σκέφτονται, ότι είναι ευτυχισμένοι. Ό,τι επινοούν βοηθά στο να κινηθεί ελάχιστα ο χρόνος και να βρεθούν λίγο πιο κοντά στον υποτιθέμενο Γκοντό. Μέχρι το βράδυ ένα αγόρι ανακοινώνει τη μη έλευσή του, αλλά διαβεβαιώνει για την αυριανή του παρουσία. Οι δυο τους θα βρίσκονται και πάλι στο ίδιο σημείο την επόμενη μέρα, χωρίς να θυμούνται ότι ήταν εδώ την προηγούμενη.

«Βλαντιμίρ: Λοιπόν, φεύγουμε;

Εστραγκόν: Πάμε. (Δεν σαλεύουν)».

Το έργο κλείνει κυκλικά, όπως ακριβώς αρχίζει· οι δυο τους, αμετακίνητοι, σε μια αέναη κατάσταση αναμονής και αμνησίας. Η «ιλαροτραγωδία σε δύο πράξεις», που αποδομεί όλα τα σημεία και τους κώδικες του θεάτρου, χαρακτηρίζεται από στατικότητα, ακινησία και επαναληπτικότητα η οποία, ωστόσο, δεν δείχνει ποτέ να είναι η ίδια. Η κυκλικότητα αυτή, με τους ηθοποιούς να περιστρέφονται διαρκώς μπαίνοντας και βγαίνοντας από τη σκηνή, χωρίς στην ουσία να πηγαίνουν πουθενά, αρνείται και οποιαδήποτε εκλογίκευση, λύση ή συγκεκριμένη ερμηνεία, αφού το τέλος μένει διαρκώς ανοιχτό και ανολοκλήρωτο.

Το «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Ιρλανδού νομπελίστα Σάμιουελ Μπέκετ, ένα έργο που αντηχεί το υπαρξιακό κενό που άφησε πίσω του ο Β’ ΠΠ και σηματοδοτεί την απαρχή του θεάτρου του παραλόγου, έχει δεχθεί τόσα είδη αναλύσεων (θεατρολογικές, ανθρωπολογικές, φιλοσοφικές, ψυχολογικές κ.λπ.) και τόσες σκηνικές αναγνώσεις, που αναρωτιέται κανείς τι καινούργιο θα μπορούσε να φέρει μια νέα ανάλυση ή μια νέα σκηνική ερμηνεία. Ο Κώστας Σιλβέστρος επιλέγει να ενταχθεί με τη δική του φωνή στη γεωγραφία της μπεκετικής επικράτειας με μια αναμφισβήτητα πρωτότυπη, αν και διασκευασμένη, ανάγνωση του έργου. Πιστός στον Μπέκετ κατά το ήμισυ, αφού αφαιρεί το δεύτερο αλλά εξίσου σημαντικό «εν κινήσει» ζεύγος του εξουσιαστή-εξουσιαζόμενου Πότζο και Λάκυ, ο σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται τη συνθήκη της διαρκούς αναμονής που προσφέρει το έργο για να δημιουργήσει μια γέφυρα επικοινωνίας, μια αντιστοιχία ή μια αναλογία με την σχεδόν πεντηκονταετή αναμονή των δύο κοινοτήτων, ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής, για επίλυση του εθνικού ζητήματος.

Ο ευφυώς επιλεγμένος χώρος στον οποίο τοποθετεί το έργο δημιουργεί, στην ουσία, μια site-specific παράσταση. Το Σπίτι της Συνεργασίας φέρει από μόνο του ένα σημασιολογικό φορτίο που εξαρχής προϊδεάζει τον θεατή. Η θέα, όμως, από την ταράτσα είναι αποστομωτική. Η Λευκωσία, «κατεχόμενη» και «ελεύθερη», σε μια καθολική, σφαιρική οπτική 360 μοιρών και εμείς, οι θεατές, τοποθετημένοι κυριολεκτικά πάνω στη νεκρή ζώνη, ανάμεσα σε σημεία ελέγχου και σημαίες, σε έναν τόπο ουδέτερο, σε έναν μη τόπο. Δίπλα από το Σπίτι ένα εγκαταλελειμμένο αρχοντικό με σπασμένα τζάμια και φουσκωμένους γεώσακους να ξεπροβάλλουν από παντού, αφήνοντας τον χρόνο σταματημένο στο τότε. Απέναντι, το αρχιτεκτονικό αριστούργημα του Λήδρα Παλάς, αφημένο στις εύθυμες διαθέσεις και φωνές των «ειρηνευτικών» δυνάμεων. Και γύρω μας ο απόηχος της ζωής που συνεχίζεται, και απ’ εδώ, και απ’ εκεί. Σε αυτή την ουδέτερη ζώνη όπου ο χρόνος φαίνεται να έχει μείνει αμετακίνητος, σε αυτό το ήδη υπάρχον σκηνικό, η Θέλμα Κασουλίδου στήνει το δικό της σκηνικό, κρατώντας το σούρουπο και τη γυμνή κλαίουσα ιτιά, αλλά προσθέτοντας ένα φυλάκιο, λίγους γεώσακους και σκορπισμένα μαθητικά τετράδια των δύο κοινοτήτων, με το αναγνωρίσιμο, για τους Ελληνοκύπριους, «Δεν ξεχνώ». Σε αυτό το διπλό σκηνικό, ο Κώστας Σιλβέστρος τοποθετεί τους δικούς του Βλαντιμίρ και Εστραγκόν. Είναι οι δύο καπελοφόροι παρίες που ζητά ο Μπέκετ, απόκληροι και περιθωριοποιημένοι, ωστόσο εδώ αποκτούν σαφή εθνικά χαρακτηριστικά: είναι ένας Ελληνοκύπριος και ένας Τουρκοκύπριος (ή δύο Κύπριοι), των οποίων η επικοινωνία ή μη επικοινωνία έρχεται μέσα από τις δύο διαφορετικές γλώσσες/διαλέκτους των δύο κοινοτήτων, χωρίς ποτέ να υπερισχύει η μία της άλλης, αναμένοντας και αυτοί τη σωτήρια έλευση του Γκοντό. Στην παράσταση του Κώστα Σιλβέστρου, ωστόσο, μεταμορφώνονται, αναπόφευκτα, σε σύμβολα μιας εθνικής κατάστασης σε στασιμότητα και των δύο κοινοτήτων που αναμένουν, από τον προηγούμενο αιώνα, μια λύση που δεν έρχεται ποτέ. Όπως σε αυτούς, έτσι και στις δύο κοινότητες, η επανάληψη και το αδιέξοδο δημιουργούν μια εφησυχαστική συνήθεια και μια αποχαύνωση. Κάθε σούρουπο βρίσκονται στο ίδιο σημείο «καρτερώντας» τον Γκοντό, μέχρι η ελπίδα να ματαιωθεί και να ανανεωθεί για την επόμενη μέρα. Όπως ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν, έτσι και οι δύο κοινότητες φαίνεται να υποφέρουν από ένα είδος αμνησίας, όπου όλα δείχνουν να συμβαίνουν για πρώτη φορά και να βρίσκονται, διαρκώς, στο σημείο μηδέν.

Η ανάγνωση του Κώστα Σιλβέστρου απορρίπτει το ζεύγος Πότζο και Λάκυ -η σχέση των οποίων κουβαλά όλο το βάρος των κοινωνικών και ταξικών συγκρούσεων- και τους αντικαθιστά, αν και όχι ισοβαρώς, με ήχους και σκηνικά αντικείμενα έξω από τον μπεκετικό κόσμο. Ένα παλιό ραδιόφωνο γίνεται το σημείο όπου οι δύο απόκληροι εναποθέτουν τις ελπίδες τους, ενώ αυτό αναπαράγει ένα ηχητικό τοπίο (Αντώνης Αντωνίου) οικείο και στις δύο πλευρές. Ο εξουσιαστής Πότζο αντικαθίσταται από τις φωνές των «εξουσιαστών» των δύο κοινοτήτων, από τις φωνές πολιτικών και θρησκευτικών ηγετών, από τις φωνές των διαμεσολαβητών. Αντίστοιχα, ο λεκτικός καταρράκτης του Λάκυ αντικαθίσταται από ένα πότε οικείο και πότε ανοίκειο μουσικό συνονθύλευμα. Και ενώ τα σκηνικά αντικείμενα στο έργο του Μπέκετ εμφανίζονται και εξαφανίζονται χωρίς να αφήνουν ίχνη, οι προσθήκες του Κώστα Σιλβέστρου -οι μουσικές παρεμβολές, η κιθάρα, τα νανουρίσματα, το θέατρο σκιών που υπενθυμίζει στον θεατή ότι παρακολουθεί τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν να «παίζουν θέατρο»- αφήνουν αναπόφευκτα έναν συγκεκριμένο απόηχο και ένα σαφές νόημα, αποδυναμώνοντας το ανοίκειο αίσθημα που αφήνει το πρωτότυπο έργο του Μπέκετ.

Αν λοιπόν επιχειρήσει κανείς να δει την «κυπριακή» εκδοχή του Γκοντό ως μια νέα σκηνική ανάγνωση του μπεκετικού έργου, θα ανακαλύψει ότι η παράσταση μάλλον προδίδει την ουσία του πολλαπλώς. Το άχρονο, μη γεωγραφικό, μη εθνικό και μη ιδεολογικό τοπίο αποκτά μια σαφή χρονικότητα, γεωγραφία, εθνικότητα και ιδεολογία. Οι παράλληλοι μονόλογοι του Βλαντιμίρ και του Εστραγκόν οι οποίοι, ενώ μιλούν την ίδια γλώσσα, αδυνατούν να επικοινωνήσουν, αιτιολογούνται εδώ με την ύπαρξη δύο διαφορετικών γλωσσών. Οι μουσικές παρεμβολές αφήνουν μικρές δόσεις μελοδραματικότητας να εισβάλουν ως ξένο σώμα στην ουσία της δομής του θεάτρου του παραλόγου. Και κυρίως, η ανάγνωση αυτή προσφέρει ευθύς εξαρχής την ερμηνεία του Γκοντό, ενώ δίνει απαντήσεις στα αναπάντητα ερωτήματα και το ανολοκλήρωτο τέλος του έργου, στενεύοντας ασφυκτικά την ευρυχωρία του μπεκετικού σύμπαντος: ο Γκοντό είναι η λύση που δεν έρχεται και που ίσως δεν θα έρθει ποτέ. Αλλά εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο από το να περιμένουμε.

Αν, ωστόσο, απομονώσει κανείς τη συνθήκη που προσφέρει το έργο (η αναμονή των δύο) και δει την παράσταση όχι ως μια νέα πρόταση του «Περιμένοντας τον Γκοντό», αλλά ως ένα σχόλιο στην υπάρχουσα κατάσταση, τόσο του εθνικού ζητήματος όσο και των δύο κοινοτήτων, τότε ό,τι γίνεται και λέγεται στη σκηνή βρίσκει φυσικά τη θέση του στην παράσταση και νοηματοδοτείται ευφυώς από τη διασκευή του Κώστα Σιλβέστρου και την εξαιρετικά ρέουσα αλλά και πιστή μετάφραση της Μαρίας Σιακαλλή: ο σχεδόν μισός αιώνας αναμονής (και όμως υπάρχει στο πρωτότυπο κείμενο), οι «φωνές των πεθαμένων», οι δύο απόκληροι που όπως και οι δύο κοινότητες αδυνατούν να συμβιώσουν αλλά αδυνατούν και να χωρίσουν, η βασανιστική πάροδος του χρόνου, η αποχαυνωτική επανάληψη, τα «παιχνίδια» που επινοούν για να περνούν καλά, η αποτυχία ουσιαστικής επικοινωνίας τους ως σύμβολο του αδιεξόδου των συνομιλιών. Οι αντιστοιχίες είναι ανέλπιστες και καταιγιστικές. Και γίνονται έκδηλες χάρη στις ερμηνείες των δύο ηθοποιών, του Izel Seylani και του Γιώργου Κυριάκου, οι οποίες καθοδηγούνται με ακρίβεια και οξυδέρκεια από τον σκηνοθέτη. Με κυρίαρχα τα στοιχεία της φάρσας, του slapstick και του βωβού κινηματογράφου, οι δύο ηθοποιοί εγγράφουν στη σωματική κίνηση και έκφρασή τους όλη την ουσία των δύο χαρακτήρων του Μπέκετ, χωρίς οι ίδιοι να επιχειρούν οποιονδήποτε συσχετισμό με το κυπριακό ζήτημα, αφού αυτός προκύπτει αβίαστα μέσα από τον ίδιο τον χώρο και τη γλώσσα. Η σκηνική τους χημεία, το σωματικό τους δέσιμο, η ταχύτατη εναλλαγή διαλόγων που έρχεται με τέτοια φυσικότητα που σχεδόν απαλείφει τις διαφορές των δύο διαλέκτων και τονίζει το ηχητικό τους συνταίριασμα, η εκπληκτική ικανότητά τους να εντάσσουν τους κάθε φορά διαφορετικούς εξωτερικούς ήχους στην παράσταση (καμπάνες, η φωνή του χότζα, τα γαβγίσματα των σκύλων, οι μουσικές και οι φωνές από τα κέντρα διασκέδασης) δημιουργούν δύο μοναδικές ερμηνείες οι οποίες δίνουν μια, «στρεβλή» μεν, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δε, ερμηνεία στον «Κύπριο» Γκοντό. Παρά την «βασανιστική» διάρκεια της παράστασης που προφανώς, μέσα από την επαναληπτικότητά της, αντανακλά τη βασανιστική πάροδο του χρόνου για τους δύο μπεκετικούς (αντι-)ήρωες, ο Κώστας Σιλβέστρος παρουσιάζει, σε ουδέτερη ζώνη, μια κατάσταση παγιωμένη, ακινητοποιημένη, σχεδόν νεκρή. Η διασκευή του μετατρέπει το υπαρξιακό ερώτημα του Μπέκετ σε ένα βαθιά πολιτικό, χωρίς κομματικό απόηχο, σχόλιο. Ο Γκοντό μπορεί να αργήσει να έρθει, ίσως, ακόμη, και να μην έρθει ποτέ. Η ουσία, όμως, είναι τι κάνουμε εμείς «περιμένοντας».

  • Μαρία Χαμάλη

    Η Μαρία Χαμάλη είναι φιλόλογος και κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος Θεατρικών Σπουδών του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

You May Also Like

Janusz Korczak: Ο «γέρο-δόκτωρ»

Οι δράσεις των Αποθηκών του ΘΟΚ για την περίοδο 2019-2020 εμπνέονται από τη ζωή ...

To σαλόνι των ξένων: Πέντε μικροί ξένοι

Σύλληψη / σκηνοθεσία: Παναγιώτης Λάρκου Σχεδιασμός φωτισμού: Σταύρος Ευλαμπίου Μουσική: Χάρης Ιωάννου Ερμηνεύουν: Βασιλική ...

Θαμμένο Παιδί

Συγγραφέας: Σαμ Σέπαρντ Σκηνοθεσία: Αθηνά Κάσιου (Open Arts) Η αποκαθήλωση της «αγίας» αμερικανικής οικογένειας ...

Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

Μετάφραση/σκηνοθεσία: Βαρνάβας Κυριαζής Ερμηνεύουν: Βαρνάβας Κυριαζής, Ελεονώρα Βασιλείου, Μαρία Μιχαήλ, Λοΐζος Παπαγεωργίου, Αστέρω Κυπριανού, ...

O Φάρος, του Κόνορ Μακφέρσον

Γράφει η Μαρία Χαμάλη O «Φάρος» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη έχει αδυναμίες, οι οποίες ...

ΓΚΙΑΚ

Συγγραφέας: Δημοσθένης Παπαμάρκος Διασκευή-Σκηνοθεσία: Γεωργία Μαυραγάνη Σκηνικά-Κοστούμια: Άρτεμις Φλέσσα Φωτισμοί: Τάσος Παλαιορούτας Μουσική σύνθεση-Αυτοσχεδιασμοί: ...

X