H Κουτάλα η Λουκκοτούα η Υποδόχη του Κόσμου

Ήταν μεσημέρι Δευτέρας, έξω από τη Μελίνη, σε μια πλαγιά κάτω από τον δρόμο. Στο ίδιο σημείο που κατέβηκαν οι εθελόντριες διάσωσης ζώων σταμάτησε κι ένα συνεργείο τηλεοπτικού σταθμού. Η μεγαλύτερη αγωνία μας ήταν μην βρούμε σκύλους που κάηκαν ζωντανοί. Οι πόρτες των κλουβιών τους ήταν ανοιχτές και τα κολάρα περασμένα στο μεταλλικό πλέγμα των κλουβιών που σήμαινε ότι τους άνοιξαν να φύγουν. Δεν έγινε το ίδιο με τα άλλα ζώα – κότες, κουνέλια και μικρά γουρουνάκια. Τα τελευταία τουμπανιασμένα, οι κότες γερμένες, θα ’χαν λιποθυμήσει πρώτα, και τα κουνέλια απανθρακωμένα αλλά όρθια, σε στάση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως στάση αναμονής. «Θέλετε να μας κάμετε μια δήλωση;» ρωτούσε η δημοσιογράφος που κρατούσε το μικρόφωνο. Όλες απάντησαν απρόθυμα, «όχι». «Μπορείτε να δείτε μόνοι σας», τους είπαμε, «απλά προσέχετε πού πατάτε». «Όι, όι, εν αντέχω», είπε η δημοσιογράφος. Στη σκηνή σταμάτησε και κάποιος άλλος, δεν ήρθε με αυτοκίνητο, έμοιαζε διαβάτης του δρόμου αποσπερίτης, μας μίλησε χωρίς να τολμά να μας απευθύνει τον λόγο, σαν να ήμασταν επίσημοι κι αυτός ανεπίσημος, εμείς έγκυροι κι εκείνος άκυρος, εμείς της γνώσης κι εκείνος αχάπαρος. Είχε την πλάγια ματιά και τον αποσπασματικό λόγο που δεν προσδοκά να εκληφθεί ως κάτι άλλο από ένα σχόλιο. Είχε την πλάγια ύπαρξη και την ανοικονομική βραδύτητα στην κίνηση που έχουν οι άνθρωποι που οι άλλοι αποτιμούν ως «του χαμού». Το είδος άντρα που δεν άδραξε την ευκαιρία και δεν κεφαλαιοποίησε τίποτε στη ζωή του, αυτού. «Εν τζι είδετε καμιά σσιυλλούα;» «Όχι», απαντήσαμε, «αλλά πρέπει να ρωτήσετε στο… στο…», κι αρχίσαμε να απαριθμούμε ονόματα καταφυγίων. Συνέχισε να μιλά σαν να μιλούσε μόνος του, κανένα ενδιαφέρον να πάρει πληροφορίες και τηλέφωνα. «Μια μπικολούα, μια μαυρούα, που κάτω έσιει λλίον άσπρο». «Να δηλώσετε ότι την εχάσετε», του είπαμε, «έσιετε φωτογραφία της;» «Μα εν τζι ήταν δική μου», είπε, και πάλι χωρίς να ακούγεται ότι έδινε απάντηση, «έτο έρκετουν κάθε νύχτα τζι ετάιζα την, ήταν λλίον η παρέα μου». Έφυγε όπως ήρθε, χωρίς σημεία στίξης. Για τη δημοσιογράφο σαν να μην είχε υπάρξει, εξάλλου μιλούσε σαν να μην ήξερε τι ήθελε.

Στην πλατεία της Μελίνης ήταν άλλα δυο τηλεοπτικά συνεργεία. Το καθένα είχε «πετύχει» τον σωστό αυτόπτη μάρτυρα: συγκροτημένo ως παθόντα, με ικανότητα στη γραφική περιγραφή, με αυτοσυνειδησία της σημασίας του και της σημασίας του λόγου του, καμιά σχέση με τον άνθρωπο του χαμού. Τα τηλεοπτικά συνεργεία ήθελαν ανθρώπους με στίξη. «Πώς αντικρίσατε..;», ήταν συστηματικά η πρώτη ερώτηση. Τι είναι αυτό που εγκυροποιεί την καταστροφή όταν διαμεσολαβείται από την αφήγηση ενός μάρτυρα; Η αναμετάδοση της καταστροφής σε δελτία ειδήσεων φαίνεται πιο πειστική όταν συνοδεύεται από αφηγήσεις. Το πρώτο είδος αφηγήσεων είναι από άτομα που ξεσπούν σε κλάμα, φαίνονται συντετριμμένα από την οδύνη, χάνουν τα λόγια τους, συνήθως γυναίκες που παρουσιάζονται σε κατάσταση «υστερίας»: όπως η υστέρα, όπως η μήτρα, είναι τα ίδια τα άτομα μια παράθεση του σώματος, του κατεστραμμένου σώματος, του τραύματος σε συγχρονική μετάδοση. Είναι πειστικά ως δείγματα (specimen) και ενδιαφέρει η κατάστασή τους παρά ο λόγος τους. Είναι α-κίνητα από την καταστροφή και γι’ αυτό καλές μήτρες συγκίνησης των θεατών. Το δεύτερο είδος αφηγήσεων είναι από άτομα που βάζουν μια κάθετη γραμμή μετά την καταστροφή και μπορούν να σειροθετούν γραμμικά και να συνδέουν αιτιακά τα αντικείμενα της περιγραφής τους. Είναι τα άτομα που διαχωρίζουν τα σημαντικά από τα ασήμαντα, έχει αρχή και τέλος, φόντο και κεντρική σκηνή η περιγραφή τους. Συνήθως διαγράφουν τον εαυτό τους ως πρωταγωνιστή και ως νικητή. Μπορεί να μην νίκησαν τις φλόγες, καταφέρνουν όμως, και μάλιστα μπροστά μας, μπροστά στην κάμερα, να διαχωρίσουν αυτό που έγινε από αυτό που θα ακολουθήσει: ανασυγκρότηση, μετασχηματισμός, μια νέα εκδοχή της χώρας, ένας νέος δυναμικός άνθρωπος. Είναι αυτοί που βοηθούν το ακροατήριο να βγει νικητής από τις ειδήσεις: να εμβυθιστεί πρώτα στη συγκινησιακή μήτρα για να νιώσει ότι τον είναι κι αυτός σώμα, ζώα, δέντρα, χώρα, ζωντανός, και μετά να πετάξει πίσω σαν άχρηστη ύλη και αποκείμενη τη μήτρα, την υποδόχη. Η δουλειά της, όπως περιγράφεται στον Τίμαιο του Πλάτωνος, είναι να θρέφει χωρίς να συμμετέχει, κι όσο άμορφη είναι τόσο πιο καλά θα δημιουργηθούν τα εκμαγεία για να πάρουν μορφή οι ιδέες του κόσμου.

Η προγραμματισμένη επίσκεψη της προέδρου της Ευρωπαϊκης Επιτροπής Ursula von der Leyen συνέπεσε με την καταστροφική πυρκαγιά στην ορεινή Λεμεσό και την ορεινή Λάρνακα. Ειρωνικά, το δρομολόγιο των επισκέψεων και των συναντήσεων που είχε, της συγκινησιακής εμβύθισής της στον τόπο της καταστροφής και την άλλη μέρα της συμβολαιϊκού τύπου ομιλίας της στον τόπο της προόδου, εμπέδωσε δραματουργικά το σύνθημα «να μετατρέψουμε την κρίση σε ευκαιρία». Σαν μια χριστιανική αφήγηση όπου μετά το μαρτύριο θα ακολουθήσει η λύτρωση, το λαβωμένο σώμα θα ταφεί και το πνεύμα θα κατεβεί, να μιλά σε όλες τις γλώσσες των εθνών, την επίσκεψη στην Ορά την Τετάρτη ακολούθησε η επίσκεψη στο Πανεπιστήμιο Κύπρου την Πέμπτη όπου ανακοινώθηκε η ολοκλήρωση του Κυπριακού Εθνικού Προγράμματος Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και η έγκριση από την Επιτροπή του προγράμματος και της εισροής των 1,2 δις στην Κύπρο. Το οδοιπορικό ανακεφαλαίωσε το πέρασμα από συν-αίσθημα (affect) σε λόγο, από υλικότητα που υποφέρει σε ψηφιακότητα που πρωτοπορεί, από απώλεια σε οικονομία ανάπτυξης, από το καμένο τοπίο στο New Generation Europe. Και κάπως έτσι η συζήτηση για οικονομία σφετερίστηκε το πολιτικό νόημα της ανθεκτικότητας. Διότι μιλήσανε για ανθεκτικότητα επιχειρήσεων και όχι για την ανθεκτικότητα της ζωής ή του τόπου. Κάπως έτσι, τα σώματα, ο μόχθος, τα είδη αλληλεγγύης, η γνώση άλλου είδους από τεχνολογική γνώση, οι οικονομίες άλλου είδους από την ανταγωνιστική οικονομία, η τεχνογνωσία άλλου είδους από νεοφανή επιχειρηματικότητα, το πολιτικό που είναι κοινωνία ζωής, ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΒΟΗΘΟΥΝ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΝΑ ΑΝΤΕΧΟΥΝ, όλα αυτά που μας διδάσκουν ότι αξίζει να αγωνίζεσαι για το καλό και το δίκαιο, όλα αυτά που βοηθούν να αντέχει μια ηθική και μια πολιτική της φροντίδας εξαφανίστηκαν. Εξαφανίστηκαν από το παρόν που πάντα παρουσιάζεται εκβιαστικά σε κίνδυνο, από το παρελθόν που πάντα ανασκοπείται ως καμένο και νεκρό (εκτός εάν θα οργανωθεί κυπριακή βραδιά με χαλλούμι, κολοκάσι και βρακάες στις Βρυξέλλες), το μέλλον που παρουσιάζεται ως άλλο από αυτό που κάνουμε διότι κάποιοι ρυθμοί, κάποιες αξίες, κάποια δημόσια αγαθά, η ειρήνη να θεωρείς ασφαλή τη ζωή, δεδομένη τη στήριξη, κοινό πλούτο τα πράσινα βουνά θα εκλείψουν για να αναδυθεί «Η Κύπρος αύριο».

Τραγικά, αλλά δυστυχώς αληθινά, όταν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προσφώνησε την Ursula von der Leyen στο Πανεπιστήμιο Κύπρου αναφέρθηκε ως εξής στη «συμβολικότητα των χώρων» χωρίς να αναφερθεί στο Πανεπιστήμιο ως χώρο. Είπε: «Τόσο το Κέντρο Αριστείας, όσο και η Βιβλιοθήκη, αντικατοπτρίζουν τον τελικό αντίκτυπο που η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση δύναται να επιφέρει στα κράτη μέλη. Μια στοχευμένη χρηματοδότηση για ενίσχυση των υποδομών και ικανοτήτων ανάπτυξης αριστείας στην έρευνα και την καινοτομία, την αξιοποίηση τεχνολογιών αιχμής, τη δημιουργία νεοφυών επιχειρήσεων και την ανάπτυξη της Κύπρου ως περιφερειακού εκπαιδευτικού κέντρου με πολλαπλά οφέλη». Μα, από όλα αυτά που ανέφερε απουσιάζουν οι πιο σημαντικές διαστάσεις της έννοιας και του χώρου του Πανεπιστημίου: ενός χώρου όπου πολλαπλά ιδιώματα γνώσης κρατιούνται ζωντανά ασχέτως του αν τροφοδοτούν την επιχειρηματικότητα, ενός χώρου όπου η ερμηνεία είναι άλλη εκδοχή γνώσης από την ψηφιοποίηση, ενός χώρου όπου η οικονομία της ανθεκτικότητας είναι άλλη από την οικονομία της ανταγωνιστικότητας, ενός χώρου που δεν στρατολογεί την αριστεία αλλά διδάσκει φοιτητές και φοιτήτριες πολλαπλών και ποικίλων δεξιοτήτων, κάποιων περισσότερων και κάποιων λιγότερων δεξιοτήτων, την ικανότητα να γίνονται, ενός χώρου όπου η αριστεία δεν είναι η κορυφή αλλά η πορεία της μεταμορφωσιακής κατάστασης της παιδείας.

Είδα την καταστροφή τη Δευτέρα. Είδα φρίκη. Είδα θάνατο. Είδα θυμό. Στην Εφταγώνια είδα μια νεκρή τριανταφυλλιά σε μέγεθος μηλιάς. Συκόπετρα, κοντά στο φαράγγι διαλέξαμε ένα χλωρό σημείο να αφήσουμε φαΐ και νερό για ζώα, στο ίδιο σημείο κάποιος είχε αφήσει σπόρους και νερό για πουλιά. Μάλλον ήταν ο ίδιος που είδαμε παρακάτω και δεν τον χαιρετίσαμε γιατί αντρεπούμαστε αλλά στην επιστροφή μας χαμογελούσε και του κάναμε «γεια σου». Εκεί που σμίγει η καμένη περιοχή με την πράσινη είδαμε περτικούθκια. Στον Αρακαπά βρήκαμε μια κάττα με τα καττούθκια της κάτω από τους καμένους τσίγγους. Διερώνα είδαμε στο βουνό δύο λυκόσκυλα. Κοντέψαμε να τους αφήσουμε φαΐ. Όλα γύρω ήταν καμένα. Πρόβαλε ένας άντρας, γυμνός από τη μέση και πάνω, καταϊδρωμένος, φάνηκε να μας στραβοκοιτάζει από μακριά, συστηθήκαμε, έν’ τα μωρά του, γλυκομίλητος, έρχεται κάθε μέρα που τη Λεμεσό για να τους περιποιείται, έμεινε εκεί όταν έζωσε η φωτιά, με το λάστιχο, τώρα που το ξανασκέφτομαι έμοιαζε με ήλιο. Στην Οδού θυμήθηκα τη διατριβή που είχε κάνει μια μεταπτυχιακή μου φοιτήτρια, υπότιτλος ήταν «οι πουκάτω», έτσι λέγανε τα μωρά τους ξένους εργάτες που εργάζονταν στις ντομάτες διότι τα σπίτια είναι κτισμένα στην πλαγιά, σε τρία πατώματα, οι εργάτες συνήθως έμεναν στο κάτω, αυτούς που έμεναν πάνω δεν τους έλεγαν «οι πάνω». Στο καφενείο της Μελίνης ήταν καμένα ακόμη και τα φύλλα της αναρρηχητικής φασολιάς, γλύτωσαν οι καρυδιές και οι μαργαρίτες αλλά έκρουσαν όλα τα πουκάτω, η Θεσσαλία όμως ήταν η πιο όμορφη μαργαρίτα. Κάηκαν και τα μελίσσια.

Γύρισα αργά. Από την Ανάγυια η Λευκωσία φαινόταν άσπρη. Θυμήθηκα που ένας φίλος μου Ισραηλίτης μου λέγε πόσο διαφορετικό από την Ιερουσαλήμ φαίνεται το Τελ Αβίβ, από μακριά φαίνεται σαν άσπρο κτίσμα, φαίνεται νέο, νεόκτιστο, σαν μπετόν που κάθισε εκεί γεωμετρικά. Αισθάνθηκα τη Λευκωσία τόσο μικρή, τόσο ρηχή, τόσο αθώα, τόσο αχάπαρη. Τόσο άσπρη. Πώς μπορεί μια κούγκρενη πόλη που καταναλώνει τόσες ντομάτες να είναι τόσο άσπρη; Όχι. Δεν θα μπορούσαν να ήταν Κύπριοι οι τέσσερις νεκροί. Oι πουκάτω δεν λέγονται οι πουκάτω σε κανένα Σχέδιο Ανθεκτικότητας κι ας είναι εκείνοι που κρατούν ανθεκτικές τις επιχειρήσεις και τη συμφιλίωση εργασίας και οικογενειακής ζωής για πολλές Κύπριες εργαζόμενες. Η κλίση του βουνού είναι φυσική. Δεν υπάρχει τίποτα το φυσικό στον εγκλωβισμό ανθρώπων σε θανάσιμο κίνδυνο. Δεν υπάρχει τίποτα το φυσικό στη βραδύτητα του φευγιού τους από τη λαίλαπα. Δεν υπάρχει τίποτα το φυσικό στις συνήθειες του κυπριακού λαού. Αν μπορείς να αναγιώσεις μια τριανταφυλλιά να γίνει υπερήλικη σε μέγεθος μηλιάς, αν μπορείς να κτίσεις δόμες σαν λευκαρίτικο, αν σου χαρίστηκε ένας τόπος όμορφος, μπορείς να μάθεις σε ένα άλλο σύστημα οικονομίας που οι εργάτες να μην είναι πουκάτω διότι πουκάτω ζώνει η φωτιά.

Για πολλούς αυτό που σκοτώθηκε στις φλόγες ήταν ο κόσμος των παππούδων και των γιαγιάδων. Και τα σπίτια που άφησαν. Όπου η ενενηντάχρονη γιαγιά πότιζε την τριανταφυλλιά με κορμό αρχαίας μηλιάς ή ο παπάς ή η μάμμα είχαν ένα περβολούι με μιαν κολοτζιά τζαι μιαν αυλατζιά πιπερκιές. Χάθηκαν αυτά τα σπίθκια που δεν ήταν σπίτι αλλά μια κάμαρη που διακλαδιζόταν με εναέριους βραχίονες σε ένα εξωτερικό μαειρκό, ένα σπιτούι για τις όρνιθες, πουπίσω τρεις τσίγκοι τζαι πουκάτω το τρακτούι και οι τσάππες, θκυο δομούες με ελιές, μια ροθκιά, μια συτζιά, θκυο μαντορινιές. Το κλήμα ή η συκαμινιά που κάθονταν στη σκιά τους το καλοκαίρι και έλεγαν «έλα να κάτσουμε δαμαί έξω τωρά που δρόσισεν». Χάθηκαν πράματα που δεν θα μπορούν να καταχωρισθούν ως αποζημιώσιμα στις φόρμες που αναρτήθηκαν στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Γεωργίας στη θεματική ενότητα «Σχέδιο Διαχείρισης Κινδύνων». Χάθηκαν τα σπίθκια που δεν ήταν σπίτια με αρχιτεκτονικό blueprint, αυτά που γεννήθηκαν προσθετικά και συγκολλητικά. Που ήταν πολυμορφικά κι ετερογενή, τόσο στον χρόνο όσο και στον χώρο: δέντρα, άνθρωποι, τσίγκοι, ποτίστρες, εργαλεία, κότες, κουνέλια, φκιόρα, μαείρισσες, τενεκέδες, μια αυλατζιά φασολάκι των κατσάρων. Ενωμένα μεταξύ τους με νήματα που έφτυναν και ύφαιναν διαγενεαλογικά οι ένοικοι, ανθρώπινοι και μη ανθρώπινοι.

Στη φωτογραφία, κομμάτι από το σπίτι της γιαγιάς Ολβίας στον Αρακαπά. Της γιαγιάς του Προκόπη Αγαθοκλέους. Τυχαία περάσαμε από εκεί, όπως ανέφερα, αφήσαμε φαΐ για μιαν κάττα τζαι τα καττούθκια της. Μάλλον κτίστηκε χωρίς άδεια οικοδομής. Αν ζούσε, μάλλον δεν θα θυμόταν τη χρονολογία φύτευσης των τριών ελιών και της μαντορινούας για όπως απαιτείται στη φόρμα καταχώρισης ζημιών του Υπουργείου Γεωργίας. Εξάλλου δεν ήταν καταχωρισμένες στον Οργανισμό Γεωργικής Ασφάλισης και η ίδια δεν είχε αριθμό Μητρώου Αγροτών. Δεν ξέρω αν θα μετρούσε ως εξοπλισμός η κουτάλα ή η καρεκλίτσα όπου θα κάθισαν να φάνε αλεσμένο μήλο πολλά εγγόνια. Χάθηκαν αυτά. Αλλά να μην χαθεί η έννοια της ανθεκτικότητας της ζωής. Να μην μείνουν αστήρικτοι οι άνθρωποι που μας δίδαξαν τη φροντίδα του κόσμου. Να μην χαθούν η τέχνη, η γνώση, η τεχνολογία, η γλώσσα της ιερής υποδόχης του κόσμου. Την υποδόχη, που άφησε έξω το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης, κρατεί ζωντανή ο Προκόπης. Παραθέτω από δημόσια ανάρτησή του στο facebook στις 5 Ιουλίου:

Δαμαί έκαμνεν τα χαλλούμια τζαι τες αναράες της η μακαρίτισσα η γιαγιά μου η Ολβία.

Επήαμεν σήμερα να δούμεν τι έμεινεν.

Εμεινεν μια κουτάλα μεταλλική.

Τζείνη που νεκάτωνεν το γάλαν για να πήξει, να φκάλει το γάλαν που ‘πηξεν, να πλάσει το χαλλούμιν τζι ύστερα την αναρήν.

Κρέμμεται μπροστά που έναν παραθυρούιν μιτσίν ολόφεγγον!

Πρόσεξε το να δεις..

Δε το φως!

Τζείντο φως που το παραθυρούιν,

φωνάζει να πιάεις την κουτάλαν

τζαι να νεκατώσεις να πήξει το γάλαν,

να φκει το γάλαν που ‘πηξεν,

να πλάσεις το χαλλούμιν

τζι ύστερα την αναρήν.

Δε το φως!

Γίνε το φως.

Μα πιάσ’ την κουτάλαν τζαι νεκάτωσε πρώτα.

You May Also Like

Οι εκκαθαριστές (ΙΙ) της Φανερωμένης

Σημειώστε την ημερομηνία. 17 Μαΐου. Θα είναι η ημέρα που πολλοί/ές θα αναρτήσουν την ...

Οι καλικάντζαροι

Δεν ζήλεψα που δεν με βάλανε ποτέ αγγελάκι στη Σκηνή της Γέννησης. Δεν ζήλεψα ...

Οι χλωροί

Δεν θυμούμαι αν είχα πάει με την ξαδέλφη μου ή με παιδιά από τη ...

Το Σφαγείο

Γράφει η Ζέλια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου «Είναι δύσκολο να κάνεις κάποιον να ...

Jacaranda

«…ὁ μὲν οὖν μὴ νεοτελὴς ἢ διεφθαρμένος οὐκ ὀξέως ἐνθένδε ἐκεῖσε φέρεται πρὸς αὐτὸ ...

Τα κοπέλια

«Μιαν φορά τζι έναν τζαιρόν ήταν μια γριά. Τυφλή αλλά σοφή». Ή μήπως ήταν ένας σοφός ...

X