Έφτασα στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος στις 06:30 ακριβώς. Η πτήση προς Λάρνακα αναχωρούσε στις 08.00 κι αισθανόμουν ευδιάθετος όχι μόνο επειδή σε λίγο θα βρισκόμουν ψηλά, πάνω από τα σύννεφα και το ζωικό βασίλειο, αλλά και γιατί θα επέστρεφα στην αγαπημένη μου Κύπρο μετά από δυο χρόνια απουσίας. Τα τελευταία σαράντα χρόνια δεν θυμόμουν να είχα λείψει ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα από το νησί.

Η αίθουσα αναχωρήσεων ήταν ασφυκτικά γεμάτη, οι ταξιδιώτες θύμιζαν πολύβουο σμάρι μελισσών που πετούσε από τη μια χώρα της γης στην άλλη μεταφέροντας χαρά κι εμπειρίες, βασική τροφή στους κρύους χειμώνες της ανθρώπινης μοναξιάς. Μπήκα στη σειρά της Ολυμπιακής ακολουθώντας την αργή, σε σχήμα μαιάνδρου, ροή προς τον έλεγχο εισιτηρίων χωρίς αδημονία, είχα χρόνο αρκετό πριν την επιβίβαση. Βρέθηκα μπροστά στο γκισέ στις 06:50, έδωσα την ταυτότητα και τον κωδικό κράτησης στον υπάλληλο, περιμένοντας τη μαγική κάρτα. Εκείνος, αφού έλεγξε τα στοιχεία, με ρώτησε ευγενικά αν έχω την ηλεκτρονική φόρμα ταξιδιού κι όταν του απάντησα πως δεν έχω ιδέα για ποιο πράγμα μου μιλάει, μου επέστρεψε την ταυτότητα, έγραψε σε ένα χαρτάκι την ηλεκτρονική διεύθυνση www.cyprusfligthpass.gov.cy, λέγοντας ότι για να ταξιδέψω έπρεπε υποχρεωτικά, λόγω κορωνοϊού, να μπω σε αυτή τη διεύθυνση και να συμπληρώσω την ανάλογη φόρμα. Στην ερώτηση πώς μπορεί να γίνει αυτό από τη θέση που βρισκόμουν εκείνη τη στιγμή, απάντησε «από το τηλέφωνό σας αν υπάρχει η δυνατότητα, ή από το ίντερνετ του αεροδρομίου, ακριβώς απέναντι».

Διέκρινα έναν χώρο με τρεις οθόνες (δύο στο ύψος μου και μία χαμηλότερα, στο ύψος παιδιού), τον προσέγγισα διασχίζοντας κάθετα το πλήθος κι άγγιξα με το δάχτυλο την πρώτη οθόνη, περιμένοντας να ανοίξει το πρόγραμμα. Ο ανέμελος, πριν από λίγο, χρόνος κατρακυλούσε άξαφνα σαν ταραγμένος καταρράχτης, παρασύροντας στο κενό τη διάθεση και την ηρεμία μου. Η οθόνη με κοιτούσε ατάραχη χωρίς ένδειξη αλλαγής στην επιφάνεια εργασίας. Μετακινήθηκα εκνευρισμένος στη δεύτερη, την άγγιξα επανειλημμένα, σχεδόν τη χτύπησα, και τότε αντέδρασε η πρώτη, εμφανίζοντας την επιγραφή: το σύστημα αυτή τη στιγμή είναι εκτός λειτουργίας, παρακαλώ δοκιμάστε αργότερα. Η ώρα ήταν ήδη 07:05.

Επαναλαμβάνοντας σαν αυτοδίδακτος βουδιστής μοναχός τη λέξη «ψυχραιμία, ψυχραιμία, ψυχραιμία», κάθισα στο απέναντι άδειο παγκάκι κι έβγαλα το μικρό, για τα μεγάλα μου δάχτυλα, κινητό, αποφασισμένος να επιτύχω τον στόχο μου. Έγραψα τη διεύθυνση και, ω του θαύματος!, το σύστημα με καλωσόρισε χαρούμενο, πληροφορώντας με ότι αν ακολουθήσω τρία απλά βήματα μπορώ να ταξιδέψω. Ανάσανα και συγκεντρώθηκα στις οδηγίες. Πρώτα έπρεπε να γράψω το μέιλ μου. Το έκανα. Έπειτα έπρεπε να βάλω κωδικό. Τον έβαλα, τον επανέλαβα για επιβεβαίωση, και πάτησα «αποδοχή». Η απάντηση ήταν Λάθος. Ο κωδικός έπρεπε να έχει πάνω από οχτώ γράμματα και να συμπεριλαμβάνει έναν αριθμό, ένα σύμβολο κι ένα κεφαλαίο γράμμα. Επινόησα όπως-όπως μια λέξη, π.χ., @Λευκωσία8, την έγραψα, την επιβεβαίωσα και το σύστημα μου απάντησε πως αυτή τη φορά ήταν λάθος ή το μέιλ ή ο κωδικός μου. Προσπαθώντας να μην ξεχάσω τον κωδικό που μόλις είχα επινοήσει, επανέλαβα την προσπάθεια τρεις φορές, παίρνοντας πάντα την ίδια ψυχρή απάντηση: το μέιλ ή ο κωδικός σας είναι λανθασμένα. Δοκιμάστε ξανά.

Οι στιγμές έρεαν μέσα μου σαν ιδρώτας, μουσκεύοντας στάλα-στάλα την ψυχή και το πουκάμισό μου. Για να ξεμπερδεύω, πάτησα την επιλογή «ξεχάσατε τον κωδικό σας;» κι ένα μπιπ με ειδοποίησε ότι είχα μήνυμα στο κινητό μου. Έκλεισα το πρόγραμμα και μπήκα στα μηνύματα, διαβάζοντας προσεκτικά κι επαναλαμβάνοντας μεθοδικά τη διαδικασία: μέιλ, κωδικός, επιβεβαίωση, σύνδεση, λάθος και ξανά λάθος, και πάλι λάθος, ώσπου ήρθε η χαριστική βολή: το σύστημα δεν σας αναγνωρίζει. Η ώρα ήταν 07:20. Επέστρεψα στο γκισέ ελπίζοντας να βρω βοήθεια, κι όσο περίμενα να ολοκληρωθεί η διαδικασία ελέγχου του προηγούμενου επιβάτη πρόσεξα ότι πίσω από τον ευγενικό υπάλληλο στεκόταν όρθια η προϊσταμένη του τμήματος. Εξήγησα την περίπτωσή μου, περιέγραψα τις άκαρπες προσπάθειες σύνδεσης με το σάιτ της Κυπριακής Δημοκρατίας, και για να παρακάμψω τη δυσπιστία της, έκανα μπροστά στα μάτια της μια ολοζώντανη επανάληψη, από τον κωδικό έως το: το σύστημα δεν σας αναγνωρίζει (κάθε φορά που θα βρεθώ αντιμέτωπος με παρόμοιο πρόβλημα, επιβεβαιώνω τη δυσπιστία των νέων για την ικανότητα των ανθρώπων του αιώνα μου να χειριστούν την τεχνολογία). «Σας καταλαβαίνω, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι. Δεν γίνεται να φύγετε χωρίς τη φόρμα. Το σύστημα δεν επιτρέπει την επιβίβασή σας». Μια αίσθηση ασφυξίας μου έζωσε το στήθος, κι ένα αδιέξοδο τη λογική μου. Ναι, δεν είχα συμπληρώσει ηλεκτρονικά τη συγκεκριμένη φόρμα, όχι επειδή δεν ήθελα, αλλά διότι αγνοούσα την ύπαρξή της. Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να τιμωρηθώ με απαγόρευση ταξιδιού σαν εγκληματίας; Δεν θα έπρεπε να υπάρχει μια εναλλακτική λύση; Ήμουν φυλακισμένος, έγκλειστος στον παραλογισμό μιας εποχής στην οποία οι λέξεις {TEXT BOLD}αλληλεγγύη, ευαισθησία, συναίσθημα, συμπόνια, συμπαράσταση{TEXT BOLD} καταργούνταν ως αξίες απέναντι στις αποφάσεις κάποιου ηλίθιου υπολογιστή, που μπορούσε να αναγνωρίσει μόνο ό,τι ήξερε, και του οποίου ο διεστραμμένος δημιουργός κάγχαζε πίσω από την πλάτη μου σαρδόνια, υποτάσσοντας ή καταργώντας τα ανθρώπινα συναισθήματα στην άκαρπη λογική του ηλεκτρονικά correct. «Αλλάξτε την πτήση μου όσο είναι καιρός σας παρακαλώ και βάλτε με στην επόμενη», είπα στην προϊσταμένη. Η ώρα ήταν 07:30. Έδωσε εντολή στην κοπέλα του διπλανού γκισέ να με αναλάβει. Εκείνη, που μεταξύ πολλών άλλων παρακολουθούσε και την περιπέτειά μου, πριν ξεκινήσει την αλλαγή εισιτηρίου με ρώτησε αν της επέτρεπα να δοκιμάσει κι αυτή να συμπληρώσει τη φόρμα με το κινητό μου, μιας και γνώριζε τη διαδικασία, την είχε ξανακάνει. Συμφώνησα ελπίζοντας να τα καταφέρει και μετά από πολλά μπρος πίσω, έμπα έβγα, γράψε σβήσε, αναστεναγμούς κι επιμονή, ολοκλήρωσε επιτυχώς την υποβολή του αιτήματός μου, τρία λεπτά πριν την αναχώρηση, στις 07.57. Μου έδωσε ανακουφισμένη την κάρτα επιβίβασης λέγοντας, «τώρα τρέξτε, θα ειδοποιήσω στο αεροπλάνο, αλλά δεν θα σας περιμένουν για πολύ».

Παράκαμψα αλαφιασμένος την ουρά στον έλεγχο διαβατηρίων, έδωσα την ταυτότητα στον αστυφύλακα κι εκείνος μου σφύριζε ειρωνικά «Δεν είναι αργά για τη Λάρνακα;», «Εσύ τι θες τώρα» του απάντησα, και δεν ξέρω αν πρόλαβε να δει την τρέλα στο βλέμμα μου. Αγνόησα τη σειρά στον έλεγχο αποσκευών, τους δήλωσα ότι δεν έχω εκρηκτικά, νυχοκόπτη, μπουκαλάκια με νιτρογλυκερίνη πάνω από 100 mg, κι έτρεξα προς την έξοδο Α5. Μπαίνοντας στο αεροπλάνο η καρδιά και οι σφυγμοί μου χτυπούσαν άτακτα. Ζήτησα από την αεροσυνοδό ένα ποτήρι νερό και κάθισα στη θέση μου. Η ώρα ήταν 08:13.

Στο λεωφορείο προς Λευκωσία οι γνώμες μεταξύ οδηγού και συνοδηγού ήταν διχασμένες. Ο ένας επέμενε ότι εκτός από το πιστοποιητικό εμβολιασμού έπρεπε να έχουμε και ράπιντ τεστ 72 ωρών, ο άλλος πως όχι. Για κάποιο λόγο συντάχτηκα με την άποψη του πρώτου (λάθος, διότι τελικά δεν χρειαζόταν) και κατευθύνθηκα προς την πλατεία Ελευθερίας, το πιο εύκολα προσβάσιμο σημείο δειγματοληψίας.

Το πάνω επίπεδο της νεόδμητης γέφυρας έβραζε, τα λευκά παγκάκια σχήματος ρουκέτας ή ιστιοσανίδας πύρωναν στον καυτό ήλιο εκπέμποντας λόγω υλικού και χρώματος κύματα θερμότητας στο περιβάλλον καθώς και στα οπίσθια όποιου επιχειρούσε να καθίσει. Οι διερχόμενοι διέσχιζαν βιαστικά την πλακόστρωτη έρημο αναζητώντας ευεργετική σκιά στην παλιά πλευρά του δρόμου, κάτω από τα ιερά και σπάνια πλέον δέντρα. Κατέβηκα τη σκάλα και περιπλανήθηκα στο υπόγειο απογοητευμένος από τη σχεδιαστική ευκολία, τον μανιερισμό, την κατά κόρον επανάληψη μιας συγκεκριμένης φόρμας σε ποικίλες προσαρμογές: στους διαδρόμους, στους κήπους, στα σιντριβάνια, στα δάπεδα, στις κολόνες, στο ταβάνι. Με τσιμέντο, γυαλί, μάρμαρο, λαμαρίνα ή εγχάρακτα, κυριαρχεί το ίδιο τριγωνικό σχήμα το οποίο θυμίζει ελαφρώς παραμορφωμένο ηβικό τρίγωνο ή στιλιζαρισμένη εκδοχή κεφαλής μηριαίου οστού. Για πρώτη φορά στη ζωή μου αισθάνθηκα ότι είμαι ένα κινούμενο σχήμα που περιφέρεται σαν σκιά στο υλοποιημένο ψέμα ενός αρχιτεκτονικού 3D. Και συμπέρανα, ίσως σωστά ίσως λάθος, ίσως νωρίς ίσως με μεγάλη καθυστέρηση, ότι στη νοοτροπία των μεγάλων γραφείων (δεν τολμώ να πω στην αρχιτεκτονική του μέλλοντος) ο άνθρωπος δεν χρησιμοποιείται ως το κύριο και μοναδικό μέτρο στην κλίμακα σχεδιασμού, αλλά ως ένα κινούμενο σχέδιο, ένα διακοσμητικό στοιχείο, απαραίτητο αποκλειστικά προς επιβεβαίωση της ηλεκτρονικής τρισδιάστατης απεικόνισης.

 

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Συνάντηση με τον Μανόλη Κορρέ |Μέρος A’

Μια συζήτηση με τον αρχιτέκτονα, καθηγητή Μανόλη Κορρέ είναι αναπόφευκτο είναι αναπόφευκτο να περιστραφεί ...

Το πέταγμα μιας μέλισσας

Πανέμορφος τόπος η Βραζιλία, θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδεισος επί της γης, ωστόσο θεωρείται ...

Πανοπτικό 2020

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Την των δήμων ελευθερίαν η των αγαθών ανδρών άμιλλα φυλάττει ...

Ουκ αν λάβοις παρὰ του μη έχοντος

Σηκώνω ψηλά τη μαγκούρα μου και την κατεβάζω με δύναμη στο κεφάλι του Χάρου. ...

Άσπρο, Κόκκινο, Μαύρο, Πράσινο

Ο Μαύρος Θάνατος(1), η φοβερή Πανώλη του Ύστερου Μεσαίωνα που γράφτηκε στην ιστορία σαν ...

Η Πιετά κι εγώ

Το πιο κάτω περιστατικό περιγράφεται σε ένα κεφάλαιο του βιβλίου μου «Αν δεις τον ...

X