Η Αμμόχωστος και ο Νίκος Καζαντζάκης

«Πάμε τότε για την αιώνια πόλη που τόσο αγάπησε ο Σεφέρης και τόσο ερωτεύτηκε ο Καζαντζάκης, του είπε η Γιασεμή με παλλόμενη φωνή». Ο συγγραφέας Ηλίας Παντελίδης βρίσκει έναν μοναδικό τρόπο να συνδέσει τον συγγραφέα με την Αμμόχωστο στο τελευταίο του βιβλίο «Φοίνιξ»

Αμμόλοφοι. Γαϊδούρια. Γιαλούσα. Σαλαμίνα. Αμμόχωστος. Αποχαιρετισμός. Εφιάλτης.  Δήμαρχος. Καζαντζάκης.

Χαίρετε, Αμμόχωστος 28/06/1972

Την Τρίτη 28 Ιουνίου πήρανε τον μακρύ στενό δρόμο για τη Λευκωσία. Αμμόλοφοι με ελεύθερα αγριοκάτσικα και ελεύθερα γαϊδουράκια και μετά το Ριζοκάρπασο σπαρμένο σε ανατολή, βοριά και νότο και ο κόσμος του σκλάβος στη βιοπάλη, εγκλωβισμένος. Μετά το δάσος της Ελεούσας και στη συνέχεια μια δασώδης περιοχή με ελιές, χαρουπιές, συκιές και θάμνους με υπέροχη θέα στη θάλασσα της Καρπασίας. Πέρασαν δίπλα από το μοναχικό εκκλησάκι στον γιαλό, τον Άγιο Θέρισσο και έφτασαν στην Αγία Τριάδα και στη Γιαλούσα με τα σπίτια κτισμένα αμφιθεατρικά να αγναντεύουν τη βόρεια ακτή, την μπλε θάλασσα. Τα μικρά σπιτάκια κοντά στον γιαλό πνιγμένα στο πράσινο, με θέα τα δελφίνια στον γιαλό και κάποτε τη μοναχική φώκια στον παλιό Λιμνιώνα. Στο έμπα του χωριού, στο ύψωμα αριστερά, δεσπόζει το εντυπωσιακό κτήριο του Γυμνασίου και μετά το μικρό, γλυκό ποταμάκι η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας και λίγα μέτρα παραπέρα ένα μεγάλο δίπατο σπίτι, στα δεξιά, με κόκκινα κεραμίδια και δύο κίονες Ιωνικού Ρυθμού στην όμορφη πρόσοψη. Στην αυλή του σπιτιού ένα σκούρο μπλε Πεζιώ 504 με πινακίδα FY 858 και ο νεαρός οικότροφος που συνάντησαν πριν λίγες μέρες να το πλένει. Η μουσική από το αυτοκίνητο κάπως δυνατή, με τον Μπιθικώτση να ερμηνεύει Θεοδωράκη. Αμέσως μετά το κέντρο του χωριού με καταστήματα, τράπεζες, αστυνομικό σταθμό, ταχυδρομεία, κυβερνητικά γραφεία και καφενεία. Εκατό μέτρα από τα πολλά καφενεία ένα μεγάλο σινεμά και απέναντί του η εκκλησία του Αρχάγγελου Μιχαήλ στέκει εκεί άγρυπνη στους αιώνες και περιμένει Αγγέλους και Αγγέλες να την επισκεφτούν.

Μετά τη Γιαλούσα προχώρησαν στον Άγιο Ανδρόνικο. Πέρασαν δίπλα από το δάσος της Καβάλας, το δάσος των Ακράδων, πέρασαν μέσα από το Λεονάρισσο και έφθασαν στην Κώμα του Γιαλού, με μοναδική απέραντη πανοραμική θέα στον κόλπο της Αμμοχώστου. Δέκα λεπτά μετά διέσχισαν το χωριουδάκι την Ταύρου και είδαν απέναντι το χωριό Γαλάτεια με την τουρκική σημαία να κυματίζει ψηλά, δίπλα από ένα τουρκοκυπριακό πολυβολείο. Μετά Άγιος Θεόδωρος, Πατρίκι στα δεξιά, Γαστριά στα αριστερά και λίγο μετά το παραθαλάσσιο Μπογάζι.

Ο Άλεξ έμεινε για λίγο βουβός στο τιμόνι του ωραίου αυτοκινήτου που οδηγούσε. Η θάλασσα στα 50 μέτρα στα αριστερά του και στα δεξιά η πεδιάδα και ο ίσιος δρόμος που σε παίρνει σε Λευκωσία και Μόρφου.

— Τι σκέφτεσαι και έμεινες αμίλητος; Δεν περάσαμε πάρα πολύ καλά αυτό το τριήμερο; Κάναμε τόσο κολύμπι, και σε ανοικτή θάλασσα και παραλιακά.

— Πολύ καλά περάσαμε, αλλά…

— Αλλά τι; Σε ενόχλησε το πολυβολείο στα δεξιά που μόλις περάσαμε; τον ρώτησε η Γιασεμή.

— Όχι, απάντησε εκείνος.

— Πες μου, αγάπη μου. Έχουμε ακόμη αρκετό δρόμο από ό,τι βλέπω στον χάρτη, τον πίεσε η όμορφη Γιασεμή και αυτός μίλησε.

— Να, χθες το απογευματάκι που κοιμηθήκαμε στον ήλιο, μετά που γράψαμε τ’ όνομά μας στην άμμο, είδα ένα τρελό όνειρο.

— Καλά, μετά από τρελό έρωτα τι θα έβλεπες; Όνειρο σοβαρό; Τρελό θα έβλεπες. Είδα και εγώ ένα τρελούτσικο όνειρο, του απάντησε με χαμόγελο η Γιασεμή.

— Δεν ήταν όνειρο, Γιασεμή μου. Εφιάλτης ήταν, απάντησε σοβαρά ο Άλεξ και συνέχισε:

Ήταν μήνας ζεστός, Ιούλιος ή Αύγουστος θα ήταν. Κατέβηκαν εξωγήινοι, εξωκύπριοι και ρουφήξανε τη ζωή από την Καρπασία, από την πόλη την Αμμόχωστο και αλλού. Σε ένα λεπτό χάθηκαν οι άνθρωποι από την πόλη και βλάστησαν αγκάθια και τσουκνίδες κάτω από πολλές κακές ακακίες. Οι άνθρωποι άφησαν τις ψυχές τους και έφυγαν. Έφυγαν, χάθηκαν χωρίς ψυχή. Οι ψυχές όλες κατέβηκαν στην παραλία, κάποιες μέσα στο νερό, κάποιες στην άμμο τη χρυσή. Πήγαινε πάνω-κάτω μόνος ο Δήμαρχος και φώναζε «ανοίξτε, άφησα την ψυχή μου μέσα», κανείς δεν άνοιγε. Κραύγαζε «θέλω την πόλη μου» και κανείς δεν ήθελε να ακούσει και όσοι άκουγαν στα πέρα ή κοντά, στα ψηλά βουνά και σε ψηλούς τσιμεντένιους πύργους, έλεγαν «άσε τον να φωνάζει». Εκείνος κουράστηκε να φωνάζει, να κολυμπάει και να φωνάζει. Βγήκε στην αμμουδιά και ξάπλωσε να ξεκουρασθεί. Κολυμπούσε στα νερά της Αμμοχώστου και βγήκε στην παραλία στην Κω, φώναξε αδύνατα, έβηξε δυνατά και μετά κοιμήθηκε.

— Τι να πω. Το μυαλό σου πάντα είχε φαντασία, απάντησε  μ’ αγάπη η Γιασεμή.

— Να σου πω τι θέλω; είπε ο Άλεξ.

— Τι; ρώτησε η Γιασεμή.

— Σε λίγο φτάνουμε στην αρχαία Σαλαμίνα. Δεν θα πάμε δεξιά για την αρχαία Έγκωμη, Στύλους και Πραστειό. Θέλω να περάσω από την Αμμόχωστο. Πρέπει να περάσω από την Αμμόχωστο, να την αποχαιρετήσω. Θυμάμαι τα λόγια του πατέρα που μου έλεγε: «Γιε μου, πάντα να αποχαιρετάς με αγάπη πρόσωπα και τόπους αγαπημένους. Ποτέ δεν ξέρεις αν θα τους ξαναδείς. Ποτέ».

— Πάμε τότε για την αιώνια πόλη που τόσο αγάπησε ο Σεφέρης και τόσο ερωτεύτηκε ο Καζαντζάκης, του είπε η Γιασεμή με παλλόμενη φωνή.

Λίγο πριν τις δύο είχαν φτάσει στην παραλία της ‘Γλώσσας’. Ο ήλιος του μεσημεριού καυτός, η άμμος χρυσαφένια και το νερό κρυστάλλινο, καθάριο με χρώμα εντελώς μεταβλητό. Ο αφρός άσπρος, χρυσαφένιος, ασημί εκεί που το κύμα παφλάζοντας χαϊδεύει την αμμουδιά και τα μικρά βραχάκια. Το νερό άχρωμο στη ξέβαθη ακτή κυματίζει και κάνει παιγνίδι με τον ήλιο. Οι ζεστές αχτίδες του διαχέονται και φωτίζουν τον γιαλό, τα κυματοειδή αμμουδερά αυλακάκια κάτω από το νερό, μισό πόδι βάθος. Το χρώμα του γιαλού χρυσίζει, πρασινίζει, γίνεται λίγο μπλε και λίγο τιρκουάζ.  Μετά γίνεται θαλασσί, ανοικτό μπλε, βαθύ μπλε, πολύ βαθύ, σχεδόν μαύρο. Στο βάθος η γραμμή του ορίζοντα ατέλειωτη, απέραντη, μαγική, άπιαστη. Στο βάθος του ορίζοντα αρχίζει  ο ουρανός, το ουρανί, το ασημί και κάπου ψηλά όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Όλα τα χρώματα και τα εφτά μαζεμένα εκεί ψηλά και καλά κρυμμένα περιμένουν την κατάλληλη στιγμή.

Στην παραλία κόσμος αμέτρητος περιπατούσε στη χρυσαφένια άμμο. Φωνές αμέτρητες χαρούμενες και θλιμμένες, χιλιάδες πρόσωπα στα κύματα και μια μελωδική φωνή, μια όμορφη μέτζο σοπράνο τραγουδούσε ‘μια θάλασσα πλατιά’.

«Θάλασσα πλατιά / σ’ αγαπώ γιατί μου μοιάζεις θάλασσα βαθιά / μια στιγμή δεν ησυχάζεις λες κι έχεις καρδιά / τη δικιά μου τη μικρούλα την καρδιά

Όνειρα τρελά / που πετούν στο κύμα πάνω φτάνουν στην καρδιά / και τα νιάτα μας ξυπνάνε όνειρα τρελά

/ και οι πόθοι φτερουγίζουν σαν πουλιά / Έχω έναν καημό / που με τρώει γλυκά και με λιώνει / έχω έναν καημό θα’ ρθω   να στον πω αδερφή μου εσύ θάλασσα που σ’ αγαπώ

Κύματα πουλιά / στα ταξίδια σας που πάτε τα αλαργινά / την κρυφή μου λύπη πάρτε κι από ‘κει μακριά / να μου φέρετε κι εμένα τη χαρά».

Σε λίγο η όμορφη μέτζο σοπράνο θα τραγουδούσε για μια «Όμορφη Πόλη» και μετά για μια «Πόλη Μαγική».

Αγκαλιασμένοι την άκουσαν να τραγουδά:

«Μια πόλη μαγική / ζούμε μαζί κι οι δυο αγαπημένοι μια πόλη σαν κι αυτή / πεθαίνει, ζει / κι αλλάζει μαγεμένη».

Η Γιασεμή και ο Άλεξ ζούσαν ένα όνειρο το οποίο σε λίγο θα τελείωνε. Σε λίγο χαιρετούσαν από κτίριο ψηλό στην πόλη, το Δημαρχείο, χαιρετούσαν την πόλη της Αμμοχώστου, τον Δήμαρχο και όλους τους δημότες.

— Χαίρετε, Αμμόχωστος. Να ‘σαι πάντα καλά. Είπαν με μια φωνή, αγκαλιασμένοι, αγναντεύοντας εκείνο το μοναδικό γαλάζιο της θάλασσας. Μετά η Γιασεμή έγειρε το ξανθό της όμορφο κεφάλι στον ώμο του Άλεξ, σαν κοριτσόπουλο ερωτευμένο που έφταιξε σε κάτι και με απαλή φωνή του είπε:

— Είμαι τόσο πολύ χαρούμενη, αλλά και πολύ θλιμμένη. Χαρούμενη που είδαμε την Αμμόχωστο, την Καρπασία,  τόπους ονειρικούς και μαγεμένους. Θλιμμένη, γιατί θυμούμαι την ανεκπλήρωτη επιθυμία του Νίκου Καζαντζάκη. Θυμάσαι που μας το είπε το 1957 λίγο πριν πεθάνει; Το είχε πρωτοπεί το 1954, αλλά πέθανε κι αυτός με ένα όνειρο ανεκπλήρωτο.

— Έχω φυλάξει, καλή μου, την εφημερίδα. ‘Τα ΝΕΑ’. Διάβασα πολλές φορές τη συνέντευξη που έδωσε στον Αλεξανδρινό αλλά και Κρητικό λογοτέχνη και δημοσιογράφο  Μανόλη Γιαλουράκη, είπε σιγανά ο Άλεξ.

— Θυμάσαι και πότε; ρώτησε η Γιασεμή.

— Αστειεύεσαι, γλυκιά μου. Βεβαιότατα θυμάμαι. Ήταν 24 του Νιόβρη το 1954. Η εφημερίδα ‘Τα ΝΕΑ’ δημοσίευσε : «Μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη του κορυφαίου Έλληνος πεζογράφου – Ο Καζαντζάκης απαντά εις τους κατηγόρους του – τι λέγει διά την Ιεράν Σύνοδον». Πριν προλάβει να ρωτήσει κάτι άλλο η Γιασεμή ο Άλεξ ψέλλισε με τρεμάμενη φωνή τα ίδια τα λόγια του συγγραφέα. Η Γιασεμή τον σεκόνταρε σιγανά. Μαζί ψιθυρίζανε σιγανά λόγια βγαλμένα από τα βάθη της Ψυχής του Νίκου Καζαντζάκη, βγαλμένα από τα βάθη της ψυχής τόσων Αμμοχωστιανών: «Και για την Κύπρο. Η Αμμόχωστος. Πόσο την πεθύμησα. Τίποτα δεν υπάρχει στον κόσμο που να μου δίδει την αίσθηση της Γυναίκας όσο η Αμμόχωστος. Είναι απ’ τα ωραιότερα μέρη της γης».

Τότε τον πήρε το παράπονο.

«Δε θα ‘θελα να πεθάνω πριν ξαναπάω στην Αμμόχωστο».

* Ο Ηλίας Παντελίδης γεννήθηκε το 1953 στη Γιαλούσα της Κύπρου. Τα τραγικά γεγονότα του 1974, αποτελούν για τον συγγραφέα βιωματικές αναμνήσεις ενός άνισου πολέμου. Το βιβλίο του «ΦΟΙΝΙΞ» συνθέτει ιστορικές αναφορές τις οποίες μεταπλάθει σε διαλογική συζήτηση, ως ένας μαρτυρικός συμβολισμός τόπων και ανθρώπων.

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Κερύνεια, η πόλη της «ανερμάτιστης σιωπής»

Γράφει η δρ Νάντια Στυλιανού | Ανώτερη μορφωτική λειτουργός, Πολιτιστικές Υπηρεσίες Υπουργείου Παιδείας και ...

Ίψεν αντιναχτός

Γράφει ο Παναγιώτης Τυβίγγιος Ο ΘΟΚ διατηρεί την ικανότητα να μας εκπλήσσει. Πιστέψαμε ότι ...

Πόθθεν είσαστε;

Γράφει ο Άριστος Τσιάρτας Πρωί-πρωί Κυριακής, οι τέσσερίς τους στριμωγμένοι σ’ ένα παγκάκι στην ...

Σιδώνα, μια πανάρχαιη γειτονική μας πόλη

Γράφει ο Βάσος Καραγιώργης Με θλίψη παρακολουθώ την πολιτική αναταραχή στον γειτονικό μας Λίβανο, ...

«Αριστοφάνης τόσος δα!» στις Αποθήκες ΘΟΚ

Γράφει η Μαρία Τζοβενάκη, Φιλόλογος, υποψήφια διδάκτωρ για το θέατρο στην εκπαίδευση Ο κύκλος ...

Η νοημοσύνη της καφετιέρας

Του Μιχάλη Σακελλαρίου* Χρειάστηκαν σχεδόν δύο εκατομμύρια χρόνια για να κάνει η ανθρωπότητα τα ...

X