«Αθαλάσσα»

Η λογική και το παράλογο σε μια μικροκοινωνία, σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι του 20ου αιώνα

Στο τελευταίο του μυθιστόρημα, ο συγγραφέας Κώστας Λιμπουρής ζωντανεύει τους ανθρώπους στους θαλάμους του γνωστού ψυχιατρικού ιδρύματος, ρίχνοντας φως στην ιστορία του κατά τη δεκαετία 1964-1974

Πώς προέκυψε η ιδέα για το βιβλίο;

Η ιδέα για την «Αθαλάσσα» προέκυψε ύστερα από την απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας να ταυτοποιήσει (σαράντα χρόνια μετά) τα οστά όσων ασθενών του Ψυχιατρείου σκοτώθηκαν κατά τον βομβαρδισμό του Ιδρύματος από την τουρκική αεροπορία το 1974. Δημιουργήθηκαν μέσα μου ερωτήματα: Ζούσαν ακόμα συγγενείς τους, ώστε να δώσουν αίμα για την έρευνα; Και, αν ναι, θα ήθελαν να συμβάλουν σε κάτι τέτοιο; Αρκετοί τρόφιμοι είχαν εγκαταλειφθεί και ξεχαστεί στο ψυχιατρείο, ακόμα και από τους δικούς τους, ως αποτέλεσμα των κοινωνικών προκαταλήψεων της εποχής. Και κάτι άλλο ακόμα: Ποια ταυτότητα θα διακριβωνόταν; Του ατόμου πριν τον εγκλεισμό του ή μετά; Είναι γνωστό ότι αρκετοί ασθενείς, υπό το βάρος των προβλημάτων τους, αποπροσωποποιούνται από μόνοι τους.

Αυτά τα ερεθίσματα, μου δημιούργησαν την προσωπική ανάγκη να ερευνήσω τη ζωή των ασθενών μέσα στο Ίδρυμα, τα χρόνια που προηγήθηκαν των τραγικών γεγονότων. Λογοτεχνικά ομιλούντες, έπλασα αμέσως και τη βασική ιδέα του μύθου μου, ώστε να «μπω» στο Ίδρυμα και να δω τα πράγματα από μέσα.

Γιατί επιλέξατε το μυθιστόρημα αντί της ιστορικής καταγραφής/ απλής παρουσίασης της έρευνάς σας για το συγκεκριμένο θέμα;

Δεν είμαι ιστορικός ερευνητής, αλλά λογοτέχνης. Οι ρόλοι είναι διαφορετικοί. Εμείς που γράφουμε λογοτεχνία αξιοποιούμε τα ιστορικά δεδομένα ως χρονικό πλαίσιο και αναγκαίο υπόβαθρο. Κανένας μύθος, είτε τοποθετείται στο παρελθόν είτε στο παρόν, δεν μπορεί να λειτουργήσει ερήμην των γεγονότων που τον δημιούργησαν και τον αφορούν. Κάπου εδώ, βέβαια, έγκειται και η αξία της λογοτεχνίας. Υπό την έννοια ότι προσθέτει στην Ιστορία. Με την ιστορία μαθαίνεις τα γεγονότα, ενώ με τη λογοτεχνία τα βιώνεις.

Μιλήστε μας λίγο για τη διαδικασία της έρευνάς σας και πώς επηρέασε τη διαμόρφωση του μύθου.

Δεν ήταν εύκολο το εγχείρημά μου. Από τη μια, ένιωθα από την αρχή ότι το θέμα είναι αρκετά ευαίσθητο και από την άλλη, δεν είχα καμιά προσωπική αντίληψη του «άλλου» αυτού κόσμου, των ψυχοπαθών, (ομολογώ μάλιστα ότι δεν έχω ποτέ επισκεφτεί το Νοσοκομείο της Αθαλάσσας). Ξεκίνησα, λοιπόν, την έρευνά μου, παίρνοντας συνεντεύξεις από νοσηλευτές που είχαν υπηρετήσει εκεί, την περίοδο που κυρίως με ενδιέφερε και όχι μόνο. Στη συνέχεια ερεύνησα σε αρχεία, άντλησα στοιχεία από σχετικά βιβλία και διάβασα πολύ ψυχιατρική. Εννοείται πως όλα τα δεδομένα που συγκέντρωνα έπρεπε να διασταυρώνονται επαρκώς. Ήταν βασική αρχή μου ότι έπρεπε να δείξω απόλυτο σεβασμό στους συνανθρώπους μας που είχαν την ατυχία να ασθενήσουν ψυχικά. Είναι πολύ σημαντικό όταν πλάθεις χαρακτήρες, εκτός του λογικά αποδεκτού, ή έστω, σε οριακή κατάσταση ανάμεσα στο «λογικό» και το «παράλογο», να είσαι ιδιαίτερα προσεκτικός. Μια κραυγαλέα περίπτωση ασθενούς μπορούσε να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη, όμως για μένα κάτι τέτοιο δεν ήταν αυτοσκοπός. Ούτε βέβαια ευπρεπές.

Η έρευνά μου αφορούσε, βέβαια, και τη δεκαετία μέσα στην οποία εξελίσσονται τα ιστορικά γεγονότα (1964-1974). Τα χρόνια αυτά θεωρούνται ως τα σημαντικότερα της νεότερης κυπριακής ιστορίας (κάθοδος της Ελληνικής Μεραρχίας στην Κύπρο και στη συνέχεια η αποχώρησή της, ο βομβαρδισμός της Τηλλυρίας, τα γεγονότα του 1967, η ΕΟΚΑ Β΄και οι απόπειρες εναντίον του Μακαρίου, το πραξικόπημα και η εισβολή). Πολύ σημαντική είναι η δεκαετία αυτή και για την ελληνική ιστορία (χούντα του ’67, Πολυτεχνείο, μεταπολίτευση), αλλά και την παγκόσμια ακόμα (ο Γαλλικός Μάης του ’68, το Βιετνάμ κ.ά). Προσπάθειά μου ήταν να δω στο βιβλίο μου -μυθοπλαστικά, πάντα- πώς τα ιστορικά αυτά δεδομένα αντανακλούνταν και στον μικρόκοσμο του Ιδρύματος της Αθαλάσσας.

Το ψυχιατρείο Αθαλάσσας κατά την περίοδο που εκτυλίσσεται η ιστορία λειτουργούσε σαν ένας χώρος όπου η κοινωνία «έκρυβε» όσους δεν συμβάδιζαν με τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής, χωρίς μάλιστα κατ’ ανάγκην να αντιμετώπιζαν κάποιο ψυχικό νόσημα. Πιστεύετε ότι η κυπριακή κοινωνία έχει προχωρήσει ή η «Αθαλάσσα» εξακολουθεί να υπάρχει με άλλη μορφή;

Ναι, είναι εύστοχο έτσι όπως το θέσατε. Πραγματικά, η κοινωνία «έκρυβε» όχι μόνο τους ψυχικά ασθενούντες, αλλά και όσους παρεξέκλιναν από το κοινωνικά αποδεκτό. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ένα στατιστικό δεδομένο: Όταν το Ψυχιατρείο μεταφέρθηκε, το 1964, στον χώρο όπου βρίσκεται σήμερα, φιλοξενήθηκαν εκεί πέραν των 800 «ασθενών» (σκεφτείτε και τον πολύ μικρότερο πληθυσμό της Κύπρου τότε). Από αυτούς τους ανθρώπους ένα τριάντα τοις εκατόν δεν ήταν ψυχοπαθείς. Ήταν άτομα με μικρές ή μεγάλες εμμονές, πνευματικά υστερούντες, αλκοολικοί, ναρκομανείς, εγκληματίες, επιληπτικοί, ακόμα και γέροντες με άνοια. Προσθέστε ότι πάμφτωχες, πολύτεκνες οικογένειες, από μακρινά κυρίως χωριά, έστελλαν με μια πρώτη αφορμή (μια παραβατική συμπεριφορά λ.χ.) ένα παιδί τους στο άσυλο, γιατί απλά δεν μπορούσαν να το θρέψουν.

Ευτυχώς, η κυπριακή κοινωνία έχει προχωρήσει. Χαρακτηριστικό είναι ότι αυτή τη στιγμή νοσηλεύονται στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας γύρω στα 120 μόνο άτομα. Αυτό έγινε κατορθωτό εξαιτίας των νέων δεδομένων: Η μεγάλη βελτίωση της φαρμακευτικής αγωγής, η προσφορά υπηρεσιών από το κράτος στο πλαίσιο προγραμμάτων στην κάθε κοινότητα, αλλά, κυρίως, η αλλαγή των αντιλήψεων σε σχέση με την ψυχική νόσο, συνιστούν τις κυριότερες αλλαγές. Νοείται ότι το σημαντικότερο βήμα θα γίνει όταν εκλείψουν παντελώς οι προκαταλήψεις και η κοινωνία αποδεχτεί ότι η ψυχική νόσος είναι απλά μια ασθένεια, όπως και η κάθε σωματική.

Γιατί επιλέξατε μια ιστορία αγάπης ως την κεντρική ιστορία;

Δεν νομίζω ότι, τελικά, η ερωτική ιστορία κατέχει κεντρική θέση στο μυθιστόρημά μου. Να το πω και αλλιώς: Κατέχει τέτοια θέση, όσο ο έρωτας στη ζωή μας μ’ όλες τις «λογικές» ή και «παράλογες» εκφάνσεις του. Είναι, όμως, μια ιδέα η οποία με έχει βοηθήσει να «μπω» μυθοπλαστικά στο Ίδρυμα της Αθαλάσσας. Εξίσου κυρίαρχα θέματα με τον έρωτα -έτσι όπως τα πραγματεύομαι στο βιβλίο μου- είναι το καλό και το κακό, η ειρήνη και ο πόλεμος, όσα δηλαδή συνθέτουν την ίδια τη ζωή.

Ποια είναι η αδιόρατη κλωστή που χωρίζει τη λογική από το παράλογο;

Μα, ο ίδιος ο χαρακτηρισμός που δώσατε, «αδιόρατη», δείχνει πόσο δύσκολα προσδιορίσιμη είναι μια τέτοια διαφορά. Και, αν η κλωστή είναι πάρα πολύ λεπτή, αυτό έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση, τις ίδιες τις δυνατότητές μας (βιολογικές, πνευματικές, συναισθηματικές). Ο άνθρωπος προσπάθησε για χιλιετίες στην ιστορία του να «κτίσει» μιαν κοινά αποδεκτή λογική, την οποία όμως, συχνά, με μιαν άλλη «λογική» γκρεμίζει. Αυτό συνεχίζεται σαν ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος.

You May Also Like

Η νεκρή φύση στην κυπριακή τέχνη

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου/Φωτογραφία: Ελένη Παπαδοπούλου Η Ελένη Νικήτα μιλά στο “Π” για την ...

Περίπατος στα βήματα του Βασίλη Μιχαηλίδη

Μετά την επιτυχημένη διοργάνωση του πρώτου Λογοτεχνικού Περιπάτου για τον Γιώργο Σεφέρη στις Πλάτρες, ...

Ο Ντίμης Μιχαηλίδης για το βιβλίο του: «Y 2.200K: a chronical»

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου Η πρώτη μου σκέψη μόλις πήρα στα χέρια μου το ...

Η φεμινιστική Ιλιάδα

Δέκα χρόνια η πόλη της Τροίας αντέχει στην πολιορκία των ελληνικών στρατευμάτων. Το αίμα ...

«Yπάρχει κατάλληλη ηλικία για να μάθει κανείς την πραγματική ιστορία;»

Ο διάσημος συγγραφέας παιδικών βιβλίων και παιδαγωγός Γιάνους Κόρτσακ και το έργο του είναι ...

ΒΑΣΟΣ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΗΣ: Ούτε πολιτική, ούτε κοινωνική βούληση για το μουσείο

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου Διευθυντής του τμήματος Αρχαιοτήτων επί 26 ...

X