Ο πατέρας μου έλεγε, «όταν κρατάς ένα κουλούρι μην κοιτάς την τρύπα, αλλά το ψωμί που θα σε χορτάσει».

Με αυτή τη σκέψη ξεκίνησα για τους Δελφούς την πρώτη Δευτέρα του Αυγούστου, λίγες μέρες μετά τις φωτιές. Φτάνοντας στη γέφυρα της Βαρυμπόμπης ο αέρας μύριζε καμένο ξύλο, ζεστή στάχτη ενώ, όσο κι αν έτρεχα να ξεφύγω από τη φρίκη, η εικόνα της άδικης καταστροφής με ακολουθούσε και στις δυο όχθες του δρόμου. Δέντρα νεκρά, σπίτια κατεστραμμένα, είκοσι χιλιόμετρα καμένη γη μέχρι τη Μαλακάσα, 68.000 στέμματα δάσους που πριν λίγες μέρες πρασίνιζε τις πλαγιές των βουνών, έχασκε τώρα καρβουνιασμένο στο βάθος του ορίζοντα και της ψυχής μου. Μόνη παρηγοριά η σκέψη πως η Φύση με την αέναη δύναμή της θα νικήσει και πάλι το κακό, δημιουργώντας σε μερικά χρόνια καινούργια ζωή, φρέσκα δέντρα, νέες φωλιές. Εκτός και αν… εκτός κι αν δεν… αν δεν… αντέταξα δύσπιστα, αλλά σταμάτησα τον συλλογισμό πριν ολοκληρωθεί. «Μην κοιτάς την τρύπα, κοίτα το κουλούρι», ψιθύρισα, και με μια δόση βεβιασμένης αισιοδοξίας πάτησα γκάζι.

Στο Κάστρο άφησα την Εθνική οδό και μετά από μερικά χιλιόμετρα επαρχιακού δρόμου βρέθηκα στον Ορχομενό, την πόλη του μυθικού βασιλιά Αθάμα, πατέρα του Φρίξου και της Έλλης. Κατά τη μυθολογία, η σχέση του Αθάμα με το μαντείο των Δελφών ήταν καθοριστική. Έχοντας λάβει χρησμό που επέρριπτε στον γιο του τις δυστυχίες εκείνης της χρονιάς, αποφάσισε να τον θυσιάσει για να σωθεί το βασίλειο, όμως, πριν τη θυσία, η μητέρα του Φρίξου, η Νεφέλη, έστειλε ένα χρυσόμαλλο κριάρι να τον απαγάγει. Ο Φρίξος και η Έλλη καβάλα στο ιπτάμενο κριάρι πέταξαν προς την Ανατολή, όμως στο σημείο που η Ευρώπη συναντά την Ασία, η Έλλη έπεσε (θα έλεγα θυσιάστηκε) κι έτσι το πέρασμα έχει ως σήμερα το όνομά της: Ελλήσποντος. Ο Φρίξος φτάνοντας στο βασίλειο του Αιήτη, την Κολχίδα, θυσίασε το κριάρι στον Δία και πρόσφερε το βαρύτιμο δέρας στον βασιλιά. Εκείνος το κρέμασε σε μια βελανιδιά στο δάσος του θεού Άρη κι ανέθεσε σε έναν δράκο να το φυλάει. Ιέρεια του θεού, ως γνωστόν, ήταν η κόρη του Αιήτη, η Μήδεια.

Η περιοχή του Ορχομενού κατοικείται αδιάκοπα από τη νεολιθική περίοδο, δηλαδή εδώ και 8.000 χρόνια περίπου. Από την πρώτη φορά που βρέθηκα στο χωρίο, μου έκανε εντύπωση ο ναός της Παναγίας της Σκριπούς. Η όψη του χτισμένη με ολοστρόγγυλους σπονδύλους αρχαίων κιόνων, μαρτυράει την ήττα της παλιάς θρησκείας από τον χριστιανισμό. Η εκκλησία χτίστηκε το 874, με χορηγό τον Πρωτοσπαθάριο Λέοντα. Είναι πιθανόν αυτοί οι εγκλωβισμένοι στον τοίχο σπόνδυλοι, να προέρχονται από τα ιερά των Χαρίτων και του Διονύσου, που κατά πάσα πιθανότητα βρίσκονταν στη θέση της σημερινής εκκλησίας. Το όνομά της Σκριπούς προέρχεται μάλλον από τις επιγραφές (λατινικά scriptus) με τις οποίες είναι γεμάτοι οι τοίχοι της, εσωτερικά κι εξωτερικά.

Μετά τη Λιβαδειά, το τοπίο σε κάνει να ερωτευτείς τον μαγικό τόπο που λέγεται Ελλάδα, όμως όσο κι αν αγνοείς την τρύπα στο κουλούρι, αυτή είναι μπροστά σου: εκτός από τα πεταμένα μπάζα και τα σκουπίδια στα πιο όμορφα σημεία του δρόμου, η διαδρομή βρίθει γιγάντιες ανεμογεννήτριες. Από βουνοκορφή σε πλαγιά κι από πλαγιά σε λόφο, ξεπροβάλλουν σαν απειλητικοί δράκοι του Δον Κιχώτη ταράζοντας την ηρεμία του τοπίου. Δεν είμαι ειδικός στο θέμα της «πράσινης ενέργειας», γνωρίζω όμως, χρόνια τώρα, τι σημαίνει «πράσσειν άλογα».

Μετά την Αράχοβα, το αναμενόμενο θαύμα επιβάλει σιωπή. Τώρα πια, μόνο ο αέρας και τα τζιτζίκια επιτρέπεται να ακούγονται στον φιδίσιο δρόμο, εκτός κι αν ο προσκυνητής είναι τόσο τυχερός ώστε να ακούσει το κρώξιμο των αετών που, σύμφωνα με τον μύθο, όταν ο Δίας τους άφησε να πετάξουν προς την Ανατολή και προς τη Δύση, εκείνοι συναντήθηκαν στον ουρανό των Δελφών ορίζοντάς τους ως το κέντρο της Γης, τον Ομφαλό του κόσμου.

Ξεκουράστηκα στη ρίζα της Φαιδριάδας Υάμπειας, ξεπλύθηκα στο λιγοστό νερό της Κασταλίας, θαύμασα τον ναό της Προναίας Αθηνάς κι αποφεύγοντας τις κοινότοπες περιγραφές, κατέληξα ότι θα περιορίσω το κείμενό μου σε δύο σημεία τα οποία θεωρώ άξια αναφοράς και διαρκούς μνείας: το πρώτο έχει σχέση με τη σοφία των ρητών, «μηδέν άγαν» (τίποτα υπερβολικό) και «γνώθι σαυτόν» (να έχεις συνείδηση), τα οποία, γραμμένα στον πρόναο του ναού του Απόλλωνα, δίδασκαν κι εξακολουθούν να διδάσκουν την αρμονία του μέτρου και την επίγνωση ότι δεν είσαι παρά ένας θνητός άνθρωπος. Το δεύτερο σημείο αναφέρεται στην ερμηνεία του Ηράκλειτου για τη λαμπερή όσο και δημοκρατική φύση του μαντείου: «ο Άναξ ου το μαντείον εστί το εν Δελφοίς, ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει». 

Κατά την αρχαιότητα, όσοι έρχονταν να πάρουν τον χρησμό από την Πυθία ονομάζονταν θεοπρόποι, κι έπρεπε αρχικά να καθαρθούν στα ιερά νάματα της πηγής Κασταλίας, κατόπιν να προσφέρουν ένα είδος μελόψωμου, τον «πελανό», κι έπειτα να θυσιάσουν ένα ζώο, συνήθως κατσίκι. Το ζώο, το «ιερείο», έπρεπε να είναι υγιές, χωρίς ελαττώματα, και πριν το θυσιάσουν του έδιναν να μασήσει φύλλα δάφνης και το κατέβρεχαν με κρύο νερό. Αν τρεμούλιαζε ολόκληρο, σήμαινε ότι η ημέρα ήταν αίσια και η Πυθία θα έδινε τον χρησμό της, αν όχι σήμαινε πως η ημέρα ήταν αποφράδα και δεν θα γινόταν χρησμοδοσία.

Παρόμοιο τελετουργικό συνάντησα πάμπολλες φορές σε τελετές στην Αφρική και την Ασία. Πριν από κάθε θυσία, ο σαμάνος ή ο Αφρικανός «ιερέας» δίνουν στο «ιερείο» να μασήσει φύλλα και το καταβρέχουν με νερό (ένα είδος αγιασμού), περιμένοντας το τρέμουλο ή το τίναγμα της κεφαλής του. Είτε πρόκειται για τετράποδο είτε για πτηνό, το ζώο ερωτάται αν συμφωνεί να θυσιαστεί για χάριν της θεότητας και η θεότητα ερωτάται αν επιθυμεί τη συγκεκριμένη προσφορά. Το ρίγος και η όρεξη με την οποία θα φάει τα φύλλα, δείχνουν αν όλα βαίνουν καλώς και αν οι ιερείς μπορούν να αρχίσουν την τελετή.

Προσθέτω ακόμη ότι κάθε φορά που παραβρίσκομαι σε ινδουιστικό τέμενος, νομίζω ότι παρακολουθώ μια τελετή (βασιζόμενος τις περιγραφές) σε ναό της αρχαίας ελληνικής θρησκείας. Τόσο μεγάλη είναι η ομοιότης, τόσο κοντά αισθάνομαι τους πολιτισμούς.

Στους Δελφούς, η Πυθία κατέβαινε στο άδυτο, καθόταν σε έναν ψηλό επίχρυσο τρίποδα πάνω από το χάσμα, άκουγε την ερώτηση και μέσα σε κατάσταση εκστατικής και ιερής μέθης, πρόφερε ακατάληπτες συλλαβές τις οποίες κατέγραφαν κι ερμήνευαν ως χρησμούς οι ιερείς.

Αρχικά, οι γυναίκες που αναλάμβαναν τον ρόλο της Πυθίας ήταν νέες, όμορφες και παρθένες. Ωστόσο, μετά την απαγωγή μια νεαρής Πυθίας, ο θεσμός άλλαξε κι επέλεγαν ως ιέρεια μια γυναίκα άνω των πενήντα ετών.

Συνεχίζεται

ΕΙΚΟΝΑ:Μιχαήλ Άγγελος. Σίβυλλα η Δελφική, από την Καπέλα Σιστίνα.

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Ταξιδιωτική Ιστορία

Μια από τις πολλές απώλειες που έφερε η πανδημία ήταν και η ματαίωση των ...

Συνομιλία με την άνοιξη

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Πώς κυλάνε οι σκέψεις… Πηδάνε από το ένα θέμα στο ...

Mια παιδική ανάμνηση, στο σήμερα

Την πρώτη φορά που με πήγαν να δω παράσταση στο Εθνικό Θέατρο, ήταν το ...

Πανοπτικό 2020

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Την των δήμων ελευθερίαν η των αγαθών ανδρών άμιλλα φυλάττει ...

Ένα αλλιώτικο μουσείο στην Αθήνα

Ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί θεαμάτων, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, είναι ...

Αγιόκλημα και γιασεμιά

Εικόνα πρώτη Αθήνα, καλοκαίρι του 1955. Ένα παιδί κλοτσάει με δύναμη την μπάλα του ...

X