O Αντρέας Παναγίδης χτυπά στου Κουφού την Πόρτα

Συνέντευξη στην Ελένη Δημητρίου

Μιλήσαμε ένα μεσημέρι με τον Αντρέα Παναγίδη τρώγοντας φασόλια γίγαντες από τα χεράκια της γυναίκας του της Ελλάδας. Για το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι, που είναι η μεγάλη του αγάπη. Μαζί με τον Δημήτρη Kωνσταντόπουλο αναλύουν και παρουσιάζουν κάθε Σάββατο στο ραδιόφωνο, η ώρα 11 το πρωί, τη μεγάλη ιστορία του Ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Μια εκπομπή που ξεκίνησε τυχαία και συνεχίζει. Στις πιο κάτω γραμμές, ο κυρ Αντρέας μας μιλά γύρω από ένα τραπέζι για αυτά που τον ενδιαφέρουν.

«Ένας καθηγητής με έσπρωξε στη μουσική. Δεν είχα σκοπό να γίνω μουσικός ή κάτι. Πήγα σχολείο στη Λεμίθου, το 1960. Τότε δεν είχαμε μουσικοδιδάσκαλο και μας έστελναν δημοδιδάσκαλους που είχαν κάποιες γνώσεις στη μουσική. Ήμουν τυχερός γιατί μας έστειλαν τον Γιώργο Χριστοφίδη από τον Ύψωνα, που όχι μόνο αγαπούσε τη μουσική αλλά ήταν και άνθρωπος παράδειγμα προς μίμηση. Στην αρχή της σχολικής χρονιάς μας πρότεινε να μάθουμε το μαντολίνο. Μας είπε ‘όποιος θέλει να μου φέρει 3 λίρες να του αγοράσω μαντολίνο’. Μας έβαλε να μάθουμε δύο ασκήσεις, ένας συμμαθητής με βοήθησε και μέσα σε μία-δύο ώρες τις έμαθα απ’ έξω. Τις έπαιξα στον δάσκαλο και τις δύο κλίμακες και μου είπε ‘όσο καιρό σου κάνω μάθημα θα έχεις 20’. Τότε άρχισε ο έρωτας με τη μουσική».

«Μας έβαλε να μάθουμε την πέρδικα, που στην ουσία τι είναι; Είναι κλίμακα του ντο ρε μι φα σολ λα σι ντο ρε.. Κατάλαβα ότι δεν ήταν τυχαίο που μας έμαθε αυτό. Μετά από δύο-τρία χρόνια, κάθε γάμος που γινόταν ήμουν κολλητός με τον βιολάρη, παρακολουθούσα και μάθαινα. Κατάλαβα ότι είχα μουσικό αυτί».

Από πού ξεκινά η αγάπη σου για το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι;

Προσπαθούσα να μάθω τραγούδια για τους γάμους και είχα αγοράσει βιολί και άρχισα να μαθαίνω μόνος μου. Ο τόνος των χορδών του μαντολίνου είναι ο ίδιος με του βιολιού, σολ, ρε, λα, μι. Μια φορά, στον κινηματογράφο του χωριού που πήγαινα συχνά πυκνά, είδα σε μια ταινία τον Τσιτσάνη να παίζει μουσική με μια τραγουδίστρια. Εν τέλη, άφησα το βιολί και ξεκίνησα το μπουζούκι με το οποίο τα βρήκα λίγο σκούρα γιατί δεν μπορούσα να παίξω τους κυπριακούς χορούς που ήξερα. Στον στρατό πούλησα το μπουζούκι, και αφού θα πήγαινα Αθήνα, σκέφτηκα, θα αγόραζα άλλο εκεί. Είχα εκεί ένα φίλο που μου είπε έχω όλα τα τραγούδια του Τσιτσάνη, όχι του Βαμβακάρη ή άλλου, αποκλειστικά του Τσιτσάνη. Αυτό μου κίνησε την περιέργεια, γιατί να του αρέσει μόνο αυτός; Και μου πρότεινε να μου πουλήσει τις μαγνητοταινίες, δεν το έκανα όμως, σκεπτόμενος ότι θα βρω τα πάντα στην Αθήνα, αλλά δεν βρήκα ούτε και μια. Ήταν η εποχή που εκεί τα τραγούδια του Τσιτσάνη και Βαμβακάρη γίνονταν σε 2η εκτέλεση με τον Μπιθικώτση, Πάνο Γαβαλά,τη Γιώτα Λύδια και άλλους, και τα παλιά μπήκαν στο ράφι. Αγόρασα τις δεύτερες εκτελέσεις, «Τα ματόκλαδα σου λάμπουν», «Συννεφιασμένη Κυριακή με Καζαντζίδη», μέχρι μετά τη Χούντα που ξεκίνησε η αναβίωση του ρεμπέτικου με τον Χατζηδούλη και Πετρόπουλο, οι οποίοι πλησίαζαν όλους τους συλλέκτες και έβγαλαν όλο το υλικό σε δίσκους. Είχα επιστρέψει Κύπρο, αλλά δεν είχα την οικονομική δυνατότητα να αγοράσω δίσκους και πήγαινα στα δισκοπωλεία και έκανα επιλογή τραγουδιών από κάθε άλμπουμ και έτσι είχα μια συγκομιδή τραγουδιών σε κασέτες.

Εκείνη την περίοδο που ξεκίνησες να ακούς σοβαρά μουσική, άκουγες και άλλα είδη μουσικής;

Μέχρι το 1990 πήγαινα στα δισκάδικα και δεν κοίταζα τραγούδια που κυκλοφόρησαν μετά το ᾽50. Κυνηγούσα πάντα τις παλιές ηχογραφήσεις. Οι παλιές ηχογραφήσεις γίνονταν με ένα μπουζούκι, ένα μπαγλαμά και μια κιθάρα και ξεχώριζες ποιος έπαιζε, δηλαδή άκουγες και έλεγες «εδώ παίζει ο Τσιτσάνης». Όταν πρόσθεσαν όργανα δεν μπορούσες να διακρίνεις. Ήταν ατόφιες οι πρώτες ηχογραφήσεις. Ο μόνος του οποίου έψαχνα δεύτερες εκτελέσεις ήταν ο Μπιθικώτσης και ο Βαμβακάρης. Στην ηλικία των 5 με 6 χρονών, αυτά που θεωρούνταν στην ενήλική μου ζωή τα παλιά, ήταν σύγχρονα για μένα. Τώρα βγαίνει ένα τραγούδι και είναι σε όλα τα σπίτια την επόμενη μέρα. Τότε ήταν ζήτημα αν υπήρχαν στην Κύπρο 100 γραμμόφωνα ή ραδιόφωνα που άκουγαν οι βιολάρηδες και όταν πήγαιναν στους γάμους έπαιζαν τα νεότερα τραγούδια. Μέχρι να φτάσουν στους βιολάρηδές μας και μετά στα αφτιά μας περνούσαν 4 με 5 χρόνια. Για παράδειγμα, η πρώτη εκτέλεση της Συννεφιασμένης Κυριακής τέλη του ‘40, ώσπου να έρθει στην Κύπρο… και αν το ήξερε ο βιολάρης που έπαιζε σε γάμους στο χωριό και αν το έπαιζε το ΡΙΚ, ο μόνος σταθμός τότε… Άσε που ήταν και ανεπιθύμητο είδος για το ΡΙΚ τότε. Όταν μεγάλωνα, στα αφτιά μου ήταν «Η Παναγιώτα κίνησε», «ο Νικόλας ο ψαράς», κάποια δημοτικά. Τα άλλα έμπαιναν από το ένα αφτί και έβγαιναν από το άλλο.

Τι κατά τη γνώμη σου κάνει ένα τραγούδι να ξεχωρίζει; Τι είναι αυτό που του προσδίδει επίπεδο;

Για να το αρπάξει το αφτί σου πρέπει να ακούσεις τον στίχο, να καταλάβεις το περιεχόμενο του στίχου και η μουσική να συνάδει με το περιεχόμενο. Για παράδειγμα, ο  Χρίστος Λεοντής με τον Ρίτσο, «αυτά τα κόκκινα σημάδια στον τοίχο μπορεί να είναι από αίμα»… Τι μουσική θα έβαζες; Εμβατήριο; Και όμως, έβαλε εμβατήριο… Αυτό δεν γίνεται. Η μουσική δεν ταιριάζει. Όταν το ακούσει το αφτί σου το απορρίπτει. Πρέπει να έχεις εμπειρίες και να ενδιαφέρεσαι για το τραγούδι για να το ξεχωρίσεις, κάποιος που λέει ότι ακούει τα πάντα, κατά τη γνώμη μου βάζει όλα τα είδη σε ένα καζάνι και δεν δίνει σημασία αν οι στίχοι δένουν με τη μουσική. Αυτός που ενδιαφέρεται για τα συναισθήματα που θέλει να επικοινωνήσει ένα τραγούδι το ξεχωρίζει.

Μου ήρθε το «Στου γιαλού τα καβουράκια» σαν μιλούσες, όπου ο Τσιτσάνης νομίζω πετυχαίνει τη χρυσή τομή, μεταξύ του νοήματος και του ρυθμού. Είναι ένα παιδικό τραγούδι, για αυτό πέτυχε..

Δεν είναι ακριβώς παιδικό τραγούδι, είναι ο συμβολισμός του απατημένου συζύγου, του κάβουρα, που πάει και βρίσκει τη φωλιά του άδεια. Στην αρχή δεν έπιασε το τραγούδι γιατί το ερμήνευσε ο Τάκης Μπίνης, ένας βαρύς τραγουδιστής. Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο Ξυλούρης, ένας τραγουδιστής που τραγουδάει ριζίτικα, του οποίου όταν του ζητούσαν να ερμηνεύσει άλλα τραγούδια δεν μπορούσε να το κάνει, τα τραγουδούσε με το ύφος που τραγουδούσε τα ριζίτικα, δεν μπορούσε να αλλάξει ύφος. Η Καλλιόπη Σπύρου πχ, κάποια τραγούδια ρεμπέτικα τα είπε σαν υψίφωνος, δεν μπορούσε να τα πει σαν τον Καλλίνικο τον ιεροψάλτη που ήξερε τι να βάλει μέσα. Ο Τάκης Μπίνης δεν μπήκε στο πνεύμα του τραγουδιού. Στο πάλκο το ερμήνευσε η Μαρίκα Νίνου, η οποία ξεσήκωνε τους πάντες και το είπε με πιο γρήγορο ρυθμό, με σκέρτσα της φωνής. Μπήκε στο πνεύμα του τραγουδιού. Ο Μπίνης τραγουδούσε βαριά τραγούδια της φυλακής. Όλοι έκαναν κάποτε λάθος επιλογή τραγουδιστή. Κάποτε το έκαναν και για εμπορικούς λόγους -αν βάλω τον Καζαντζίδη θα μoυ πουλήσει 500 δίσκους σε μια μέρα. Όμως,  το τραγούδι θα ξεχαστεί, ενώ αν βάλει κάποιον άλλον που θα το ερμηνεύσει σωστά, ίσως να μην κάνει μπαμ στις πωλήσεις άμεσα, αλλά θα πουλιέται σε βάθος χρόνου.

Έχω τη δυνατότητα να σε πάρω να ακούσεις ζωντανά κάποιον από όλους αυτούς που ξέρεις. Ποιον θα διάλεγες και τι να παίζει;

Ξέρεις τι με ρωτάς τώρα; Είναι σαν να με παίρνεις σε ένα ζαχαροπλαστείο και να μου ζητάς να διαλέξω ένα γλυκό ενώ μου αρέσουν όλα! Τραγουδιστές οι οποίοι με συγκινούν είναι ο Μπιθικώτσης, ο Γαβαλάς, ο Τζουανάκος, αλλά και κάποιοι μικροί που για μένα είναι μεγάλοι, όπως ο Πρέκας, ο οποίος έγραψε το Βουνό και του μελοποίησε ο πατέρας του Νταλάρα. Ο Λιθόπουλος, ένας κιθαρίστας του Τσιτσάνη με απίστευτη φωνή, η Ρόζα Εσκενάζι η αιώνια. Αν μπορούσα όταν πεθάνω να πάρω μαζί μου ένα δίσκο θα έπαιρνα έναν ορχηστρικό. Απτάλικος χορός, από τη μια πλευρά να παίζει ο Δημήτρης Μανισαλής βιολί και από την άλλη πλευρά να παίζει ο Γιώργος Μητσάκης με μπουζούκι.

Για ποιο λόγο ξεκίνησες να γράφεις για το λαϊκό τραγούδι;

Οι εγγονές μου με παρότρυναν να γράψω κάτω όλες αυτές τις γνώσεις και ιστορίες που τους έλεγα και επίσης στην κηδεία του μακαρίτη του Νέαρχου άκουσα έναν να λέει «τόσες γνώσεις να πάνε χαμένες;». Και του είπα, ποιoς σου είπε ότι θα πάνε χαμένες; Έγραψε 13 βιβλία, 8 για το λαϊκό και το ρεμπέτικο, και σκέφτηκα θα πουν και για μένα έτσι; Ας τα γράψω τότε. Επίσης, έχω μια βιβλιοθήκη γεμάτη με βιβλία για το ρεμπέτικο, και κάνω μια περίληψή τους, για παράδειγμα, αν έχω 5 βιβλία για τον Τσιτσάνη τα συνοψίζω σε 30 σελίδες, έτσι ώστε κάποιος που δεν έχει τον χρόνο να διαβάσει αυτά τα 5 βιβλία να μπορεί να μάθει αυτά που πρέπει να ξέρει.

Τι επιδιώκουμε με την εκπομπή μας;

Ό,τι λέει το σχόλιο μετά τον τίτλο, Τραγούδια που ξεχάσαμε. Γι’ αυτό δεν παίζουμε γνωστά τραγούδια αλλά διαμαντάκια κρυμμένα που ανακαλύπτουμε ξανά.

Έρχεται κάποιος και σου ζητά να αναλάβεις τον ρόλο του διευθυντή προγραμμάτων ενός ραδιοφωνικού σταθμού. Τι θα έκανες;

Θα έβαζα τρεις ώρες παραδοσιακό τραγούδι, την άλλη μου μεγάλη αγάπη, ρεμπέτικο δύο ώρες. Μια ώρα έντεχνο και το υπόλοιπο λαϊκό τραγούδι αλλά και από αυτό θα αφαιρούσα… Ίσως άφηνα έξω τα πιο αραβικά ανατολίτικα…

 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Balothizer: «Κρητική μουσική από την κόλαση»

Cretan music from hell είναι ο τίτλος του ντεμπούτο άλμπουμ των Balothizer, μιας μπάντας ...

Βραδιά περσικής κλασικής μουσικής στο The Shoe Factory

Το Ίδρυμα Τεχνών Φάρος, σε συνεργασία με την Πρεσβεία του Ιράν στην Κύπρο, γιορτάζουν ...

Τελευταία διαδικτυακή συναυλία και ζυμώσεις για νέο Καλλιτεχνικό Διευθυντή της Συμφωνικής Ορχήστρας Κύπρου

Με ένα νονέτο, έργο για εννέα μουσικούς, του Γιόσεφ Γκάμπριελ Ράινμπεργκερ, η Συμφωνική Ορχήστρα ...

Τζαι πόψε

«Ποιος είσαι,  Ή καλλύττερα, τίνος είσαι,  Πώς εβρέθηκες δαμαί,  Γιατί μιλάς έτσι, Ο Νικόλας ...

Τα Ωραιότερα Τραγούδια της Μπουάτ στο Θέατρο Ριάλτο

Μια βραδιά γεμάτη σπουδαία τραγούδια από το Νέο Κύμα και τις αθηναϊκές Μπουάτ των ...

Ακύρωση συναυλιών Ελευθερίας Αρβανιτάκη

Ακυρώνονται οι δύο προγραμματισμένες συναυλίες της Ελευθερίας Αρβανιτάκη στην Κύπρο λόγω τραυματισμού της ερμηνεύτριας. ...

X