Stabat Mater (Dolorosa)/Η Μητέρα στεκόταν (λυπημένη)

Εδώ δεν φορώ μάσκα όταν περπατώ έξω στον δρόμο. Τα μυρίζομαι κάτω στο πλακόστρωτο, Lord. Ο νοτισμένος αέρας είναι αιθέρια γάζα που αναδεύεται, με τυλίγει και με κάνει ένα μαζί τους. Επικάθονται στις βλεννώδεις μεμβράνες μου και νιώθω τα μόριά τους μέχρι στα ιγμόρειά μου. Γράψε τότε για τα φύλλα, Professor. Μα είχα υπόψη να έγραφα κάτι άλλο, μια τρυφερή λεσβιακή ιστορία. Εσύ μπορείς να τα συνδυάσεις, Professor. Ναι, σιγά που μπορώ. Συνδυασμό μόνο δεν έχει η ύπαρξή μας. Ακόμη έχω τις ραφές, Lord.

Ξενύχτησα τη μέρα πριν φύγω να κόβω τον κλώνο. Ήρθε το συνεργείο και κλάδεψε τα δέντρα την περασμένη βδομάδα, μια περιουσία. Πρώτα ήρθε η μαστόρισσα, Αφρούλα μου συστήθηκε, να υπολογίσει το έργο και τις εργατοώρες και να μου κάνει μια προσφορά. Εννά πρέπει να φορτώσουμε πολλές φορές, να κουβαλήσουμε τούτα ούλλα τα κλωνιά. Ξέρεις πόσα μας χρεώνουν; Ξέρεις; Ήρθε το συνεργείο την επομένη, ο μικρός αφεντικός ο Ρουμάνος και οι δυο μιτσιοί. Από πού ’ναι τα παιδιά; Τον ρώτησα, φοιτητές; Τούτοι ένεν οι καλοί μας, οι καλοί μας επήασιν ένα μήνα πίσω στο Νεπάλ, τούτοι εν προσωρινοί. Κατά το μεσημέρι, πέρασε η Αφρούλα. Μα δε τους ινταλόις στέκουν τζιαι χάσκουν. Αφού περιμένουν να ππέσει ο κλώνος, Αφρούλα, τζιαι μετά να τα κόψουν τζαι να τα συνάξουν. Ε, τζ’ εννά κάθουνται; Εν πον είδες τους άλλους ίντα γλήορα μάχουνται. Nα συνάουν ας εν τζιαι τα φύλλα. Ρε Αντριάν, κατέβα κάτω. Είπα σου εκατόν φορές να μεν εφκαίνεις στα δεντρά, μόνο που την πλατφόρμα, έτσι τζ’ έπαθες τίποτε εν εμένα που ’ννα βουρούσιν.

Έκοψαν από κάτω με το τηλεσκοπικό όσα έφταναν, αλλά έμεινε ο κλώνος. Πού τα παίρνουν τα κλωνιά το φθινόπωρο; To βράδυ τηλεφώνησε ξανά ο άντρας της γειτόνισσας. Μετά που της είπα θα τα κόψω όταν μπορώ, μου είπε ευγενικά εντάξει και ανάθεσε στον άντρα της να καθαρίσει. Κάθε γειτόνισσα ευγενική έχει ένα δυναμικό άντρα να τηλεφωνά. Ναι, είδα, αλλά έμεινε ο κλώνος. Η πισίνα εννά πρέπει να τελειώσει τζιαι να κλείσει την άλλη βδομάδα. Μα εκόπησαν τα κλωνιά. Ναι αλλά ο κλώνος έμεινε. Ο κλώνος εν έρκεται στη δική σας πλευρά. Άμα πωλήσει εννά ’ρτει τζ’ εννά ππέφτουν φύλλα. Ε, να τον κόψουμε προκαταβολικά; Ε, ένεν λογικό;

Eίναι λογικό να μπετώνεις όλη την αυλή και να αφήνεις χώρο μόνο για μια 3 επί 6 πισίνα; Eίναι λογικό, Lord, να έχεις την απαίτηση να κόψει ο γείτονάς σου τα δέντρα του για να μην παίρνει ο αέρας τα φύλλα στην πισίνα σου; Εν για τα μωρά η πισίνα, λέει με καμάρι, μια περιουσία. Τι να σου πω, Professor, ας του έλεγες «o καθένας ό,τι θέλει κάμνει στο κρεβάτι του». Μα για τον κλώνο; Όι, για την πισίνα. Ο κλώνος; Άμα μεγαλώσει θα δούμε.

Έφτασα αργά το απόγευμα στο Charlottenburg, είπα στο ταξί να με αφήσει στη γωνία Κaiser-Friedrich-straße και Zillestraße, παραδίπλα ήταν το κτήριο. «Έφτασα» της έστειλα, δεν τη γνώριζα από κοντά, πρώτη φορά της έστελνα μήνυμα στο κινητό, σε ένα γκρουπ Rentals in Berlin γνωριστήκαμε, είχε ένα έξτρα δωμάτιο να μου δώσει. Πετάχτηκα να πάρω δυο τρία πραματάκια, θα ’μαι ’κει σε δέκα, στον τέταρτο είναι το σπίτι, μου έγραψε πίσω. Ένα ζευγάρι έβγαινε, το σκέφτηκα αλλά η σκέψη πρόλαβε μετά που είχαν κατεβεί σκυφτοί και κουκουλωμένοι το σκαλοπάτι, γύρισε η γυναίκα και με είδε που πρόλαβα και έπιασα το χερούλι της βαριάς πόρτας πριν προλάβει να κλείσει, αλλά εδώ δεν ντρέπομαι και οι άνθρωποι κοιτάνε τη δουλειά τους, γύρισε γρήγορα μπροστά το κεφάλι και ’γω μπήκα μέσα. Professor, τι όμορφα που είναι, στο βίντεο ακούγονται καμπάνες, ποιος ναός είναι; To έψαξα αργότερα στο google maps και της έστειλα, Abt. Finanzen, Bildung u. Kultur. Αφού της άρεσαν οι καμπάνες, σκέφτηκα, θα πάω μια μέρα εκεί να ανάψω ένα κεράκι, να τις προσέχει ο… Ο ποιος; Η ποια; Ποιος άγιος μας προσέχει εμάς; Ποιος άγιος να κρύβεται πίσω από το όνομα Finanzen και να του ανάψω ένα κεράκι να προσέχει τις φίλες μου που περιμένουν παιδί; Είναι τελικά ομοφοβία ή Finanzen ο λόγος που δεν κατανέμεται ίσα η προσδοκία της ευτυχίας, Lord; Δεν της είπα για το κεράκι, δεν θα ’θελα να σκεφτεί Finanzen ή να νομίσει ότι αγωνιώ για το μωρό και να αγωνιά παραπάνω κι αυτή, θα τα πούμε όταν μιλήσουμε για το review του βιβλίου που ετοιμάζει.

Το κατάλαβα ότι έφτασε από τα βαριά αργά βήματα σαν ανέβαινε τα σκαλοπάτια και από τη συχνότητα των παύσεων. Τη φαντάστηκα να κουβαλά τρεις πλαστικές τσάντες από το Ullrich, γεμάτες ψώνια στο κάθε χέρι, να σταματά, να τις αφήνει κάτω να πάρει ανάσα, να τις σηκώνει και να ανεβαίνει ξανά μέχρι το επόμενο κεφαλόσκαλο. Όταν πρόβαλε ανάσαινε με δυσκολία και τα ζυγωματικά της είχαν ροδοκοκκινήσει, φορούσε μαύρο παντελόνι και μαύρο μαντό από πάνω και δεν κρατούσε πλαστικές τσάντες Ullrich. Τελικά το εννοούσε όταν είπε ότι δυο πραματάκια πετάχτηκε να πάρει και τα ‘βαλε στη γυναικεία της τσάντα, μάλλον το ένα ήταν το γιαούρτι και τα άλλο το κρεμμύδι που αργότερα ψιλόκοψε κι έριξε πάνω από τη σαλάτα που έφτιαξε με τα βραστά παντζάρια που ’χε έτοιμα από πριν στη μια από τις δυο κατσαρόλες που χρησιμοποιούμε στην κουζίνα. Μόλις πάτησε στο τελευταίο σκαλί έφερε το αριστερό χέρι πίσω στον γοφό της κι έγυρε πίσω, ισορροπώντας σε εκείνο τον άλλο άξονα ισορροπίας πίσω από τον άξονα βάρους, εκτείνεται κάθετα από τον αυχένα μέχρι τη φτέρνα και μετά με ρίζες κάτω από το πάτωμα, όλες οι έγκυες γυναίκες τον μαθαίνουν. Μισό, είπε, κι έβγαλε τα κλειδιά από την τσάντα. Καλωσόρισες.

Πολλοί φίλοι που εκτιμώ, που αγαπώ και με αγαπούν, μου λένε θέλω να κάμεις και συ δικό σου μωρό. Και τους λέω δικό μου είναι.. Και της λέω δικό μου είναι. Και λίγο πολύ προέκυψε ότι επειδή δεν καταλαβαίνουν, σαν να με λυπούνται ότι χαίρομαι ότι τάχα μου εννά κάμω μωρό. Μα δικό σου μωρό είναι, Lord. Eίναι η κόρη σου. Μαζί αποφασίσατε να κάνετε αυτό το παιδί, μαζί κάνατε την ωοληψία, μαζί μετρούσατε με αγωνία τη χοριακή κάθε μέρα, μέχρι που ’κλεισε ο πρώτος μήνας, μαζί χαϊδεύετε τα δαχτυλάκια της στη φωτογραφία από τον υπέρηχο, μαζί διαλέξατε εκείνη το κρεβατάκι και συ το car seat, μαζί δεν ξέρατε αν θα αντέχατε ή αν θα αντέχατε μαζί μια ακόμη αποτυχία, μαζί όταν περίμενε να τελειώσεις πρώτα με την Καρέλλη και μετά με την Irigaray, όπου σε πήρε η Καρέλλη. Στην Irigaray δεν είναι που το αίμα είναι αυτό που επανέρχεται, αναθερμαίνεται και ενεργοποιεί τις αισθήσεις [;] Το αίμα είναι αυτό που αποσύρει τον πατριαρχικό λόγο, ως κομμάτια νεκρού δέρματος, αναζωογονώντας, ταυτόχρονα, και τα χείλη τα οποία ετοιμάζονται να ενεργοποιηθούν, να μιλήσουν τον δικό τους λόγο, τον λόγο που περιλαμβάνει τη δική τους εμπειρία (Irigaray, This Sex Which Is Not One). Το αίμα μέσω της διαρκούς κίνησής του, της θρεπτικότητας, της ζωτικότητάς του, είναι το ίδιο μία ρευστή ζωή. Το γυναικείο υποκείμενο, μέσα από την κατάφαση της ζωής που πηγάζει από την κινητήριά του δύναμη, δηλαδή το αίμα, αναγεννάται, διεκδικεί και καταπνίγει τα νεκρά κύτταρα και τα αχρηστευμένα συστατικά του πατριαρχικού λόγου. (LV 196).

Και πώς θα την ονομάσεις; Δεν ξέρω, δεν σκέφτηκα ακόμη. Θέλω, ρε παιδί μου, να έχει στη ζωή του το παιδί μια πατρική φιγούρα. Έτσι λέει κι ο Freud, χρειάζονται τα παιδιά μια ανδρική φιγούρα να μπορούν όταν μπουσουλάνε να ξέρουν ποιος είναι ο πατέρας τους, από την άλλη βλακείες λέει, τόσα παιδιά μεγαλώνουν και ο πατέρας είναι μακριά ή δεν θα τον γνωρίσουν ποτέ αλλά δεν θα πούμε τι κρίμα δεν θα μπορέσει να μεγαλώσει και να ξέρει ότι η μάνα του φταίει που δεν είχε φαλλό κι έτσι να αποφασίσει να ψάξει αποφασιστικά να βρει την επιτυχία. Πήγα και σε ψυχολόγο, τόσα χρόνια μια περιουσία. Δική σου επιλογή είναι, μου είπε. Τι επιλογή μαλάκα μου, μόνο κορίτσια βλέπω και λέω τι όμορφη, και να πρέπει πάντα να σκέφτεσαι όχι, αγοράκι είναι το σωστό, ένα παιδί θέλει και πατέρα και μητέρα, να παντρευτείς είναι μια επιτυχία. Θέλω να κάνω οικογένεια, θέλω να παντρευτώ μια γυναίκα. Τώρα θα πηγαίνει το παιδί σχολείο και τι θα λέει όταν τα άλλα παιδάκια το ρωτάνε πού είναι ο μπαμπάς σου; Μην ανησυχείς, την καθησυχάζω, θα δούμε. Θα αλλάξουν τα πράματα; ρωτά. Θα δούμε, της λέω, έκοψα ένα κλώνο από το δέντρο στον κήπο μου πριν φύγω, έφυγα και δεν ήθελα να πάνε οι γείτονες να κάνουν πρόβλημα στο δικό μου παιδί. Μαζί θα τ’ αγαπούμε τα παιδιά μας.

Lord, άκου με. Πώς να καταλάβουν άνθρωποι που σκοτώνουν τον γείτονα επειδή πάρκαρε στο δρόμο, εκεί που θεωρούν ότι είναι δικό τους το δημόσιο πάρκινγκ εκ χρησικτησίας. Το σώμα μου, τα όρια μου. Το παιδί μου, η ιδιοκτησία μου. Finanzen. Τελεία. Δώσανε στα gay ζευγάρια το σύμφωνο συμβίωσης, δεν θα τους δώσουνε και το δικαίωμα να παντρεύονται και να κάνουν παιδιά, ο κλώνος είναι στη δική σου πλευρά, κλαδεύτηκε, συγυρίστηκε, αλλά την άνοιξη θα πωλήσει, τα κλαδιά θα περάσουν πάνω από τον φράκτη, ένεν λογικό να κλαδευτεί αυστηρά προκαταβολικά, να μην πέφτουν φύλλα, να λερώνει η 3 επί 6 πισίνα που θα παίζουν τα παιδάκια;

Κατά τις έξι με εφτά συναντιόμαστε στην κουζίνα. Έφαγα, μου λέει, από αυτό που έφτιαξες, μ’ άρεσε, έβαλες μέσα soy sause; Όχι, μου ’χες πει ότι δεν σου αρέσει η soy sauce. Κάθεται κοντά στο παράθυρο και χαϊδεύει την κοιλιά της. Αύριο θα μαγειρέψω εγώ, λέει. Φτιάχνω ωραία σούπα κοτόπουλο, μετά βάζω και αβγό μέσα, αβγολέμονο τη λέμε. Κι εμείς αβγολέμονο τη λέμε, της λέω. Ίσως να μην κάνει όμως για το παιδί, λέει, τα αβγά έχουν σαλμονέλα. Καλά, την αφήνεις να ψηθεί καλά. Όχι, δεν κάνει, ομελέτα θα κάνω τα αβγά και θα τα ρίξω μετά μέσα.

Πού τα παίρνουν τα κλωνιά το φθινόπωρο;

Και τώρα υπήρχε μόνο μια φωνή, μια απαίτηση. Η δική της φωνή, μέσα στην οποία εκατομμύρια φωνές είχανε μπει. Μια φωνή όπως το φοβερό ξέσπασμα της βροντής. Μια απαίτηση όπως τα μεγάλα νερά που συναντιούνται. Μια τρομακτική φωνή που έκανε τ’ αφτιά της να πάλλονται, που έκανε τον εγκέφαλό της να πάλλεται, που ταρακουνούσε τα ίδια τα σωθικά της και την έκανε να τρεκλίζει, μα να μην πέφτει κάτω από το αποτρόπαιο βάρος του ήχου που την έπνιγε στη βούλησή του να αρθρωθεί. «Θεέ», είπε λαχανιασμένη, πιστεύουμε. Σου το ’χουμε πει ότι πιστεύουμε. Δεν σ’ έχουμε απαρνηθεί, ανασηκώσου λοιπόν και υπερασπίσου μας. Αποδέχθου μας, ω Θεέ, μπροστά σε όλον τον κόσμο. Και δώσε μας το δικαίωμα στην ύπαρξή μας!*

*Η τελευταία παράγραφος είναι σε μετάφραση δική μου, η τελευταία παράγραφος του βιβλίου της Ράντκλιφ Χολ, Το πηγάδι της μοναξιάς, εξώφυλλο του οποίου εικονίζεται στη φωτογραφία. Κυκλοφόρησε στην Αγγλία το 1928 και τόλμησε ανοιχτά, όπως γράφει ο Π. Ευαγγελίδης, «να περιγράψει αυτό που η βασίλισσα Βικτωρία είχε πει ότι απλά δεν υπάρχει: την ερωτική έλξη γυναίκας προς γυναίκα και τη φυσική ολοκλήρωση αυτής της επιθυμίας».

Ζέλεια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου

You May Also Like

Οι Περιούσιοι

Γράφει η Ζέλια Γρηγορίου, Αναπληρώτρια καθηγήτρια Πανεπιστήμιο Κύπρου Έχουν προτεραιότητα οι κάτοικοι των οικονομικά ...

Οι χλωροί

Δεν θυμούμαι αν είχα πάει με την ξαδέλφη μου ή με παιδιά από τη ...

Οι εκκαθαριστές

Την Παρασκευή 16 Απριλίου 2021 ο γενικός εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας Γιώργος Σαββίδης προέβη ...

Ghosting

Εξαφανίστηκε. Φιλενάδα τι εννοείς, εξαφανίστηκε ή τον εξαφάνισες; Εξαφανίστηκες; Στο messenger και στο whatsapp ...

Τα κοπέλια

«Μιαν φορά τζι έναν τζαιρόν ήταν μια γριά. Τυφλή αλλά σοφή». Ή μήπως ήταν ένας σοφός ...

Τα υποκείμενα

«Η δουλειά μας δεν είναι να κάνουμε τους Κύπριους Εγγλέζους», γράφει ο Robert Hamilton ...

X