Κουβέντες στον αέρα με τον Ευαγόρα Καραγιώργη

Ο συνθέτης και τραγουδοποιός Ευαγόρας Καραγιώργης χτύπησε «Στου κουφού την πόρτα» ένα σαββατιάτικο πρωινό στο ραδιόφωνο του 107.6. Με τον Δημήτρη Κωνσταντόπουλο για μια συνέντευξη…άτυπη, δηλαδή φιλική. Και ακριβώς έτσι μπορεί να δει κανείς τον Ευαγόρα. Σαν φίλο. Στο βγάζει άλλωστε από την εφηβική του στάση απέναντι στα πράγματα, αλλά και την ανοιχτοσύνή του απέναντι στις διάφορες κουβέντες. Όσα είπανε στο ραδιόφωνο ήταν πολλά, συνοδευόμενα με τις μουσικές που έφερε ο ίδιος σε ένα στικάκι. Μπορείτε να διαβάσετε μερικά στις πιο κάτω γραμμές με έναν ζεστό καφέ σαν να είστε στην παρέα ενός καλού σας συγγενή..

Σπούδασες στη Νέα Υόρκη. Αυτή η περίοδος της ζωής σου στην Αμερική, πώς σε ώθησε να πειραματιστείς με αυτούς τους ήχους;

Υπήρχαν πολλά τη δεκαετία του ’80 στη Νέα Υόρκη όταν πήγα για μουσικές σπουδές. Ο εσωτερικός μου κόσμος αντιδρούσε στο τμήμα στο οποίο παρακολουθούσα μαθήματα γιατί ήταν αυστηρά κλασικών προδιαγραφών ενώ εγώ ήμουν της λαϊκής μουσικής. Έπαιζα κιθάρα, ρεμπέτικο κ.λπ. και ένιωθα μέχρι και τον τρίτο χρόνο πολύ χάλια. Μετά άρχισα να παίρνω τα πάνω μου όταν άρχισα να γράφω μουσική. Παράλληλα άκουγα πολύ ραδιόφωνο και συγκεκριμένα τον σταθμό WNYC, ο οποίος έπαιζε τα πάντα, αλλά και σύγχρονα και εναλλακτικά, ηλεκτρονική μουσική όπως Mike Oldfield και μουσική new age, από τα οποία επηρεάστηκα. Tην ίδια στιγμή, ένας καθηγητής με οδήγησε στο να έρθω στην Κύπρο και να πάρω το λαούτο στην Aμερική. Είχαμε ένα μάθημα μαζί του το «Living traditions in arts» όπου μελετούσαμε και εμβαθύναμε σε παλιές παραδόσεις σε διάφορους τομείς, όπως τα κομοδρόμια της Λαπήθου, τα κεντήματα κ.λπ. Τότε ξεκίνησα να επιστρέφω στην παραδοσιακή μουσική σε συνδυασμό με το τι άκουγα τότε στο ράδιο και το περιβάλλον της Νέας Υόρκης γενικότερα. Κάπως έτσι βγήκε ο δίσκος «Κεντήματα», μια δουλειά ολοκληρωμένη μαζί με δέκα τραγούδια του Δ. Λιπέρτη που παρουσίασα στο Village σε ένα κυπριακό εστιατόριο τον «Μέναδρο» με ένα πιάνο και ένα βιολί.

Τι ήταν τα παιδικα ακούσματά σου;

Ο πατέρας μου έπαιζε λαούτο, χόρευα όλους τους κυπριακούς χορούς. Τα καλοκαιρινά βράδια, ήμουν χορευτής του Καναγιώρκη. Μετά τα αδέλφια μου αρχισαν να μαθαίνουν μπουζούκι, Ξαρχάκο, Θεοδωράκη της εποχής. Δεν ήμασταν πολύ του λαϊκού.Κατ’ ακρίβειαν το ακούγαμε στους γάμους και κάναμε κριτική. Παίζαμε μόνο το δήθεν «έντεχνο».

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι η μουσική είναι κατα βάση χορευτικό είδος. Εσύ συμφωνείς;

Όχι, η μουσική μπορεί να είναι οτιδήποτε, και χορευτικό, αλλά όχι μόνο αυτό. Για παράδειγμα, το νανούρισμα. Αν πάρουμε την παραδοσιακή μουσική έχουμε τραγούδια για τη γέννηση, τον θάνατο, την τελετή του γάμου. Εκεί θα βρεις όλες τις φόρμες, που φυσικά η κάθε μια εξελίχθηκε.

Ακούς ραδιόφωνο;

Στο αυτοκίνητο κυρίως..

Πώς το βλέπεις;

Αυτό που παρατηρώ και μετά λύπης μου θα το πω είναι ότι το ραδιόφωνο παίζει και γενικά στην Κύπρο τραγούδι, τραγούδι και τραγούδι. Η μουσική δεν είναι μόνο τραγούδι. Για αυτό και σου είπα πριν για τον σταθμό στη Νεα Υόρκη. Έπαιζε όλα τα είδη μουσικής. Σήμερα στο ραδιόφωνο της Κύπρου δεν ακούς ορχηστρική μουσική, ίσως μόνο από το 4ο του ΡΙΚ. Παλαιότερα ακούγαμε διάφορα πράγματα. Δηλαδή, αν έβγαζε ο Μαρκόπουλος ένα ορχηστρικό θα το ακούγαμε ή ο Χατζηδάκις. Έχω την εντύπωση ότι τα ραδιόφωνα σήμερα προωθούν τις εταιρείες συγκεκριμένων τραγουδιστών. Δεν έρχεται ο σταθμός να προτείνει διαφορετικά είδη μουσικής στον κόσμο και να αποφασίσει αυτός αν είναι καλά. Επειδή κάποιος έχει ένα μικρόφωνο στην κατοχή του είναι εξουσία. «Βάζω ό,τι γουστάρω εγώ», όμως, για σκέψου, είσαι πίσω από ένα μικρόφωνο, είσαι κυβερνήτης ενός σκάφους. Το σκάφος σε αυτή την περίπτωση είναι ο κόσμος, το ακροατήριο, άρα, πού θα το πάρεις; Δεν θα το πάρω στα βράχια, θα βάλω καλά τραγούδια, αλλά δεν είναι μόνο τραγούδια η μουσική. Στην Κύπρο σήμερα υπάρχουν πολλά παιδιά που κάνουν εναλλακτική μουσική. Ο Δημήτρης Σπύρου στη Λεμεσό, για παράδειγμα, που δεν ακούμε ποτέ στο ραδιόφωνο. Η Αναστασία, ο Λευτέρης Μουμτζής, η Παυλίνα Κωνσταντοπούλου ανάμεσα σε πολλούς άλλους. Αν δεν είσαι όνομα, δεν ακούγεσαι.Το ραδιόφωνο υπάρχει για να δίνει επιλογές και ευκαιρίες στον ακροατή να ανακαλύψει πράγματα. Δίνοντας χώρο σε εναλλακτική μουσική, μπορούμε να ανακαλύψουμε ξανά το καλό λαϊκό τραγούδι, είτε αυτό είναι το έντεχνο, είτε ρεμπέτικο, κ.λπ.

Πιστεύεις ότι υπάρχει σύγχρονη «παραδοσιακή» μουσική σήμερα;

Δεν θα απαντήσω στο ερώτημα καθ’ αυτό. Αν υπάρχουν παραδοσιακοί μουσικοί που ψάχνουν και παίζουν παραδοσιακή και ασχολούνται με κάποιον τρόπο, τότε θα έλεγα ναι υπάρχει.Αν γράφεται σήμερα παραδοσιακή μουσική, όχι, δεν γράφεται. Η παραδοσιακή μουσική ήταν πάντα ανώνυμη, διαδιδόταν από στόμα σε στόμα. Δεν ξέρουμε ποιος έγραψε την «Τυλλιρκώτισσα» ή «Το Γιασεμί». Επίσης, μπορεί κάποια μουσική να μοιάζει με την παραδοσιακή. Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Γρηγοριανή μουσική. Υπάρχει στην ιστορία της Δυτικής μουσικής, η γρηγοριανή, ο Μεσαίωνας, το μπαροκ, άρα η δική μας η μουσική, η πανελλήνια δημοτική παραδοσιακή μουσική, εντάσσεται σε έναν χρόνο που δεν είχε καταγραφές των ονομάτων των δημιουργών. Όσο ο άνθρωπος την ακούει, τη μελετά όπως ηχογραφήθηκε, τότε ζει και αυτή με έναν τρόπο.

Η ανάγκη για επαναπροσέγγιση τραγουδιών με εμφανές το παραδοσιακότροπο ή παραδοσιακό στοιχείο μέσα από νέες ενορχηστρώσεις, ήχους, όργανα κ.λπ. είναι ένδειξη ενός βαλτώματος της παραδοσιακής μουσικής; Εξασφαλίζει την επιβίωσή της ή προκειται για μετάθεση στοιχείων παραδοσιακών στο τώρα; Εκτός του παραδοσιακού ήχου και κουλτούρας;

Είναι πολλά πράγματα.Υπάρχει ένα θέμα ανικανότητας κάποιων μουσικών…Κάποιοι μουσικοί είμαστε ανίκανοι να ασχοληθούμε με πιο μοντέρνα είδη, όπως την κλασική, νέα, σύγχρονη ηλεκτρονική. Οπότε, το παραδοσιακό είναι πιο απλό είδος. Άρα καταλήγουμε να ασχολούμαστε με κάτι που μπορούμε να καταφέρουμε. Τώρα αυτό γίνεται με όλα τα είδη μουσικής. Το είδος που επιλέγει να εστιάσει ένας μουσικός είναι και θέμα ικανότητας, βιωμάτων, ενδιαφέροντος. Ο πατέρας μου έπαιζε λαούτο, ήταν στο αίμα μου, δεν μπορούσα να το αποβάλω και να γράψω μια αβάν γκαρντ μουσική. Ήθελα η μουσική μου να έχει σχέση με τους δικούς μου, να μπορούν να την καταλάβουν. Επίσης, αυτές οι νέες ενορχηστρώσεις γίνονται και σε άλλα είδη μουσικής. Για παράδειγμα στην τζαζ. Κάποια σχήματα παίρνουν Μπαχ και τον εντάσσουν στην τζαζ. Αν η παραδοσιακή μουσική θα επιβιώσει μέσα από αυτά; Δεν θα επιβιώσει όπως ήταν. Όπως ήταν είναι είδη εκεί, απλά στοιχεία της μεταφέρονται. Για παράδειγμα, το μουσικό σήμα του ΡΙΚ «Αγιά Μαρίνα και κυρά». Αυτό δεν είναι κυπριακό, αλλά θεωρείται από τα πιο κυπριακά μουσικά μοτίβα. Θα το βρούμε σε σουίτα του Μπαχ, στο πρώτο ινβένσιον στην ντο του Μπαχ. Αυτό ήταν ένα μοτίβο που ταξίδεψε από τόπο σε τόπο και έφτασε και σε εμάς όταν το έπαιξε ο μουσικός Αβέρωφ με πιτσικάτο κάποτε, όταν έγινε το πρώτο σήμα του ΡΙΚ γιατί το τραγουδούσε ο κόσμος σαν το γνωστό νανούρισμα. Σε όλες τις εποχές, όλοι οι μουσικοί που εκτιμούσαν τους προηγούμενους έπαιρναν θέματα από αυτούς και έκαναν κάτι καινούργιο. Εγώ το έκανα κατά κόρον στη δουλειά μου. Θα έλεγα πως δεν υπάρχει σωστή απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Το θέμα είναι αν κάνεις κάτι που αναδεικνύει καλύτερα το παλιό. Εδώ έχει πεθάνει αυτό που αποκαλούμε έντεχνο. Το νέο τραγούδι στην Ελλάδα είναι αυτό που κάνει ο Αγγελάκας και κάποιοι νέοι μουσικοί πιο προχωρημένοι, όπως π.χ. η Χατζηφραγκέτα.Έχει πεθάνει αυτό που πολλοί από εμάς κάνουμε, απλώς το αναβιώνουμε.

 

 

Τι σηματοδοτεί ο  νέος σου δίσκος, «Η ιστορία μιας εικόνας», στον τρόπο που εσύ βλέπεις τη μουσική;

Eίναι μια νέα προσέγγιση ενός υλικού που κατά βάση υπήρχε. Είναι το τι μπορούσα να κάνω εγώ το 2000 όταν θέλησα να γράψω μουσική με θέμα τον πίνακα «Ο Κόσμος της Κύπρου» του Α. Διαμαντή. Άρα, μελέτησα το έργο του, την αφήγηση για τον πίνακα, τους χαρακτήρες. Πήρα κάποιες λεπτομέρειες για κάποιους από αυτούς για τους οποίους μιλά ο Διαμαντής στην αφήγηση, για παράδειγμα το τρίτο κομμάτι στον δίσκο, «Μαύρα ήταν τα ρούχα τους ». Πήρα ένα κομμάτι με τίτλο «Όσο βαρούν τα μαύρα ρούχα». Είναι ένα τραγούδι πολύ γνωστό, παλιό με καταγωγή τη Μικρά Ασία και το πήρε ο Στέλιος Φουσταλιέρης στην Κρήτη. Έκανα μια επεξεργασία του κομματιού αυτού για να εκφράσω αυτό το μαύρο των ρούχων που φορούσαν οι παλιοί Κύπριοι.

Πώς θέλεις να δει ο σύγχρονος Κύπριος αυτή τη δουλειά;

Ο καθένας θα το ακούσει και θα του δώσει κάτι ξεχωριστό. Δεν έχω άποψη για το πώς θα το ακούσει ο καθένας. Για τον δίσκο έπαιξαν μουσικοί τους οποίους συγκρότησε σε μια μικρή συμφωνική ορχήστρα ο Πέτρος Στυλιανού ο μαέστρος. Το ηχογραφήσαμε σε δύο μέρες στο Θέατρο Παλλάς στη Λευκωσία. Συμμετέχει επίσης η ποίηση του Σεφέρη που συνδέεται με το έργο του Διαμαντή αφού ήταν φίλοι. Τραγουδά ο Γιάννος Διονυσίου, ένας νέος Κύπριος τραγουδιστής που ζει και θριαμβεύει στο λαϊκό τραγούδι στην Ελλάδα.

Πώς περνάς την καθημερινότητά σου;

Ξυπνάω νωρίς το πρωί, πάω στο σχολείο, ταλαιπωρώ τους μαθητές μου και τους καθηγητές. Μετά, το μεσημέρι ξεκουράζομαι και το απόγευμα δουλεύω στο κομπιούτερ ή στο πιάνο, αναλόγως με το τι έχω να κάνω.

Τα διαλείμματα βάζεις μουσική στους μαθητές;

Ναι, βεβαίως, ακούμε διάφορα καθημερινά.

Τους ρωτάς τι ακούν;

Τους λέω να φέρνουν και δική τους μουσική, αλλά σπάνια το κάνουν. Έχουμε αρκετά ξένα παιδιά, έτσι σκέφτηκα να κάνουμε μια «Διεθνή Μέρα Μουσικής» και τους ζήτησα να μου φέρουν μουσικές από τις χώρες τους.

Τι είναι για σένα μια στιγμή έμπνευσης;

Δεν είναι ένα πράγμα, είναι διάφορες στιγμές. Μπορεί να μου έρθει μια ιδέα για μουσική ή και στίχο στο αυτοκίνητο. Για παράδειγμα, στην περίπτωση του κομματιού «Ρήγας της Ανατολής», ο Μιχάλης Πιερής έγραψε έναν στίχο που δεν έχει ρίμα. Αυτό ήταν πρόσκληση…είχα κάνει προσωπική σπουδή σε τραγούδια παλαιότερα, κατά εποχές, π.χ. ένα τραγούδι που μελοποίησα το ’86 όντας φοιτητής μεταπτυχιακού ήταν του Καβάφη «Η Πόλις». Αυτό επίσης δεν έχει ρίμα. Oπότε, πρέπει να ταξιδεύεις στις μουσικές κλίμακες, να βρεις λύσεις. Ένας στίχος είναι ένα πρόβλημα προς λύση, αν θα το κάνεις μουσική ή εικόνα.

 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Διαδικτυακά ρεσιτάλ πιάνου από τη Matea Leko

Στην Κύπρο μετακόμισε πρόσφατα η περίφημη πιανίστα Matea Leko από την Κροατία και στο ...

57η Μπιενάλε Τέχνης Βενετίας | Ο χρόνος μέσα στη ζωγραφική

Συνέντευξη στη Χριστίνα Λάμπρου Για την «ενεργοποίηση διάφορων πραγματικοτήτων» και πιθανοτήτων μέσα στο χώρο ...

Αντίο στον βασιλιά -και τη βασίλισσα- της ροκ ‘ν’ ρολ

Σε ηλικία 87 ετών έφυγε το Σάββατο, 9 Μαΐου, από τη ζωή ο Λιτλ ...

odyicons21 | theYard.Residency.21

Η πρώτη σειρά μουσικών παραστάσεων των ody icons εν μέσω πανδημίας αφορά την επιστροφή ...

Δήμητρα Γαλάνη και Μιχάλης Χατζηγιάννης στην Κύπρο

Στις 21 Νοεμβρίου στο Θέατρο Ριάλτο και στις 22 Νοεμβρίου στο Red στη Λευκωσία, ...

Amen II: Αντίο επί σκηνής

Συνέντευξη στην Κατερίνα Μιχάηλου Μία προσωπική ανάγκη να αντιμετωπίσει κάθε είδος αποχαιρετισμού, οδήγησε τον ...

X