Περί Μύθου και Τέχνης

Η τέχνη είναι το αντίδοτο της ζωής στον θάνατο. Ο ποιητής πρέπει να τιμάει την τέχνη, να την αγαπάει, να την υπερασπίζεται, ακόμα και με τη ζωή του αν χρειαστεί. Διότι η τέχνη είναι το αντίδωρο ή αλλιώς, ο οβολός στο μεγάλο ταξίδι. 

 

1

Κάτω απ΄ τον ναό της Immacolata Concession, στη via Veneto, της Ρώμης (2), υπάρχει μια μακρόστενη κρύπτη. Στα πέντε δωμάτιά της, οι μοναχοί του Τάγματος του Αγίου Φραγκίσκου έφτιαξαν έναν απίθανο «τρομοκίτς» μνημείο, χρησιμοποιώντας εκατοντάδες κρανία και σκελετούς προηγούμενων καλόγερων. Μούμιες με φθαρμένα ράσα, άλλες ξαπλωμένες, άλλες όρθιες, με το κεφάλι χωμένο στο σκοτεινό βάθος της κουκούλας, κρατάνε σταυρούς, δρεπάνια, κομποσχοίνια, έτοιμες για τον μακάβριο χορό της τελευταίας επίγειας λειτουργίας, αυτόν που θα κάμει –όπως υποστηρίζουν- τους έσχατους πρώτους. Άδεια κρανία τοποθετημένα τρυφερά το ένα πλάι στο άλλο -μέτωπο με μέτωπο, όπως ίσως δεν τόλμησαν να ακουμπήσουν ποτέ όσο ζούσαν- πολλαπλασιάζουν σαν ηχεία τους ψιθύρους των ζωντανών, ενώ οι οροφές, οι κοιλότητες, οι καμάρες, είναι διακοσμημένες ασφυκτικά με μαυρισμένα κόκαλα ανθρώπινων σκελετών. Τα σχέδια στους τοίχους δεν υμνούν, δεν φοβίζουν, απλά υπογραμμίζουν σαρκαστικά τη γελοιότητα μιας τόσο εφήμερης ζωής, την αθλιότητα ενός τόσο αιώνιου θανάτου.

Ο θάνατος είναι ένας άθλιος φανφαρόνος, κοκορεύεται κρυμμένος στα σκοτάδια, σίγουρος ότι έχει με το μέρος του την αιωνιότητα, όμως, κάπου στο σύμπαν, παραμονεύει κι ο δικός του θάνατος, είναι νόμος της φύσης χωρίς εξαιρέσεις: Quello che voi siete, noi eravamo. Quello che noi siamo, voi sarete προειδοποιούν απροκάλυπτα οι σκελετοί. Quello che tu sei io ero. Quello che io sono tu sarai, κάγχασε ο πεθαμένος την πρώτη νύχτα, κοιτώντας τον θάνατο στα μάτια.

 

2

Στις κατακόμβες της via Appia Antica, ο στενός χώρος απέπνεε νεκρίλα, ευτυχώς άοσμη. Αντέγραφε –για το μάθημα Ιστορίας της Τέχνης- μια ασήμαντη αισθητικά και ιστορικά τοιχογραφία, από τον θόλο ενός εξίσου ασήμαντου παρεκκλησιού. Η απόλυτη ησυχία άφηνε ν΄ ακούγεται πάνω στο χαρτί ακόμα και το σύρσιμο των πινέλων, ο ήχος έβγαινε βαρύς ή ανάλαφρος, ανάλογα με την πυκνότητα του χρώματος.

Από το σκοτεινό πλοκάμι του παλαιοχριστιανικού λαβύρινθου ακούστηκαν πεταχτά βήματα. Σε λίγο φάνηκε κοντά του ένας νεαρός ιερέας. Μαύρο καλοσιδερωμένο ράσο, πλατύγυρο γυαλιστερό καπέλο στο χέρι, άσπρο κολάρο, καθαρή χωρίστρα στο δεξί μέρος της κεφαλής, με δυο λόγια η εικόνα κάποιου που φιλοδοξεί να δει τον εαυτό του τουλάχιστον καρδινάλιο. Ο Νικόλας –ίσως επίτηδες- τον χαιρέτησε χωρίς να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ιδιότητά του. Ο ιερέας επηρεασμένος –προφανώς- από το στρατιωτικό τζάκετ που μαρτυρούσε την ιδεολογία του φέροντα, παρερμήνευσε τον απλό χαιρετισμό και, για τιμωρία, διέταξε τον Νικόλα να εγκαταλείψει πάραυτα το παρεκκλήσι. Κουφός στις διαμαρτυρίες, κλείδωσε τη σιδερένια καγκελόπορτα με μια χοντρή αλυσίδα κι έφυγε. Ο Νικόλας έμεινε απ΄ έξω να κοιτάζει τσαντισμένος την ασήμαντη τοιχογραφία που δεν πρόλαβε να τελειώσει. Και τότε –ενστικτωδώς- πέρασε το μπράτσο του ανάμεσα στις μπάρες της πόρτας, το έχωσε κάτω από τον χοντρό μουσαμά που σκέπαζε την Αγία Τράπεζα, ψαχούλεψε λιγάκι και, χωρίς να το καλοσκεφτεί, άρπαξε ένα αντικείμενο. Το έκρυψε βιαστικά στο σακίδιό του –όπως ο Γιάννης Αγιάννης τα κηροπήγια του επισκόπου- κι εξαφανίστηκε. Μέχρι να βγει στον καθαρό αέρα, η καρδιά του χτυπούσε σαν ταμπούρλο.

 

 

Στο λεωφορείο κοίταξε λαθραία το λάφυρο. Ήταν ένα παλιό ασημένιο δισκοπότηρο. Αισθάνθηκε το μέταλλο ζεστό στην παλάμη του. «Είναι άραγε ο μύθος που περιβάλλει αυτού του είδους τα αντικείμενα, ή η ενέργεια που εναπόθεσαν πάνω του χιλιάδες πιστοί ζητώντας άφεση αμαρτιών;», αναρωτήθηκε, κι όταν έφτασε σπίτι, αποφάσισε να το απομυθοποιήσει. Το έπλυνε καλά και το έβαλε σε καθημερινή χρήση. Έπινε τον καφέ, το κρασί, την μπύρα του, το παρατούσε πάνω στο ακατάστατο τραπέζι, το ξεχνούσε στον βρώμικο νεροχύτη, του φερόταν όπως φέρεται κανείς σε ένα κοινό ποτήρι.

Δυο τρεις εβδομάδες αργότερα, πρόσεξε ασυναίσθητα ότι η καθημερινή επαφή με το αντικείμενο είχε αλλάξει τους τρόπους του. Ο νεροχύτης σπάνια έμενε βρώμικος, το τραπέζι ήταν τακτοποιημένο. Και συμπέρανε ότι, αντί αυτός να απομυθοποιήσει το αντικείμενο, το αντικείμενο μυθοποιούσε την καθημερινότητά του.

Τούτη στάθηκε μια από τις σημαντικότερες διαπιστώσεις στην εξέλιξη της δουλειάς του.

Δεν υπάρχει παλιός ή νέος μύθος. Πρόκειται για το ίδιο αρχέτυπο, με άλλη ερμηνεία σε κάθε εποχή.

Τα έργα της αρχαιότητας, δίχως τον μύθο, είναι απλά αντικείμενα. Τα έργα της σύγχρονης τέχνης, δίχως τον μύθο, είναι απλοϊκές ταχυδακτυλουργικές επινοήσεις.

Ο Μύθος μεταμορφώνει την καθημερινή πράξη σε ηρωισμό, το μικρό επεισόδιο σε μυθιστόρημα. Δεν αναιρείται, δεν διαγράφεται, γεννήθηκε με τον άνθρωπο και θα εξαφανιστεί μαζί του.

Η εικόνα του ανθρώπου πλάθεται κατ΄ εικόνα και ομοίωση του εκάστοτε Μύθου.

 

3

Είναι κοινός τόπος να επαναλάβει κανείς γι΄ άλλη μια φορά ότι η επαφή με το Θείο είναι ερωτική, μα έτσι είναι. Στην ορθοδοξία, οι πιστοί διατήρησαν έντονες τις μνήμες από την αρχαία ελληνική θρησκεία. Οι αγαπώντες ταυτίζονται με το θείο, φιλάνε ερωτικά τον άγιο ή την αγία στα μάτια, στο μάγουλο, στα χείλη. Στους Δυτικούς, αυτή η απαγορευμένη επαφή βρήκε μυστικά τον αποδέκτη της στο πιο παλιό από τα αγάλματα που εκτίθενται στον Άγιο Πέτρο της Ρώμης, στο μπρούτζινο άγαλμά του. Επί οχτώ συνεχείς αιώνες, σε μια αέναη εναλλαγή παρουσίας-απουσίας, οι πιστοί τιμούν το άγαλμα, χαϊδεύοντας απαλά τα μπρούτζινα δάχτυλα του ποδιού του. Αυτό το αέναο χάδι έφθειρε το χοντρό μέταλλο, το τρύπησε, δημιουργώντας ένα μοναδικό μνημείο αγάπης μέσα στον παγωμένο ναό του φόβου.

Άραγε, αυτές οι υπάρξεις που πριν χαθούν στον χρόνο έλιωσαν με την αγωνία τους την σκληράδα του μετάλλου, αν έμπαιναν στη σειρά, πόσες φορές θα έκαναν τον γύρο της γης;

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Ουκ αν λάβοις παρὰ του μη έχοντος

Σηκώνω ψηλά τη μαγκούρα μου και την κατεβάζω με δύναμη στο κεφάλι του Χάρου. ...

Mια παιδική ανάμνηση, στο σήμερα

Την πρώτη φορά που με πήγαν να δω παράσταση στο Εθνικό Θέατρο, ήταν το ...

Καλή Χρονιά στον πολιτισμό

Γράφει ο Δημήτρης Αληθεινός Ένα κομμάτι βασιλόπιτα στον πολιτισμό της Κύπρου για την απόκτηση ...

Νάγκι Γκούμπα* Μέρος Β’

Πρωί-πρωί φόρτωσα το έργο στο τζιπ και ξεκίνησα για το Νάγκι Γκούμπα με την ...

Όνειρα κι απόψεις

Χτες  βράδυ ονειρεύτηκα τη μάνα μου…» έλεγε η δική μου μάνα όποτε ονειρευόταν τη ...

Συνάντηση με τον Μανόλη Κορρέ |Μέρος Β’

Ανατρέχοντας στα σχέδια της μελέτης του Ορλάνδου, θυμάμαι ότι από κίονα σε κίονα οι ...

X