Η μουσική δυστοπία του «1984»

Το άκρως προφητικό μυθιστόρημα 1984 του Τζορτζ Όργουελ, διασκευασμένο για το θέατρο από τους Ρόμπερτ Άικ και Ντάνκαν Μακμίλαν, αποτελεί ένα σκληρό και ακραία αληθινό μανιφέστο κατά του ολοκληρωτισμού, ένα δυστοπικό αριστούργημα για την κατασκευή της πραγματικότητας, την παραχάραξη του παρελθόντος, τον έλεγχο και το πάγωμα της συνείδησης, το οποίο μας συγκλονίζει ακόμα και σήμερα, εβδομήντα δύο ολόκληρα χρόνια από τότε που πρωτοκυκλοφόρησε. Ένας πολύ δυνατός πυρήνας ηθοποιών το μεταφέρει στη Νέα Σκηνή του ΘΟΚ, υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Λέανδρου Ταλιώτη.Την ατμόσφαιρα του έργου επενδύει μουσικά ο συνθέτης Ανδρέας Μουστούκης, ο οποίος μας μίλησε για τη δική του μουσική μετάφραση του έργου.

Ποια ήταν η πρώτη σου επαφή με το 1984; Πώς το καταλαβαίνεις;

Στη βιβλιοθήκη του πατρικού μου το είχα σε μια πολύ όμορφη έκδοση με ένα μαύρο, σκληρό εξώφυλλο. Τότε διάβαζα πολύ βιβλία επιστημονικής φαντασίας και λίγο αργότερα στα 19 με 20 μου χρόνια με απασχολούσε παράλληλα το πόσο αλλάζει το σύστημα, με πόσους τεχνολογικούς τρόπους εξελίσσεται ο άνθρωπος και διάφορα άλλα ερωτήματα. Θα καταστραφεί μέσα του; Θα κερδίσει ο εσωτερικός του κόσμος; Πώς θα είναι η ανθρωπότητα στο μέλλον; «Το 1984» το διάβασα τότε, αλλά κάπως αποσπασματικά. Ο Όργουελ συνέλαβε την ιδέα το ‘40 παρακολουθώντας τι συνέβαινε στην Ανατολική Ευρώπη. Η πραγματικότητα όμως είναι ότι αν χαρακτήριζα το έργο του, θα έλεγα ότι είναι κάπως naive. Eίναι κάπως «αναλογικό», ενώ εμείς σήμερα ξέρουμε τι θα πει ψηφιακός Big Brother, κάτι που κάνει την Ωκεανία να μοιάζει με έναν ωραίο κάμπο γεμάτο αγριολούλουδα. Ο κόσμος σήμερα είναι ακόμα πιο άγριος, και πιστεύω θα γίνει πιο άγριος στο μέλλον. Οπότε, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε το «1984» περισσότερο σαν μια πλατφόρμα για να προβληματιστούμε για τα δικά μας πολύπλοκα θέματα. Μου κάνει εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο πεθαίνει ο Ουίνστον. Του βάζουν στο κεφάλι ένα κλουβί με ποντίκια που του τρώνε το πρόσωπο, μια εικόνα που έβλεπε σε εφιάλτη. Τον βρίσκω κάπως παρωχημένο συγκριτικά με τη δική μας εποχή, που η επιστήμη τού να σκοτώνουμε ακμάζει πλήρως. Έχουμε αναπτύξει πολύ υποχθόνιους τρόπους για να σκοτώσουμε σήμερα, με τρόπο που ο καημένος Όργουελ μοιάζει να ανήκει σε έναν πιο «γραφικό» κόσμο. Μια φίλη μου λέει ότι ο καλύτερος τρόπος για να σκοτώσεις κάποιον σήμερα είναι να του κλείσεις τη σύνδεση στο διαδίκτυο. Αρκεί να δεις με ποιο τρόπο οι μυστικές υπηρεσίες σήμερα εκτελούν τους διάφορους κατάσκοπους και άλλους στόχους, για να καταλάβεις ότι έχουμε περάσει σε μια νέα αδυσώπητη εποχή.

Πώς μετέφρασες μουσικά τον κόσμο του μυθιστορήματος;

Ο κόσμος του Όργουελ είναι ένας κόσμος πλαστικός, οι μηχανές υπάρχουν παντού. Mικροσκοπικά ντρόουνς που δεν μπορούμε να διακρίνουμε με τα οποία μας παρακολουθούν. Διάφορα συστήματα που μας σκανάρουν και βλέπουν τι γίνεται μέσα μας, από την υγεία μας μέχρι τη θερμοκρασία του σώματος, τις σκέψεις μας, αν έχεις μυωπία, τον καρδιακό παλμό κ.λπ. Ο σημερινός Όργουελ είναι ένας κόσμος που υπερβαίνει το 5G, είναι ένας κόσμος του 450G, οπότε μουσικά αποφάσισα ότι πρέπει να είναι όλα ψυχρά. Για το «1984» επέλεξα να είναι όλα ηλεκτρονικά, και επειδή εκείνη τη χρονιά του ’84 ήμουν ένας μικρός που ήθελε να αγοράσει συνθεσάιζερ, και για να το αγοράσουν οι γονείς μου θα έπρεπε να βάλουν υποθήκη ή να δώσουν ένα μηνιάτικο, επέλεξα να συνθέσω όλη τη μουσική με συνθεσάιζερ του τότε. Ο ηλεκτρονικός ήχος αφαιρεί την προσωποποίηση, αφαιρεί τη βιολογία του ανθρώπου, την ψυχή του. Είναι κάπως κρύος. Με την καλή και με την κακή έννοια. Έτσι αποπροσωποποιείται και ο συνθέτης και ο ακροατής και μένεις σε άλλα πεδία. Χρησιμοποίησα μηχανές του ‘80, το CS-80 της Yamaha, το Juno-60 και το Jupiter-8 της Roland. Μηχανές μυθικές, τις χρησιμοποίησα σήμερα σε εικονική ηλεκτρονική μορφή, όπως ήταν και το 1984, όπως είναι το facebook με το meta που θα μπαίνουμε πλέον κανονικά μέσα σε έναν κόσμο εικονικό και θα ερωτευόμαστε τους ψηφιακούς μας εαυτούς με τα άβατάρ μας. Οπότε, πρέπει να δούμε τα πράγματα ξανά από την αρχή. Η μουσική του έργου ήθελα να χρωματίσει αυτήν την ιδέα. Το έργο ξεκινά με ένα από τα Lamentos του Cristobal de Morales, μια παλιά μουσική με χορωδία, με μια αναγεννησιακή υφή, που κατά τη διάρκειά του διαστρεβλώνεται λες και ακούγεται μέσα από ένα τηλέφωνο, μετά επιστρέφει και ξαναχάνεται λες και χάθηκε το σήμα. Δούλεψα μεγάλες επιφάνειες μουσικής, 5, 7, 15 λεπτά, κάτι που δεν θα μπορέσει να εφαρμοστεί στο θέατρο, έτσι θα πρέπει να παιχτούν μικρότερα σημεία αυτής της μουσικής. Όμως, για μένα ήταν κάτι αναγκαίο, ένιωθα ένα χρέος έναντι της δεκαετίας του 1980, τα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας. Προέρχομαι από την ηλεκτρονική μουσική, ασχολήθηκα με την ηλεκτρονική μουσική της εποχής, έτσι προέκυψε η ανάγκη να  δημιουργήσω αυτή τη μουσική, η παράσταση ήταν μόνο η αφορμή. Οπότε, στο μέλλον φιλοδοξώ να κάνω ένα άλμπουμ με όλα τα κομμάτια του πρότζεκτ.

 

 

Πώς ήταν η συνεργασία με τον σκηνοθέτη Λέανδρο Ταλιώτη; Σε ποιο βαθμό έπρεπε να συμβιβάσεις το μουσικό σου όραμα;

Με τον Λέανδρο είχαμε συνεργαστεί σε πολλές παραστάσεις στο παρελθόν. Ο Λέανδρος εργάζεται πολύ με τον ήχο από μόνος του. Ξεκινά με κάποια συγκεκριμένα κομμάτια συνήθως, οπότε εκ των πραγμάτων έπρεπε να προσπαθήσω, όπως κάνω κάθε φορά, είτε να αποδεχτώ κάποιες μουσικές που βάζει και να τις εντάξω στη δική μου μουσική αντίληψη για το έργο που κάνει, είτε να προσπαθήσω με καλούς και κακούς τρόπους να τον αποτρέψω. Συζητώντας μαζί του ή απειλώντας τον, κάνοντας διάφορα (γέλια). Από την άλλη, πάντα υπάρχει αγάπη μεταξύ μας, οπότε αυτή τη φορά, επειδή οι πρόβες είχαν ξεκινήσει τον Νοέμβριο και εγώ εντάχθηκα στην ομάδα αργότερα, κάποια από τα κομμάτια που επέλεξε παρέμειναν, αν και αυτό δεν με βρίσκει πλήρως σύμφωνο. Γιατί πιστεύω ότι κάθε φορά που γράφουμε μουσική για ταινία ή θέατρο πρέπει να υπάρχει μια μουσική φόρμα, μια μουσική αισθητική που να διέπει ολόκληρο το έργο. Να δίνει μια δυναμική. Δεν μπορείς να τα συμπεριλάβεις όλα. Εξάλλου, οι τέχνες αποκτούν αξία στον βαθμό που προβάλλουμε απέναντί τους μια αντίσταση. Δεν δεχόμαστε καθετί που μας έρχεται ή που μας λέει ο εαυτός μας να κάνουμε.

Πόση από τη δουλειά σας προέρχεται από τη σκληρή δουλειά και τα χρόνια εκπαίδευσης και εμπειρίας – και πόση από την έμπνευση; Υπάρχει αυτή η ρομαντική αντίληψη ότι ο συνθέτης κάθεται και περιμένει να εμφανιστεί η μούσα, οπότε και από την πένα του ρέουν μελωδίες.

Ο Πικάσο έλεγε «Η έμπνευση σίγουρα υπάρχει, αλλά πρέπει να σε βρει να εργάζεσαι». Ο Στραβίνσκι έλεγε το να συνθέτεις μουσική είναι σαν να τρως φαγητό, ξεκινώντας, σου δημιουργείται η όρεξη. Μου αρέσει να είμαι ρεαλιστής στα πράγματα, εργάζομαι καθημερινά σε ώρες γραφείου και όταν έχω περισσότερη αγάπη και ένταση με αυτό που κάνω εργάζομαι και υπερωρίες, ώρες εκτός γραφείου, βραδινές, πρωινές κ.λπ. Ο συνθέτης είναι σαν ένας αθλητής, πρέπει καθημερινά να κάνεις εξάσκηση ώστε να κρατάς τις επιδόσεις σου σταθερές, και την τεχνική σου άγρυπνη για να μπορείς να δεχτείς μετά τη σχέση με την όποια έμπνευση μπορεί να υπάρξει. Εξάλλου, αν είναι κάτι που αγαπάς τόσο πολύ, πώς μπορείς να μην είσαι σε καθημερινή επαφή μαζί του; Είναι σαν τους εραστές. Όταν είμαστε ερωτευμένοι, θέλουμε να είμαστε συνέχεια μαζί. Όταν ξεκινά να χάνεται η φλόγα, απλά δεν θέλεις τότε, παύεις να είσαι είσαι εραστής. Η μουσική έχει να κάνει με τον έρωτα, είναι ερωτική σχέση, πώς γίνεται να μην έχεις επαφή μαζί της;

Θεωρείς ότι η μουσική για το θέατρο και τον κινηματογράφο είναι έγκυρη μορφή, όπως η μουσική δωματίου, η συμφωνική γραφή ή η όπερα;

Μετά από πολλά χρόνια που το ψάχνω, κατέληξα σε κάτι πολύ απλό. Ότι υπάρχει μόνο καλή και κακή μουσική. Μουσική που κουβαλά ένα περιεχόμενο και μουσική που δεν κουβαλά. Θα έπρεπε να δίνεται περισσότερη σημασία στη μουσική για το θέατρο. Σύγχρονοι σκηνοθέτες που έχουν ένα βάρος και ένα εκτόπισμα βασίζονται πολύ στην εικόνα και στον ήχο, γιατί τελικά όλα παίρνουν μια πιο συλλογική διάσταση όταν τα οδηγήσουμε στο αφηρημένο τους. Όταν δεν είναι προσωποποιημένα, περνούν σε μια πιο συλλογική διάσταση γιατί γίνονται πιο αφηρημένα, αλλά και την ίδια στιγμή πιο συγκεκριμένα στον καθένα μας, γιατί είναι πιο εύκολο να ταυτιστούν μαζί μας ή να ταυτιστούμε εμείς μαζί τους.

 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Γιάννης Καλπούζος: «Κάθε βιβλίο είναι κι ένας άλλος κόσμος»

Μια μίνι περιοδεία στην Κύπρο ξεκίνησε τη Δευτέρα 7 Μαΐου ο Γιάννης Καλπούζος, για ...

«Χαιρετισμούς από τη Βιέννη» από τη Συμφωνική Ορχήστρα Κύπρου

Με τρεις βραδινές συναυλίες με τίτλο: «Χαιρετισμούς από τη Βιέννη» υποδέχεται το φθινόπωρο η ...

Δήμος Λευκωσίας: Νύχτες Καλοκαιριού 2021

Οι Νύχτες Καλοκαιριού 2021 που διοργανώνει και φέτος ο Δήμος Λευκωσίας, θα μας συντροφεύουν ...

Καλοκαιρινά φεστιβάλ σε στάση αναμονής

«Παρακολουθούμε τις εξελίξεις και βρισκόμαστε σε στάση αναμονής», είναι η απάντηση των περισσότερων διοργανωτών ...

“Snakecharm” από τους Arcadian Child

Οι Arcadian Child κυκλοφόρησαν στις 11 Σεπτεμβρίου το single “Snakecharm”, από τον καινούριο τους ...

Φεστιβάλ με αξιώσεις

Γιορτάζοντας τα 20χρονα του Ιδρύματος Τεχνών Φάρος, έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς του σηκώνει ...

X