«Machinal» σε σκηνοθεσία Αύρας Σιδηροπούλου: Ενσυναίσθηση και Κάθαρσις

Γράφει ο Διόνυσος Αλεξίου

Η σκηνοθετική και παραστασιακή επαναπραγμάτευση του έργου της Τρέντγουελ, από την Αύρα Σιδηροπούλου έρχεται, εμμέσως, να διαταράξει τους αντιληπτικούς και θεωρητικούς υποδοχείς στους εγκεφαλικούς νευρώνες των θεατών, θυμίζοντας την ειρωνικά τραγική εφημερότητα και διαχρονικότητα του έργου, ως προς την ακροβασία της κοινωνίας σήμερα. Παράλληλα, έρχεται να φωτίσει σκηνικά τις κοινωνικές -δήθεν- νόρμες, αναφορικά με την ευτυχία και δυστυχία της εκάστοτε γυναίκας, η οποία πνίγεται μέσα στα δεδομένα και ζητούμενα, μέσα στο χρώμα και την πολυχρωμία, μέσα στο «πρέπει» και στο «θέλω», μέσα στη φθορά και αφθαρσία, μέσα στη σιωπή και στο εκφραστικό ξέσπασμα.

Το έργο της Τρέντγουέλ, αντιπροσωπευτικό έργο της αμερικανικής δραματουργίας, πραγματεύεται το (βιο)μηχανικό, οικονομικό και καπιταλιστικό «φούσκωμα», καθώς και τις «παράπλευρες απώλειες» σε κοινωνικό επίπεδο, ένα χρόνο πριν την οικονομική κρίση του 1929, σε μία εποχή όπου κυριαρχεί η φαινομενική εντύπωση ότι όλα είναι εφικτά. Η δραματουργός, διαισθανόμενη την ανισόρροπη και άμετρη κοινωνική πραγματικότητα και αλλοτρίωση, επιλέγει να εστιάσει στη δραματική ιστορία της Ρουθ Σνάιντερ, μιας νοικοκυράς από τη Nέα Yόρκη, η οποία, με συνεργό τον εραστή της, σκοτώνει τον άντρα της, ενώ στη συνέχεια καταδικάζεται σε θάνατο, μέσα σε έναν έντονο και πολυεπίπεδο παραστασιακό συμβολισμό.

Το επίπεδο, το οποίο καθιστά την επαναπραγμάτευση του έργου από την Σιδηροπούλου ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, σχετίζεται με την υπόδειξη των κινήτρων, τα οποία οδήγησαν τη νέα γυναίκα στην καταδικαστέα πράξη, αλλά και των καταστάσεων μέσα στις οποίες διαμορφώθηκε η απόφασή της, προκειμένου να προσφέρει ένα τέλος στην κειμενική και δραματική της ασφυξία και, ειδικότερα, στην απόλυτη αποξένωση που βίωνε στον γάμο της. Αυτό που πετυχαίνει η Σιδηροπούλου, διακειμενικά (το ορθότερο είναι μετακειμενικά -κατά την άποψή μου-, ωστόσο πολλοί συνάδελφοι δεν αποδέχονται τον όρο) είναι να προσφέρει στη δραματική περσόνα της Τρέντγουέλ τον σκηνικό χώρο να ανασάνει, να νιώσει ελεύθερη, μέσα σε ένα βελτιωμένο  κοινωνικό περιβάλλον ενσυναίσθησης, αποδοχής και σεβασμού. «Τηλεμεταφέρει» την πρωταγωνίστρια της Τρέντγουέλ  σε μία σκηνή, όπου τα λόγια και οι πράξεις της -εν μέρει- αιτιολογούνται, χωρίς να απαλείφεται η διαχρονική ύπαρξη όμοιων προβληματικών καταστάσεων στις «ανεπτυγμένες» και φιλελεύθερες δυτικές κοινωνίες του παρόντος. Παράλληλα, έρχεται να προειδοποιήσει σκηνοθετικά, τη δαιδαλώδη και με ασθματικούς ρυθμούς κινούμενη κοινωνία του σήμερα, ότι δεν απέχουμε -όσο νομίζουμε- από όμοιες επικίνδυνες προσεγγίσεις.

Το «Machinal» έρχεται τραγικά να αναδείξει την αποφλοίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, το ξεγύμνωμα του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» homo consumens, ο οποίος καταλήγει σε γρανάζι μιας μηχανής και «νουμεροποιείται» στον βωμό των κοινωνικών νορμών. Ωστόσο, ενδιαφέρον προκαλεί η προσεγμένη φεμινιστική οπτική, η οποία περιβάλλει τη γυναικεία χειραφέτηση, μέσα σε ένα πλαίσιο διδακτικού ακτιβισμού, χωρίς να τείνει προς ακραίες συμπεριφορές και διπολισμό μεταξύ των φύλων. Αποτελεί ένα δραματικό δίδαγμα, προκειμένου να προβληματίσει και να βελτιώσει, χωρίς να στερείται υποδείγματα εξαίρετης ηθοποιίας, σκηνοθεσίας και αλληλεπίδρασης με τους θεατές.

Η πειραματική γραφή της Τρέντγουέλ, μέσα σε μία εξπρεσιονιστική φόρμα, προσδίδει επιτυχώς μία ομαλή διακίνηση μεταξύ ρεαλισμού και προορατικότητας, στην εποχή που δραματοποιείται, δεδομένο το οποίο απομόνωσε η Σιδηροπούλου στο έργο της και το σκηνοθετεί επί μίας ελλειπτικής καμπύλης και μίας αφαιρετική -θα λέγαμε- (συν)εννόησης μεταξύ των κεντρικών χαρακτήρων, αλλάζοντας τις μεταβλητές του έργου, όπου δει. Αυτή η μεταφραστική και δραματουργική ασυνέχεια, προσδίδει μία ειλικρινή περιγραφή της σημερινής παγκοσμιοποιημένης ψηφιακής (τηλε)κοινωνίας, στο πλαίσιο και στον ρυθμό μίας μεγαλούπολης, τηρουμένων των αναλογιών και των αισθητικών προσλαμβανουσών.

Αυτή η έντεχνη και εσκεμμένη «κολοβή» έκφραση συναισθημάτων, που διαφαίνεται στο έργο, μέσα σε έναν υπερβατικό χώρο, δημιουργεί ένα συνεχές μοτίβο του «ημιτελούς», του «υπολειπόμενου» και του «ανολοκλήρωτου»! Αυτή η αφαιρετική προσέγγιση και η σκηνική λιτότητα, στην επαναπραγμάτευση της Σιδηροπούλου, πλεονεκτεί σε ένα σημαντικό επίπεδο: στο να επαναφέρει την αλληλεπίδραση του σκηνικού χώρου και των θεατών σε μία ουδέτερη βάση κρίσεως των γενομένων, δημιουργώντας παράλληλα μίας συνθήκη κατανόησης σχετικά με τα κίνητρα και την τελική πράξη.

«Άσε με να ξεκουραστώ… τώρα μπορώ να ξεκουραστώ… το βάρος έφυγε…το βάρος μέσα μου έφυγε… είναι μόνο έξω… έξω… ολόγυρα». Αναντίλεκτα, αυτός ο αμφίσημος νοηματικά στίχος ενδεχομένως να εγκιβωτίζει ολόκληρο το νόημα του έργου. Ένας στίχος αγωνίας, μιας γυναίκας που ανησυχεί, αφενός, για το παιδί που μόλις έφερε στον κόσμο, εάν και αυτό είναι καταδικασμένο να ζήσει μία όμοια ζωή και, αφετέρου, μία αμφίσημη αίσθηση ελευθερίας από μια γυναίκα που κατάφερε να επιζήσει από το ίδιο το έργο, το «Machinal». Το «βάρος» που έφερε μέσα της, και παράλληλα το παιδί που εγκυμονούσε, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ήταν για την πρωταγωνίστρια ο δρόμος που έπρεπε να διαβεί, οι νόρμες της κοινωνίας που ήταν απαιτούμενες για μια «ευτυχισμένη» ζωή και τα στάδια προς έγκριση και ένταξή της στη συναισθηματικά αλλοτριωμένη νεοϋορκέζικη κοινωνία της εποχής. Και το ότι το πέτυχε, χωρίς οποιαδήποτε παρέκκλιση την κάνει να νιώθει μία ασαφή ευχαρίστηση!

Δεν σάς κρύβω, ότι σε αρκετές περιπτώσεις συνέλαβα την κρίση μου να προσπαθεί να στηριχτεί από ένα αδιάσειστο τεκμήριο προκειμένου να εντάξει την πρωταγωνίστρια του έργου σε έναν ψυχαναλυτικά επικίνδυνο διακειμενικό κύκλο της δραματουργίας, μέσα στον οποίο περιφέρονται μορφές, όπως της Φραγκογιαννούς του Παπαδιαμάντη, της Αμέλιας του Γκαρθία Λόρκα στο Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα ή των πρωταγωνιστριών του Λασκαράτου, στα Μυστήρια της Κεφαλονιάς, ακόμη και -με επιφύλαξη- της ευριπίδειας Μήδειας η οποία μονολογεί για τη τραγική μοίρα των γυναικών.

Ωστόσο, αυτό το τεκμήριο δεν υπάρχει! Η πρωταγωνίστρια της Σιδηροπούλου είναι ενεδυμένη με μία σύγχρονη αφαιρετική απλότητα, μία καθαρότητα, ένα γοητευτικό ρομαντισμό, ειλικρινή και ενδόμυχα συναισθήματα, που σε ελκύουν και σε γοητεύουν από την αρχή μέχρι το τέλος, που θες να κατέβεις στη σκηνή και να ζητήσεις να κρατήσεις αυτά τα «όμορφα χέρια» της, αυτά που τελικά ήταν το απόκρυφο συνεχές σύμβολο στη σκηνή. Αυτά τα όμορφα χέρια που με γάντια τελούσαν τις γυναικείες υποχρεώσεις, ενώ γυμνά πίεζαν με μηχανική ακρίβεια και ασθματικό ρυθμό τα γράμματα στην γραφομηχανή, δίνοντας ρυθμό στην αρχή του έργου. Αυτά τα όμορφα χέρια που αγκάλιαζαν τον εραστή της, αυτά που τήν απάλλαξαν από το μαρτύριό της… Μία όμορφη δισημία, μία γοητευτική -κάπου-κάπου- ασάφεια!

Η επαναπραγμάτευση του «Machinal» από τη Σιδηροπούλου αποτελεί μία κάρτα επιβίβασης για τον εκάστοτε θεατή σε ένα μοναδικό ταξίδι κριτικής των δεδομένων και των ζητουμένων, βάσει του συγκείμενου και της σκηνοθεσίας, σε ένα τρένο όπου εκούσια παρακολουθείς  την αντίσταση ενός ατόμου απέναντι σ’ ένα σύστημα που επιχειρεί να το καταπιεί, και που απορρίπτει οτιδήποτε και οποιονδήποτε θεωρεί ως «ελαττωματική παρτίδα». Ένα κοινωνικό σύστημα που βρίσκει, εν τέλει, τον τρόπο να «συνετίσει» ή να αποβάλει οποιοδήποτε μέλος του δεν ακολουθεί τις παραδοσιακές νόρμες. Και, ναι, σε αρκετές περιπτώσεις αυτός ο ρυθμός και η ταχύτητα του τρένου που επιβιβάστηκες σού προκαλεί ζαλάδα, και θέλεις να κατέβεις. Αυτό όμως δεν αποτελεί μέρος των επιλογών σου! Το «Machinal» σε αναγκάζει να μείνεις αμετακίνητος στο κάθισμά σου και να παρατηρήσεις όλα τα επισυμβαίνοντα στη διαδρομή (σαν ένα σύγχρονο Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές) προκειμένου να φτάσεις στην κάθαρση!

Ο ενοχλητικός ήχος της γραφομηχανής, η μετακίνηση των τροχήλατων τραπεζιών στη σκηνή, οι διαπλεκόμενοι ασυνεχείς διάλογοι, τα προβαλλόμενα συνοδευτικά βίντεο, οι αγορεύσεις του δικαστηρίου, οι φωνές απόγνωσης της πρωταγωνίστριας κ.ά. πρέπει να αναδευτούν στο μυαλό σου με τη μουσική και τον χορό στο αμερικανικό μπαρ, με το ανθισμένο νούφαρο, με το τραγούδι του λατινοαμερικάνου κανταδόρου και με τον αλλαγμένο τόνο στη φωνή της ερωτευμένης Ρούθ, προκειμένου να έχεις μία σφαιρική αντίληψη της διαχρονικότητας του έργου και των εκπορευόμενων μηνυμάτων.

Η επαναπραγμάτευση του «Machinal» αποτελεί, εν τέλει, ένα αμάλγαμα προσεγμένων εικόνων που συνθέτουν τον αισθητηριακό καμβά της παράστασης, και οι οποίες -πιστεύω- ότι μπορούν να μεταφέρουν τη φύση και τον ρυθμό του μηχανιστικού κόσμου του έργου. Εικόνες που καυτηριάζουν εφήμερες και καθημερινές ζωντανές παραστάσεις, όπου γυναίκες εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται με καχυποψία και απαξίωση όταν διεκδικούν θέσεις εξουσίας, ενώ, συχνά, τους ζητείται να περιοριστούν σε εξιδανικευμένα και ταυτόχρονα παρωχημένα πρότυπα ζωής που αφορούν απαρχαιωμένες αντιλήψεις για το πώς πρέπει να λειτουργούν μέσα στην οικογένεια, τον γάμο ή το εργασιακό περιβάλλον.

Για όλα, λοιπόν, τα παραπάνω γεγραμμένα το έργο αποτελεί μία εξαιρετική σκηνική αποτύπωση, ένα θεατρικό «ντιμπέιτ» μεταξύ ελεύθερης βούλησης και/vs εξαναγκασμού ακολουθίας των δεδομένων μιας κοινωνίας. Αποτελεί ένα σημείο προβληματισμού για την αμφιταλαντευόμενη ζωή του καθενός και, δη, των γυναικών, μέσα σε μία απρόσωπη, αλλοτριωμένη και εξ αποστάσεως (τηλε)κοινωνία του σήμερα, όπου ακόμη και ο συμβολικός ενοχλητικός ήχος της γραφομηχανής έχει πλέον αποσιωπηθεί για το καλό όλων …

Υ.Γ.: Η σκηνοθεσία είναι τέχνη σύνθεσης, αντίληψης και καλλιέργειας. Μπορεί η απλή ετυμολογία του όρου να μην θέτει άμεσα το πολύεπίπεδο νόημα και τις πτυχές της, αλλά η θέση σκιαγραφημένων δραματικών χαρακτήρων επί σκηνής, το στήσιμο του σκηνικού χώρου, η πλαισίωσή του με επιμέρους αισθητικές προσλαμβάνουσες, αλλά, το κυριότερο, η μετουσίωση και παρουσίαση του δάνειου λογοτεχνικού υλικού σύμφωνα με τα δεδομένα και ζητούμενα της εποχής, χρίζει το συγκεκριμένο εγχείρημα ένα σημαντικό λειτούργημα ευθύνης. Και σε αυτό το επίπεδο πετυχαίνει η Σιδηροπούλου!

 

 

 

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Silent Sky:η εντύπωση ενός θεατή

Γράφει ο Σωτήρης Χατζηδημητρίου Silent Sky. Μια άρτια, μεστή, ειλικρινής κι ανεπιφύλακτη παραγωγή. Οι ...

Η ”νέα κυπριακή βία” στην εποχή της πανδημίας

Του Βαγγέλη Γέττου, νομικού, Master Ποινικών Επιστημών Τα περιστατικά ομαδικής βίας και παραβατικότητας, διαφορετικής ...

Ο Μυστικός Κήπος

Γράφει η Δένα Αναξαγόρου Τουμαζή Ένα κοριτσάκι πηδάει με χάρη το σχοινάκι και σε ...

Σκέψεις για την ετερότητα με αφορμή την παράσταση χορού Drops of Peace

Του Γιάννη Παπαδάκη, Κοινωνικού Ανθρωπολόγου Πανεπιστήμιου Κύπρου Ως θεατή, η παράσταση αυτή με έβαλε ...

“Μια γλυπτική προσέγγιση στο βλέμμα”

Μέσα από το φακό της γλυπτικής και υπό την ιδιότητά της ως εικαστικού η ...

Για ποιαν Αρχιτεκτονική;

Σκέψεις με αφορμή τον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό του Πανεπιστημίου Κύπρου για τις κτηριακές εγκαταστάσεις της ...

X