Παραμύθι πέμπτο από τα δώδεκα

Οι ποιητές είναι μονοκύτταροι μύκητες, προσκολλημένοι ασύμμετρα στο εκκρεμές της ιστορίας. (1)

Αν μου ζητούσαν να ζωγραφίσω το υποσυνείδητο του ποιητή, θα έφτιαχνα ένα αντεστραμμένο κωνικό σύννεφο, (κάτι σαν ανάποδη «Κόλαση» του Δάντη), η άκρη του οποίου θα ξεπηδούσε από το μέτωπο σαν τρίτο μάτι, ενώ το κυρίως σώμα θα στροβιλιζόταν ακατάπαυστα στο στήθος του, μεταμορφώνοντας τα καθημερινά επεισόδια σε δαγκωματιές. Από αυτές, άλλες θα εξαϋλώνονταν στη δύνη του νου, κι άλλες θα σημάδευαν τα τοιχώματά του κώνου δημιουργώντας μώλωπες ανεξίτηλους στο θυμικό, με δυο λόγια μπαξέδες φθόγγων, μιας και οι λέξεις φυτρώνουν σε τύπους οδόντων, και το ποίημα μπουμπουκιάζει με μελανιάσματα.

Ο Σιμωνίδης ο Κείος, πριν 2570 χρόνια, ονόμαζε τη ζωγραφική σιωπηλή ποίηση, και την ποίηση ζωγραφική ομιλούσα.

(…) Τώρα τελευταία μιλάνε για τον Αετίωνα (2) τον ζωγράφο που ζωγράφισε τον γάμο της Ρωξάνης και του Αλέξανδρου και πήγε τον πίνακα του στην Ολυμπία για να τον εκθέσει, με αποτέλεσμα να τον κάνει γαμπρό του ο Προξενίδας, που ήταν τότε Ελλανοδίκης, γιατί πολύ του άρεσε η τέχνη του Αετίωνα. Τι το αξιοθαύμαστο υπήρχε στη ζωγραφική του θα με ρωτούσε κάποιος, που οδήγησε τον Ελλανοδίκη να παντρέψει την κόρη του με τον Αετίωνα, που δεν ήταν ντόπιος; Ο πίνακας βρίσκεται στην Ιταλία, εγώ τον είδα και μπορώ έτσι να σου μιλήσω γι’ αυτόν. Δείχνει πανέμορφο δωμάτιο και νυφικό κρεβάτι…

Ο Λουκιανός, αναπολώντας τον πίνακα του Αετίωνα, συνθέτει μια εικόνα ομιλούσας ζωγραφικής. 

…η Ρωξάνη, ωραιότατη κόρη, κάθεται, με χαμηλωμένο βλέμμα γιατί ντρέπεται τον Αλέξανδρο που στέκεται μπροστά της. Υπάρχουν ακόμα χαμογελαστοί Έρωτες· ο ένας στέκεται πίσω της, τραβάει το πέπλο και δείχνει στον γαμπρό τη Ρωξάνη. Κάποιος άλλος, σαν πραγματικός δούλος, της βγάζει το σανδάλι από το πόδι, για να ξαπλώσει πια. ‘Ένας τρίτος, Έρωτας κι αυτός, έχει πιάσει τη χλαμύδα του Αλέξανδρου και τον σέρνει προς το μέρος της Ρωξάνης, τραβώντας τον με πολύ βία. Ο ίδιος ο βασιλιάς πάλι προσφέρει στην κόρη στεφάνι· μαζί τους είναι και ο Ηφαιστίωνας, βοηθός και συνοδός της νύφης, που κρατάει λαμπάδα αναμμένη και ακουμπάει πάνω σε όμορφο παλικαράκι, που νομίζω είναι ο Υμεναίος (γιατί δεν είναι γραμμένο το όνομά του). Σε άλλη μεριά του πίνακα, άλλοι Έρωτες παίζουν με τα όπλα του Αλέξανδρου. Δύο σηκώνουν τη λόγχη του και μιμούνται τους αχθοφόρους που, όταν κουβαλούν δοκάρι, γέρνουν από το βάρος του. Δύο άλλοι έχουν πιάσει την ασπίδα από τις λαβές και σέρνουν έναν τρίτο που είναι ξαπλωμένος πάνω της, τάχα πως είναι βασιλιάς. Ένας άλλος, τέλος, έχει μπει μέσα στον θώρακα που είναι ακουμπισμένος κάτω ανάσκελα και φαίνεται να παραμονεύει πότε θα φτάσουν κοντά του σέρνοντας την ασπίδα, για να τους τρομάξει.

Όλα αυτά δεν είναι παιχνίδι ούτε ο Αετίων κουράστηκε τόσο να τα ζωγραφίσει χωρίς λόγο. Δηλώνουν τον έρωτα του Αλέξανδρου για τα πολεμικά έργα και το γεγονός ότι αγαπούσε μεν τη Ρωξάνη χωρίς ποτέ όμως να ξεχνάει τα όπλα του. Από την άλλη μεριά, η εικόνα αυτή αποδείχτηκε και στην πραγματικότητα ότι έχει κάποιο γαμήλιο χαρακτήρα, αφού προξένεψε τον Αετίωνα στην κόρη του Προξενίδα. Έτσι και αυτός γύρισε πίσω στην πατρίδα παντρεμένος – ένα ακόμα γεγονός στους γάμους του Αλέξανδρου. Τη νύφη έφερε σε αυτόν ο ίδιος ο βασιλιάς Αλέξανδρος και έτσι η αμοιβή για τον γάμο που ζωγράφισε ήταν ένας αληθινός γάμος».

Η ιστορία μοιάζει με γριά παλιμπαιδίζουσα και οι ιστορικοί, κεράκια πολύχρωμα στις αμέτρητες τούρτες γενεθλίων της. Ο Ηρόδοτος το γνώριζε πολύ πριν αναγορευτεί ως «πατέρας της», γι’ αυτό και πραγματοποίησε έναν Ολυμπιακό άθλο, ή μια λογοτεχνική περφόρμανς.

(…) Πλησίαζαν τότε οι μεγάλοι Ολυμπιακοί Αγώνες και ο Ηρόδοτος (3) έκρινε ότι έφτασε η κατάλληλη ευκαιρία, που τόσο πολύ λαχταρούσε. Έτσι, αφού περίμενε να συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος για τη γιορτή κι αφού είδε ότι είχαν κιόλας μαζευτεί απ’ όλα τα μέρη οι καλύτεροι, πέρασε στα παρασκήνια, παρουσιάστηκε, όχι σαν θεατής αλλά σαν αγωνιστής της Ολυμπιάδας, και άρχισε να απαγγέλλει τις ιστορίες του και να μαγεύει τους παρόντες. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να ονομαστούν τα βιβλία του Μούσες, γιατί κι αυτά ήταν εννέα τον αριθμό.

Τώρα πια τον γνώριζαν όλοι καλύτερα και από τους ίδιους τους Ολυμπιονίκες· και δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει ακούσει το όνομα του Ηρόδοτου – άλλοι τον άκουσαν οι ίδιοι στην Ολυμπία, άλλοι πάλι τον έμαθαν από αυτούς που γύρισαν από τη γιορτή· και όπου έκανε απλώς την εμφάνισή του, τον έδειχναν με το δάχτυλο: «Αυτός είναι εκείνος ο Ηρόδοτος, που έχει γράψει για τους περσικούς πολέμους σε Ιωνική διάλεκτο και έχει υμνήσει τις νίκες μας». Αυτή ήταν η απολαβή του από τις ιστορίες  του, αφού σε μια μόνο σύναξη πήρε όλες μαζί τις ψήφους της Ελλάδας και το όνομα του ακούστηκε όχι από ένα, μα τον Δία, κήρυκα, άλλα σε κάθε πόλη, από όπου ήταν καθένας απ’ όσους συμμετείχαν στη γιορτή».

Αν και μεταξύ των ιστοριών του Ηρόδοτου (484-425 π.Χ) και των ιστοριών του Λουκιανού (125-180 μ.Χ) μεσολαβούν πάνω κάτω πεντακόσια πενήντα χρόνια, το παράδειγμα γονιμοποίησης της ιστορίας, παρέμεινε ζωντανό.

«Ο Ηρόδοτος λοιπόν, θεώρησε πως η γιορτή της Ολυμπίας έφτανε για να τον αναδείξει στους Έλληνες θαυμαστό συγγραφέα που ανιστορεί τις Ελληνικές νίκες, όπως εκείνος τις ανιστόρησε. Εγώ πάλι – και για όνομα του Δία, του προστάτη της φιλίας, μη θεωρήσετε πως τα έχω τελείως χαμένα μήτε πως παρομοιάζω τα δικά μου βιβλία με τα δικά του, ας μη μου κρατάει κακία ο άνθρωπος,- λέω πως έπαθα κάτι παρόμοιο με αυτόν. Όταν ήρθα για πρώτη φορά στη Μακεδονία, συλλογιζόμουν πως πρέπει να εκμεταλλευτώ την περίσταση. Η λαχτάρα μου ήταν να γίνω γνωστός σε όλους εσάς και να δείξω τα έργα μου στους πιο πολλούς Μακεδόνες. Το να τριγυρνάω όλη αυτή τη χρονιά και να επισκεφτώ όλες τις πόλεις χωριστά δεν μου φάνηκε πρόσφορο. Αν όμως περίμενα αυτήν εδώ τη σύναξή σας και έπειτα έβγαινα στη μέση και σας εξέθετα τα έργα μου, τότε λογικά θα πραγματοποιούνταν η ευχή μου. Εσείς λοιπόν έχετε κιόλας συγκεντρωθεί, ό,τι καλύτερο από κάθε πόλη και τα πιο σημαντικά πρόσωπα από όλη τη Μακεδονία».

Από τότε μέχρι σήμερα, (2022) μεσολάβησαν χίλια οκτακόσια εβδομήντα χρόνια περίπου. Στα ενδιάμεσα διαστήματα δεν υπάρχει κενό, μόνο χορδές. Χορδές, ταλαντώσεις και (γιατί όχι) ιστορικός, όσο και ποιητικός, παλιμπαιδισμός. 

1. Ορέστης Σαλτάς «Τα μοιραία λάθη της γενιάς του ’30». Εκδόσεις Ανεξάρτητη Τέχνη, Αθήνα 1975.

2. Ο Αετίων ήταν διάσημος γλύπτης και ζωγράφος τον 4ο αιώνα π.Χ. Εκτός από την περιγραφή του πίνακα που κάνει ο Λουκιανός, ο οποίος όπως μαρτυρεί τον είδε στην Ιταλία, δεν γνωρίζουμε τίποτε άλλο για το έργο του. Από τον Λουκιανό ορμώμενος ο Τζοβάνι  Αντόνιο Μπάτσι, ο επονομαζόμενος «ιλ Σοντόμα», ζωγράφισε αυτή την τοιχογραφία στη βίλα Φαρνεζίνα, στη Ρώμη.

3. Στο βιβλίο αυτό ο Λουκιανός παραλληλίζει τον Ηρόδοτο με τον Αετίωνα. Λουκιανός Άπαντα, εκδόσεις Κάκτος.

 

  • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΛΗΘΕΙΝΟΣ

    Ο Δημήτρης Αληθεινός γεννήθηκε το 1945 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Ρώμης και στην Εcole Speciale d’ Architecture στο Παρίσι. Θεωρείται από τους πιο σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ζωγράφους, με παρουσία στον διεθνή χώρο. Το 2015 βραβεύτηκε από την AICA Hellas για τη συμβολή του συνόλου του καλλιτεχνικού του έργου, στην ιστορία της ελληνικής τέχνης.

You May Also Like

Vae Victis / Ουαί τοις ηττημένοις

Να υπάρχεις σε οποιαδήποτε μορφή, τι είναι; [Γύρω-γύρω στρέφουμε όλοι μας, και όλο εκεί ...

Αγαπημένε μου φίλε

Ζει μέσα μου ένας άυλος ψυχορυθμιστής, κάτι σαν δεύτερος ή τρίτος εαυτός, ο οποίος ...

Στη ράχη μιας λεοπάρδαλης [Μέρος Β’]

Στη ράχη μιας λεοπάρδαλης [Μέρος Α’] Ο Γρηγόρης παντρεύτηκε στο βουνό. Λένε πως μόλις ...

Ουκ αν λάβοις παρὰ του μη έχοντος

Σηκώνω ψηλά τη μαγκούρα μου και την κατεβάζω με δύναμη στο κεφάλι του Χάρου. ...

Ένα αλλιώτικο μουσείο στην Αθήνα

Ένα “μουσείο” που σπάνια το προτείνουν οι οδηγοί θεαμάτων, σημαντικό όσο το Αρχαιολογικό, είναι ...

Το πέταγμα μιας μέλισσας

Πανέμορφος τόπος η Βραζιλία, θα μπορούσε να θεωρηθεί παράδεισος επί της γης, ωστόσο θεωρείται ...

X