Στο νησί του ποταμού Σπρέε, στην «καρδιά» του Βερολίνου, μιας πόλης άλλοτε στοιχειωμένης από τα ερείπια των βομβαρδισμών του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, «κατοικεί» η Νεφερτίτη.
Προτομή της θρυλικής για το κάλλος της βασίλισσας -ανεκτίμητο αρχαιολογικό εύρημα- και πληθώρα άλλων αντικειμένων της αρχαίας Αιγύπτου, της Ελλάδας και της Ρώμης βρήκαν στέγη σ' ένα κτίριο που κουβαλά τη δική του «βαριά» ιστορία: στο Neues Museum, που «λαβώθηκε» στον πόλεμο και το φθινόπωρο του 2009 άνοιξε και πάλι τις πύλες του, με την παλιά του αίγλη, χάρη στο Βρετανό αρχιτέκτονα Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ, την ομάδα του και την πολύτιμη συμβολή του επίσης Βρετανού αρχιτέκτονα Τζούλιαν Χάραπ.



Ο Τζούλιαν Χάραπ, μαζί με τον επικεφαλής του γραφείου των «David Chipperfield Architects» στο Βερολίνο Αλεξάντερ Σβαρτς, βρέθηκαν στη Θεσσαλονίκη για να συμμετάσχουν σε εκδήλωση του τμήματος Αρχιτεκτόνων της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ και του Διατμηματικού Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών για την προστασία, τη συντήρηση και την αποκατάσταση μνημείων πολιτισμού και μίλησαν στο Αθηναϊκό και Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων για την ανακαίνιση του Neues Museum. Ένα έργο, που διακρίθηκε με το βραβείο σύγχρονης αρχιτεκτονικής της ΕΕ 2011/βραβείο Mies van der Rohe.
«Υπήρξε μια συνεργασία μεταξύ διαφόρων καλλιτεχνών προκειμένου να καταλήξουμε σε κάποια προσέγγιση για την ανακαίνιση του κτιρίου. Για περισσότερα από δυόμισι χρόνια, ερευνήσαμε την ιστορία του, καταλήξαμε στο τι σημαίνει επιδιόρθωση, ανακαίνιση, αποκατάσταση και όλοι αυτοί οι δύσκολοι όροι, που έχουν διαφορετική έννοια σε διαφορετικές γλώσσες. Έτσι, καταρτίσαμε ένα είδος κοινού λεξικού» λέει ο κ. Χάραπ, εξηγώντας τη γενεσιουργό πηγή του εγχειρήματος.
«Ένα έργο που διαρκεί 10-12 χρόνια, θα πρέπει να έχει γερά θεμέλια», συμπληρώνει με έμφαση.
«Αυτό που βλέπετε σήμερα είναι πολύ κοντά στο όραμά μας. Σε ορισμένες περιπτώσεις το έχουμε, μάλιστα, ξεπεράσει, ενώ σε άλλες φτάσαμε πολύ κοντά σ' αυτό» σημειώνει και προτού δώσει το λόγο στο συνάδελφό του τονίζει τη συλλογική δουλειά που έχει γίνει σ' αυτό το μεγάλο έργο.

Τη συλλογικότητα του έργου είχε αναδείξει και ο ίδιος ο Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ με αφορμή τη βράβευση, χαρακτηρίζοντάς το «διαθήκη για τη συνεργατική διαδικασία που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της απαιτητικής προσδοκίας του κοινού».
Η ενδελεχής μελέτη των διάφορων παραμέτρων του κτιρίου ήταν μια μακρά, δύσκολη αλλά καθ' όλα ενδιαφέρουσα διαδικασία, σύμφωνα με τον Αλεξάντερ Σβαρτς. «Μας πήρε λίγο καιρό ως ότου να καταλάβουμε τι είχε χαθεί από την αρχική μορφή του κτιρίου και τι έπρεπε να αποδεχτούμε πως χάθηκε διά παντός … Στην αρχή κάναμε απλά ευχές για το τι πρέπει να γίνει, μέσα από μια μακρά διαδικασία ενσωμάτωσης και σύγκλισης διαφορετικών ιδεών» τονίζει.
Ποια είναι τελικά η κυρίαρχη ιδέα πίσω από το έργο;
«Υπάρχουν πολλά ‘νήματα’ ιδεών. Μια σειρά από αναποφάσιστες προσεγγίσεις στην αρχή που σταδιακά έφτασαν στο σημείο να γίνουν αποφάσεις, όταν τελικά πρέπει να χτίσεις και να δημιουργήσεις ένα νέο κομμάτι ή να ανακαινίσεις κάτι παλιό… Μια μακρά διαδικασία, κάθε λεπτό της οποίας 'δαπανήθηκε' καλά» απαντά ο Τζούλιαν Χάραπ.
Με την ανακαίνιση των κατεστραμμένων από τους βομβαρδισμούς κτιρίων, το Βερολίνο, σήμερα, μοιάζει να έχει ανακτήσει πλήρως το ρόλο του ως κέντρο ευρωπαϊκού πολιτισμού. Χρόνια πριν, όμως, όταν ένα… άσχημο Τείχος χώριζε στα δυο ανθρώπους και κτίρια, η πόλη έμοιαζε να «πνίγεται» στα ίδια της τα ερείπια: από το πυρπολημένο κτίριο της Ράιχσταγκ ως τον κατεστραμμένο σκελετό του πύργου της Gedachtniskirche, τα ερείπια ήταν παντού σκορπισμένα: κάθε ένα απ' αυτά κι ένα δυνάμει σύμβολο πολέμου, κάθε ένα με τη δική του μνήμη, τη δική του ιστορία.
Χρειάστηκε να πέσει το Τείχος για να αρχίσουν να κλείνουν οι «αστικές πληγές». Ένα από τα τελευταία που έμενε να θυμίζει το παλιό, «στοιχειωμένο» πρόσωπο της πόλης ήταν το Neues Museum στη Νήσο των Μουσείων (Museuminsel), όπου βρίσκονται, επίσης, το περίφημο Μουσείο της Περγάμου και η Πινακοθήκη Μπόντεν.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν από το τέλος του πολέμου ως την επανένωση των δύο Γερμανιών και την απόφαση για ανακαίνιση του περίτεχνου αυτού οικοδομήματος, το οποίο χτίστηκε γύρω στα 1855 από τον Φρίντριχ Στούλερ, ελάχιστα είχαν γίνει για τη διάσωσή του. Ώσπου, ο Τσίπερφιλντ και οι συνεργάτες του ανέλαβαν να του δώσουν και πάλι ζωή, «παντρεύοντας» το παρόν με το παρελθόν, σε μια διακριτική συνομιλία των παλιών αρχιτεκτονικών στοιχείων του με νεότερα.
Το εξωτερικό του μουσείου αποκαταστάθηκε στη μορφή που του είχε δώσει ο Στούλερ. Στο εσωτερικό, ωστόσο, οι αλλαγές ήταν πολλές: περισσότερος φωτισμός, μεγάλες αίθουσες, μοντέρνες αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις.
Με σεβασμό στην ιστορία αλλά και το περιβάλλον
Σήμερα, που τα «ενεργειακά κτίρια» μοιάζουν μονόδρομος στην επιλογή δόμησης, πόσο εύκολο είναι να εφαρμόσεις τεχνικές εξοικονόμησης ενέργειας σ’ ένα ιστορικό κτίριο;
Η απάντηση έρχεται διά στόματος του Τζούλιαν Χάραπ, ο οποίος παραδέχεται μεν πως «η εξοικονόμηση ενέργειας σε σχέση με τα ιστορικά κτίρια έρχεται σε αντίφαση με το γεγονός ότι χτίστηκαν σε μια εποχή φτωχή σε ενεργειακά υλικά, με φθηνό εργατικό δυναμικό» αλλά στην περίπτωση του Neues Museum εφαρμόστηκαν «έξυπνες» τεχνικές για να υπερκεραστεί αυτό το εμπόδιο, χωρίς αυτό να γίνεται σε βάρος της ιστορικότητας του κτιρίου. Για παράδειγμα, διατηρήθηκαν, όπου ήταν δυνατόν, τα ιστορικά παράθυρα στα οποία εφαρμόστηκε μια ειδική τεχνική μόνωσης, που προστατεύει το κτίριο.
Η κρίση μπορεί να «γεννήσει» αριστουργήματα
«Σε περιόδους κρίσης αρχίζει να υπάρχει διαχωρισμός και το μεγάλο πεδίο της μετριότητας είναι αυτό που πρώτο εξαλείφεται. Νομίζω ότι σε καταστάσεις όπως αυτή υπάρχει η ευκαιρία για εξαιρετικά έργα, έργα που μπορούν να ωθήσουν προς τα εμπρός την αρχιτεκτονική κοινότητα. Δεν χρειάζεται να είναι μεγάλα. Ορισμένα από τα αρχιτεκτονικά αριστουργήματα δεν ήταν μεγάλα έργα» τονίζει ο κ. Σβαρτς, απαντώντας στην ερώτηση αν σε περιόδους οικονομικής κρίσης ο αρχιτέκτονας μπορεί να μεγαλουργήσει ή θα πρέπει να κάνει «εκπτώσεις» στη δημιουργικότητα και τη δουλειά του.
Πάντως, παραδέχεται πως «υπάρχει μεν ευκαιρία στην κρίση, αλλά φυσικά η κατάσταση είναι δύσκολη».
Η αβάσταχτη γοητεία του Φιλίππου
Μπορεί οι περισσότεροι ξένοι στην Ελλάδα να υποκύπτουν αμαχητί στη γοητεία του Παρθενώνα, αλλά ο Μακεδόνας βασιλιάς Φίλιππος φαίνεται πως έχει τη δική του κρυφή γοητεία.
Ο τάφος του Φιλίππου Β', πατέρα του Μεγάλου Αλεξάνδρου, στη Βεργίνα και τα υπόλοιπα μοναδικά ευρήματα που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη του Μανόλη Ανδρόνικου συνεπήραν τον Τζούλιαν Χάραπ.
«Είχαμε την ευκαιρία να μοιραστούμε κι εμείς με τον υπόλοιπο κόσμο τον πλέον σημαντικό διεθνή θησαυρό. Είναι κάτι που δεν μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους» μας λέει με έκδηλο ενθουσιασμό, όταν τον ρωτάμε να μας πει, με το … μάτι του αρχιτέκτονα, ποιο ήταν το πιο ενδιαφέρον μέρος από όσα επισκέφθηκε στην Ελλάδα.
Γοητευμένος από την ομορφιά των ευρημάτων δηλώνει και ο Αλεξάντερ Σβαρτς, ο οποίος ανυπομονεί να εξερευνήσει και άλλες γωνιές της ελληνικής γης.
Σοφία Παπαδοπούλου, ΑΠΕ/ΜΠΕ, 27 Ιανουαρίου 2012
